Ο Καρπός της Γνώσης

Η νύχτα, για μια ακόμα φορά είχε περάσει. Ο Ήλιος, κατακίτρινος και λαμπερός, ξεπρόβαλλε από τον ορίζοντα. Ο Άνθρωπος βρισκόταν στη γνώριμη για εκείνη την ώρα θέση. Στην κορυφή ενός μεγάλου βράχου. Καλημέριζε τον άρχοντα του φωτός. Γρήγορα όμως βαρέθηκε, όπως πάντα άλλωστε. Κοίταξε γύρω του. Η καταπράσινη πεδιάδα υποδεχόταν στοργικά τις πρώτες ζεστές ακτίνες.

Ένοιωσε πως πεινούσε. «Ένα καλάθι με φρούτα να παρουσιαστεί  εδώ μπροστά μου!», διέταξε. Αμέσως, ένα καλάθι με κάθε λογής φρούτα εμφανίστηκε. Άρχισε να τα τρώει, με όρεξη στην αρχή, μα γρήγορα βαρέθηκε. «Εξαφανίσου από μπροστά μου! », πρόσταξε με βλέμμα γεμάτο αυθάδεια. Το καλάθι χάθηκε αμέσως.
Ένοιωσε πως ζεσταινόταν. Ο Ήλιος ήταν πια αρκετά ψηλά. Τα μάτια του ενοχλήθηκαν. «Σκοτάδια, χιόνια, κεραυνοί… ελάτε να χορέψετε!», ούρλιαξε. Αμέσως, μαύρα πυκνά σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα και διέσχισαν καλπάζοντας τον ουρανό. Ο Ήλιος θάφτηκε πίσω τους. Ο αέρας πάγωσε. Τα δέντρα χόρεψαν στο ρυθμό του τρελού ανέμου. Τα ζώα, φοβισμένα έτρεξαν να κρυφτούν. Οι πρώτες σταγόνες ήταν αναγνωριστικές. Δημιούργησαν μελωδίες με το ξαφνιασμένο χώμα. Μετά, ήρθαν οι ορδές του υγρού στοιχείου. Σαν βάρβαροι κατακτητές, λεηλάτησαν κάθε λουλούδι. Ακολούθησε το χιόνι. Έπεσε αργά, επιβλητικά. Πάγωσε τα πάντα. Αστραπές βρυχήθηκαν, κεραυνοί έσκισαν τον αέρα και φώτισαν τον ουρανό. ΄Όλες οι δυνάμεις της Φύσης σε μια ανελέητη επίδειξη δύναμης, με θεατές τις τρομαγμένες ψυχές των ζώων.

Ο Άνθρωπος βαρέθηκε, για άλλη μια φορά.  «Ας ανθίσουν τα λουλούδια, εμπρός! ». Τα σύννεφα διαλύθηκαν μονομιάς. Η Άνοιξη ξαναγύρισε. Μικρά και μεγάλα πουλιά στόλισαν τον ουρανό. Ζώα κάθε λογής ξεπρόβαλλαν, μεταμορφώνοντας την πεδιάδα σε ένα ζωντανό μωσαïκό. Στρατιές από μυρμήγκια γαργάλησαν το χορτάρι. Βουητά από μέλισσες συνόδευσαν το τεμπέλικο τζιτζίκισμα.

Ένας πάνθηρας κοιμόταν ευτυχισμένος πάνω σε ένα πράσινο στρώμα από μαλακή χλόη. « Ε! εσύ, τι έπαθαν τα μάτια σου και είναι κλειστά; » τον ρώτησε επιτακτικά ο Άνθρωπος.  Ο πάνθηρας ξύπνησε και, τρομαγμένος από τη φωνή, το έβαλε στα πόδια.
«Σε σένα μιλάω! », ούρλιαξε ο Άνθρωπος. Αγανακτισμένος επειδή ο πάνθηρας δεν του έδωσε σημασία, ο Άνθρωπος χοροπηδούσε γεμάτος οργή.
«Ήταν κουρασμένος και κοιμόταν…»
Ένα πουλί του είχε μιλήσει. Η φωνή του ήταν βραχνή μα και στοργική. Τα μάτια του ήταν εντελώς σφαιρικά και πολύ μεγάλα. Είχαν το χρώμα της γυμνής Γης. Οι βλεφαρίδες του ήταν απίστευτα κυρτές, κι όταν έκλειναν το έκαναν μεγαλόπρεπα και υπερβολικά αργά, εκπέμποντας κύματα επιβλητικά. Ήταν μια γέρικη, ζαρωμένη και ταλαιπωρημένη κουκουβάγια.
«Τι θα πει κουρασμένος; Τι θα πει κοιμόταν; Τι είσαι; Γιατί ξέρεις τι σημαίνουν αυτά κι εγώ όχι;» τη ρώτησε.
– «Όλοι τα ξέρουν. Όλοι, εκτός από σένα. Αλλά, τι κάθομαι και σου μιλάω. Εσύ δεν κουράστηκες ποτέ για να βρεις την τροφή σου. Δεν φοβήθηκες ποτέ, δεν πόνεσες ποτέ. Δεν γνώρισες ούτε το φόβο, ούτε τη γνώση.»
Η κουκουβάγια πέταξε μακριά.

«Φόβος, γνώση… τι είναι όλα αυτά… ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΤΑ ΞΕΡΩ!  ΠΑΤΕΡΑ!!!…»
Τα τελευταία λόγια ειπώθηκαν φωναχτά από τον Άνθρωπο, με το πείσμα ενός χαϊδεμένου παιδιού.
«Τι έχεις, παιδί μου;» Ακούστηκε μια ήρεμη, στοργική φωνή που ερχόταν από παντού και γέμιζε τα πάντα.
«Φόβος, γνώση, αυτά είναι πράγματα που δεν ξέρω, Πατέρα. Είχες πει ότι θα είμαι ευτυχισμένος, όμως… δεν τα έχω όλα. Θέλω τη γνώση.»
–   «Είσαι σίγουρος;»
–   «Ναι.»
–   «Πρέπει να ξέρεις όμως ότι η γνώση σημαίνει πολλά κακά για σένα. Τρόμος, κούραση, αγωνία, πόνος. Και το κυριότερο: το θάνατό σου.»
–   «Είπα! θέλω τη γνώση!»
–   «Ας είναι. Ξέρω ότι δεν μπορώ να εναντιωθώ στη θέλησή σου. Καλή αντάμωση, παιδί μου…»
Η φωνή έσβησε. Ένα ελαφρό αεράκι έκανε τον Άνθρωπο ν΄ ανατριχιάσει. Για μια στιγμή σκοτείνιασε.
«Πατέρα, γιατί αυτός ο πάνθηρας με κοιτά τόσο περίεργα; Πατέρα… πατέρα…. ΠΑΤΕΡΑ!!!…»

Είχε σκοτεινιάσει πια για τα καλά. Ο άνθρωπος είχε τρέξει, είχε σκαρφαλώσει, είχε πηδήξει για να ξεφύγει από τον πάνθηρα. Κρύωνε και πεινούσε. Ήταν τρομαγμένος και κουρασμένος. Κι όσο ήταν μέρα, ο Ήλιος τον βοηθούσε φωτίζοντας τα βήματά του. Όμως τώρα, το κακό είχε παραγίνει. Καθώς έπεσε η νύχτα, ο ουρανός γέμισε από μικρά, άσπρα και περίεργα φωτεινά στίγματα που τρεμούλιαζαν περίεργα.
Από αυτά, πώς θα φυλαγόταν;

Advertisements