Ο Δίαυλος

Βγήκε από το χειρουργείο ύστερα από πολλές ώρες, τρομερά κουρασμένος. Οι γονείς της μικρής ήταν βουτηγμένοι στην αγωνία. Με το που τον είδαν, πετάχτηκαν.
«Λοιπόν, γιατρέ;», τον ρώτησε ο πατέρας. Τον ικέτευε.
Τους πρόσεξε κάπως καλύτερα. Σαρανταπεντάρηδες και οι δυο. Άργησαν να κάνουν παιδί. Η μητέρα άσπρη και ο πατέρας μαύρος. Συνειδητοποίησε ότι για οκτώ ολόκληρες ώρες χειρουργούσε μια εξάχρονη μιγάδα.
«Τι να σας πω…», είπε «… προσπάθησα όσο μπορούσα. Αυτή τη στιγμή η κατάστασή της είναι πάρα πολύ κρίσιμη. Ο εγκέφαλός της σχεδόν δεν λειτουργεί. Δεν έχουμε τίποτα άλλο να κάνουμε, παρά να περιμένουμε.»
Οι δύο γονείς αγκαλιάστηκαν σφιχτά.

Στην αρχή σχηματίστηκε το κεφάλι. Μάλλον… Έτσι κι αλλοιώς δεν μπορούσε να το δει. Μετά, από πάνω προς τα κάτω, ο κορμός του σώματος και τα χέρια. Τα στριφογύρισε αργά. Κοίταξε τα δάχτυλά του. Χαμογέλασε πικρά. Ήταν μικρόσωμος, πάρα πολύ. Δεν μπορούσε να περιμένει και τίποτα διαφορετικό, πάντα έτσι γινόταν. Έπρεπε να το πάρει απόφαση πια. Κάθε φορά θα ήταν μικρόσωμος. Στο μεταξύ, όλο το σώμα του ήταν πια ορατό. Και μόνο τότε συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Αυτός, μόνο αυτός, είχε υλοποιηθεί. Κανένας άλλος. Όλα κρεμόντουσαν πια από τα χέρια του. Επιτέλους, θα τους έδειχνε την αξία του. Σε όλους. Και ειδικά, σ΄ εκείνη.

Ένας βόμβος ακούστηκε στο δεξί του αυτί. Ακουστικό. Σίγουρα εκείνος ο γρουσούζης, ο Καθηγητής, είχε βάλει το χεράκι του. «Μου τη δίνουν αυτοί οι ήρωες του εικοστού πρώτου», σκέφτηκε. «Ήρωες!!! πφφ… Έγιναν γνωστοί χωρίς προσπάθεια και μόνο για εμπορικούς λόγους. Ας είχαμε κι εμείς στην εποχή μας τα ίδια μέσα και τότε θα τα λέγαμε για τα καλά.»
«Γεια σου, μικρούλη – χαζούλη», ούρλιαξε το ακουστικό. Τινάχτηκε από τη σαστιμάρα του. Περισσότερο όμως από τη φωνή.
«Εσύ!» κατάφερε να ψελλίσει.
– «Φυσικά εγώ! Πού το βρίσκεις το περίεργο… Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν υπάρχεις χωρίς εμένα.»
Αναστέναξε βαθειά. Ήταν αλήθεια. Η ζωή του εκπορευόταν από εκείνη.
«Έλα, ηρέμησε…» του νιαούρησε. «Αφού έτσι ήρθαν τα πράγματα, δέξου το. Άλλωστε, το ξέρεις, σας αγαπάω πάρα πολύ και τους επτά. Είστε τα αδέλφια μου. Η καρδιά μου, όμως, ανήκει αλλού, στον πρίγκηπά μου.»
– «Καλά, καλά…» την έκοψε. «Τι κάνω τώρα;»
– « Ξέρεις, ότι τέτοια εξέλιξη κανείς μας δεν την περίμενε. Από τη στιγμή που υλοποιήθηκες, ενώ κανένας μας δεν περίμενε να γίνει αυτό σε σένα, ο Εγκέφαλος και ο Καθηγητής παρακολουθούν τα πάντα. Επειδή εκείνοι δεν έχουν υλοποιηθεί, δεν γίνεται να έρθουν σε επαφή μαζί σου. Τα νεώτερα θα σου τα λέω εγώ. Η δική μου υλοποίηση είναι πολύ ασθενής, γι αυτό δεν είμαι κοντά σου. Το σήμα είναι πιο καθαρό από κάθε άλλη φορά. Μάλλον ο Δίαυλος είναι απόλυτα συγκεντρωμένος ή βρίσκεται σε κώμα, δυστυχώς. Γι αυτό, ίσως χρειαστεί να δράσεις ακαριαία. Αν υπάρξει Επαφή, μάλλον θα γίνει με φωτεινά σήματα. Η γλώσσα των χρωμάτων σου είναι γνωστή. Βασιζόμαστε όλοι σε σένα, για το καλό του Χαμόγελου και των ανθρώπων. Άκου, είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις.»
Τα τελευταία λόγια ειπώθηκαν από μια γυναίκα προς έναν άντρα. Πρώτη φορά του μιλούσε έτσι. Ανατρίχιασε.
«Αυτό το μαραφέτι είναι ανάγκη να το έχω στο αυτί μου;» τσίριξε.
– «Έλα, μη γκρινιάζεις. Φυσικά και πρέπει.»
–   «Θα τα καταφέρω, δεν υπάρχει περίπτωση. Σύντομα θα δεις τι αξίζ… Παναγία μου!!!»

Είχαν γίνει όλα τόσο ξαφνικά, που δεν είχε προσέξει γύρω του. Βρισκόταν σε έναν ελάχιστα φωτισμένο διάδρομο. Καμμιά άκρη του  δεν φαινόταν. Ώσπου κάποια φιγούρα παρουσιάστηκε πολύ κοντά του. Ένας άνθρωπος. Μια γυναίκα. Ήταν ντυμένη σαν Αμαζόνα. Μόνο που τα ελάχιστα ρούχα που φορούσε ήταν μαύρα. Το στόμα του μισάνοιξε από την έκπληξη και κοκκάλωσε εκεί. Αυτή η γυναίκα δεν είχε τίποτα από την αθωότητα της Χιονάτης. Ήταν όμως το απόλυτο θηλυκό. Χυμώδης, γυμνασμένη και τέλεια προκλητική.

«Γκρινιάρη, δεν σε ακούω καλά κι ούτε έχω εικόνα πια». Παράσιτα χόρευαν μέσα στο αυτί του. Η επικοινωνία χανόταν.
Η γυναίκα τον κοίταξε επιτιμητικά. «Για δες τι μου έλαχε» είπε «… εγώ, η ανίκητη Αριμάνια, θα μονομαχήσω με έναν κουβά…»
–   «Συγγνώμη;…» ήταν το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ο Γκρινιάρης.

Μπήκε τρέχοντας στο ειδικό δωμάτιο εντατικής παρακολούθησης. Είχε λαχανιάσει.
«Τι τρέχει, αδελφή;» ρώτησε τη νοσοκόμα.
«Η εγκεφαλική δραστηριότητα μειώθηκε επικίνδυνα, γιατρέ» του απάντησε.
   «ΣΖ12. Χορηγείστε της μία δόση. Θα μείνω εδώ, στο δωμάτιο, για τις επόμενες δυο ώρες.» Κοίταξε το αγγελικό προσωπάκι. Η μικρή ήταν σε καταστολή. Με τα μάτια της κλειστά και γαλήνια. «Πώς είναι δυνατόν να γίνεται μια τόσο λυσσαλέα μάχη μέσα της…» σκέφτηκε.

Η Αμαζόνα τράβηξε το σπαθί της. Μάλλον, κάτι που έμοιαζε με σπαθί, ήταν όμως κάποιο ηλεκτρονικό όργανο, είχε κουμπιά πάνω του. Ο Γκρινιάρης έκανε ένα βήμα πίσω. Περισσότερο απορημένος ήταν, παρά φοβισμένος. Η Αριμάνια πάτησε ένα από τα κουμπιά. Μια ατέλειωτη ακτίνα έντονου άσπρου φωτός ξεκινούσε από το ξίφος για να καταλήξει πάνω του. Ένοιωσε τη ζέστη. Την ήξερε καλά αυτή την ακτίνα. Ήταν γεμάτη με ερωτήσεις. Ο Δίαυλος δεν ήξερε να γράφει και δεν μιλούσε καν με πλούσιο λεξιλόγιο. Οι σκέψεις του εκφράζονταν με φώτα και χρώματα, όπως σε εκατομμύρια άλλα παιδιά. «Ας γίνει λοιπόν έτσι» σκέφτηκε ο Γκρινιάρης «…ας απαντήσω πρώτα στις ερωτήσεις της και μετά βλέπουμε. Προς Θεού, να μη δείξω εχθρική διάθεση».

Δεν χρειαζόταν τεχνολογικά μαραφέτια. Από τα μάτια του ξεχύθηκε πρασινωπό, ζεστό φως, που στροβιλίστηκε, πλήγιασε τη σκοτεινιά και κατέληξε στη γυναίκα. Ήταν οι απαντήσεις του.

–   Ποιοι είστε;
–   Είμαστε οι ήρωες των παραμυθιών.
–   Υπάρχετε στ΄ αλήθεια;
–   Δεν μας έφερε ο πελαργός, όπως γίνεται με τους ανθρώπους. Όμως υπάρχουμε γιατί αισθανόμαστε. Μπορεί να μην είμαστε από ύλη, όμως πονάμε, λυπόμαστε και χαιρόμαστε. Ζούμε ! Μας δημιούργησε η αγάπη των παιδιών. Το καθετί στον κόσμο των ανθρώπων φτιάχτηκε από την αγάπη, έτσι δεν είναι; Απλά, εμείς είμαστε κάπου αλλού. Στο Χαμόγελο, έτσι ονομάσαμε την πολιτεία μας. Είναι το μέρος που συναντιούνται οι σκέψεις, οι ελπίδες και τα όνειρα των παιδιών όλου του κόσμου.
–   Ξέρεις πού βρισκόμαστε;
–   Στον φανταστικό κόσμο ενός παιδιού.
–   Γιατί μόνο εσύ; Πού είναι οι υπόλοιποι όμοιοί σου;
–   Εμένα μόνο σκέφτεται έντονα αυτή τη στιγμή το παιδί, ο Δίαυλος.
–   Τι είναι ο Δίαυλος;
–   Εδώ και αρκετό καιρό αισθανθήκαμε οντότητες όμοιες με τις δικές μας. Μόνο που υπήρχαν στη σκέψη ελάχιστων παιδιών, ήταν αδύνατο για μας να τις πλησιάσουμε και να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Χαρακτηρίσαμε τα παιδιά αυτά σαν Δίαυλους. Το συγκεκριμένο παιδί, στου οποίου τον Κόσμο βρισκόμαστε, είχε πολύ έντονα σήματα. Έτσι συναντηθήκαμε. Εσύ, πια είσαι;
–   Είμαι η Αριμάνια, η κόρη του Ορτ. Δεν είμαι μόνη μου, είμαστε πολλοί. Είμαστε οι αληθινοί ήρωες των παραμυθιών.
–   Δεν καταλαβαίνω…

Η Αριμάνια λούστηκε από φως που παλλόταν και άλλαζε χρώματα και ένταση συνέχεια. Μέχρι που συγκεντρώθηκε σε μια χρυσαφένια, παγερή ακτίνα ατόφιου μίσους, που τινάχτηκε σαν φίδι και γράπωσε την καρδιά του Γκρινιάρη. Η φωνή της ακούστηκε δυνατή.
« Θα καταλάβεις, μικρέ. Λες ότι είστε οι ήρωες των παραμυθιών. Ότι ζείτε χάρη στην αγάπη των παιδιών. Όχι, λοιπόν. Τα παιδιά που εννοείς εσύ δεν είναι όλα τα παιδιά του κόσμου. Είναι μόνο μια μικρή μειοψηφία, που τρέφεται και μεγαλώνει με την προπαγάνδα που εσύ τολμάς και ονομάζεις παραμύθια. «Μην ακούτε άγνωστους μεγάλους, δεν έχουν τίποτα καλό να σας πουν και να σας δώσουν, να ακούτε και να εφαρμόζετε πιστά αυτά που σας λένε οι γονείς σας», λέει η Κοκκινοσκουφίτσα. Χα! Έτσι εμείς οι μεγάλοι είμαστε σίγουροι, τίποτα απρόβλεπτο δεν θα συμβεί, θα ελέγχουμε μια χαρά τα πιόνια – παιδιά. «Περιμένετε το πριγκηπόπουλο, μόνο γι αυτό είστε φτιαγμένες», λέει η Σταχτοπούτα. Ωραία! Κυνήγησε αυτόν που έχει λεφτά, αυτός είναι ο σωστός τρόπος ζωής και μπορείς να το καταφέρεις γιατί είσαι καλύτερη από τις άλλες. Δεν έχει σημασία που δεν είσαι πλούσια, όχι, μπορείς άνετα να γίνεις, έχεις όοολα τα προσόντα.
Τα δικά μας όμως παραμύθια, τα αληθινά παραμύθια, αφορούν μικρούς και μεγάλους. Μιλάνε για μάχες, για ηρωισμούς, για όνειρα. Θέλουν κάθε άνθρωπος να έχει ένα κομμάτι ψωμί να φάει, να είναι ίσος με τους άλλους να είναι ευτυχισμένος, όσο μπορεί. Τα δικά μας παραμύθια πνίγονται από την αδικία που υπάρχει. Οι σκέψεις των δικών μας παιδιών, των τρομαγμένων και των πεινασμένων παιδιών, είναι σκέψεις ανθρώπων που μεγάλωσαν πρόωρα. Κανένας οίκτος, λοιπόν. Τα δικά μας παιδιά είναι περισσότερα. Είμαστε πιο δυνατοί.»

Η ακτίνα του ρουφούσε το είναι. Είχε γονατίσει κι ήταν σχεδόν αναίσθητος. Δεν περίμενε τέτοια επίθεση. Οι νόμοι ενός κόσμου στον οποίο ανήκε του φάνηκαν για πρώτη φορά σαθροί. Κατέρρεε, κι αυτός και οι ιδέες του. Βούλιαζε. Πνιγόταν.

ΓΚΡΙΝΙΑΡΗ, Σ΄ ΑΓΑΠΑΩ !!!
Ο χώρος έλαμψε. Ο Δίαυλος είχε μιλήσει.

Μάλιστα. Τόσα χρόνια γιατρός, τέτοιο πράγμα δεν είχε ξανασυναντήσει. Ένα μικρό παιδί δίνει μάχη για τη ζωή του, κι ενώ είναι μισοπεθαμένο, το ακούει να φωνάζει ΓΚΡΙΝΙΑΡΗ, Σ΄ ΑΓΑΠΑΩ. Δεν θα το έλεγε σε κανέναν αυτό, θα τον έδιωχναν από τη δουλειά, θα του έσκιζαν το πτυχίο…Άραγε το παιδί συνέρχεται ή αυτό ήταν η τελευταία αναλαμπή;

Γαλανή και άσπρη. Γαλανή σαν τη θάλασσα, σαν το πάθος για ευτυχία. Άσπρη σαν την αθωότητα, την αληθινή, την πανίσχυρη. Τέτοια φωτεινή φλόγα είχε αγκαλιάσει σφιχτά την Αριμάνια. Ο Γκρινιάρης είχε σηκωθεί και είχε περάσει στην αντεπίθεση. Η γυναίκα υποχώρησε και σωριάστηκε. Λίγο πριν το τέλος, εκείνος έσβησε τη φλόγα. «Έλα…» της είπε δίνοντάς της το χέρι «δεν φταίνε τα παιδιά γι αυτό. Γεννήθηκαν σε ένα κόσμο που οι μεγάλοι δεν τους αφήνουν να δουν ποιος πραγματικά είναι. Ας ενωθούμε, κι ας βρούμε μια λύση μαζί…»
Η Αριμάνια χαμογέλασε και του έδωσε το χέρι.

Την κοίταξε με λατρεία. Ο κίνδυνος είχε περάσει. Η γαλήνη βασίλευε πια.
«Ποιο παραμύθι θες να σου πω σήμερα καλή μου; Θές την Σταχτοπούτα;» τη ρώτησε η μητέρα της.
« Ή μήπως τους άθλους του Ορτ;» μπήκε στη μέση ο πατέρας.
Το αγγελικό προσωπάκι φωτίστηκε από χαμόγελο και θέληση για ζωή.
«Θέλω μόνο να φύγω γρήγορα από το νοσοκομείο. Έχω τόσα πολλά να κάνω…»

Advertisements