Η δίκη…

 

Ούτε ο πρώτος ήμουνα, ούτε ο τελευταίος, προφανώς. Ένα χρόνο και δυο μήνες άνεργος, είχα ψάξει παντού… τίποτα. Ένα πελώριο τίποτα. Έβαλα βαθειά το χέρι στην τσέπη, κυριολεκτικά, για να ξεθάψω τα τελευταία μου ψιλά. Αγόρασα τρεις μπύρες και πήρα την «φρεγάδα» μου για την τελευταία της βόλτα. Καθώς δεν βρισκόταν αγοραστής, θα πήγαινα το επόμενο πρωί στην εφορία να καταθέσω τις πινακίδες της.

Ήξερα ότι της άρεσε πολύ η μικρή λίμνη που κρυβόταν ανάμεσα στα πελώρια δέντρα. Την οδήγησα για τελευταία φορά από το δρομάκι που μόνο εμείς γνωρίζαμε. Έσβησα τη μηχανή της και χάιδευα το τιμόνι της, καθώς άνοιγα με το άλλο χέρι την πρώτη μπύρα. Η λίμνη είχε φορέσει τα καλά της εκείνη τη νύχτα. Μέχρι και το φεγγάρι εμφανίστηκε ολοστρόγγυλο, τονίζοντας τη μεγαλοπρέπεια της τελετής.

Πρέπει να είχα φτάσει στο τρίτο κουτάκι, όταν έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή…

Την άλλη στιγμή τα άνοιξα και ανατρίχιασα.

Βρισκόμουν μέσα σε ένα μεγάλο κλουβί, αιωρούμενος. Το κλουβί ήταν μέσα σε μια πελώρια αίθουσα, που έμοιαζε με δικαστική. Στην έδρα κάθονταν τρία αλλόκοτα πλάσματα. Ένα πλάσμα σαν παχύσαρκο σφαιρικό χταπόδι στη μέση, μια ξερακιανή σαν ρέγκα στα δεξιά του κι ένα πράγμα σαν πελώριος βάτραχος στα αριστερά του. Ο τελευταίος φορούσε ένα περίεργο καπέλο, έβγαζε συνεχώς έξω μια τεράστια γλώσσα και γέμιζε το πάτωμα γύρω του με σάλια.

Υπήρχε και κοινό. Παράξενα πλάσματα κάθε χρώματος και διάστασης, που έβγαζαν ήχους που ούτε στα όνειρά μου δεν…

 

Αισθάνθηκα ένα ζευγάρι ακουστικά στα αυτιά μου. Το χταπόδι μίλησε: «Επιτέλους, δουλεύει ο μεταφραστής του κατηγορούμενου;»

Ένας ψηλός πιγκουίνος ή κάτι τέτοιο έτρεξε γρήγορα μπροστά του, υποκλίθηκε και έγνεψε καταφατικά. Εξαφανίστηκε με μια τριπλή τούμπα στον αέρα.

»Ένοχος, ένοχος», ούρλιαξε ο βάτραχος.

«Ένοχος, ένοχος» φώναζαν όλοι από το πλήθος.

«Ησυχία !!!» γρύλισε το χταπόδι, πατώντας ένα κουμπί που σκόρπισε έναν ανατριχιαστικό ήχο.

«Έχει υπεράσπιση ο κατηγορούμενος;»

Ο πιγκουίνος με διπλή τούμπα υποκλίθηκε ξανά. «Ορίστηκε από το δικαστήριο, κύριε».

 

Ένα κοντόχοντρο πλάσμα με σχήμα αρκούδας παρουσιάστηκε μπροστά μου. Φορούσε κάτι πελώρια τζάμια στα μάτια του.

«Γεια σου, είμαι η Αργυρώ, η δικηγόρος σου. Να ξέρεις ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να με ακούσεις. Θα δείχνεις εντελώς μετανοημένος. Οι πράξεις σου είναι αποτρόπαιες, αλλά έχεις μετανοιώσει γι αυτές, συνεννοηθήκαμε;»

«Μα τι είναι αυτά που λες, εγώ ποτέ δεν…»

Σταμάτησα έκπληκτος. Το στομάχι της ήταν διάφανο! Έβλεπα τα πάντα εκεί μέσα. Σήκωσα πιο ψηλά τα μάτια. Στο στήθος της εμφανίστηκε κάτι σαν τηλεόραση. Αν κατάλαβα καλά, ήταν μεγέθυνση κάποιου σημείου του κορμιού της. Ένα μικρόβιο, πανάσχημο και πάνοπλο, τρυπούσε το δέρμα της. Λευκά αιμοσφαίρια όρμησαν και το διάλυσαν στη στιγμή.

Τελικά, βρήκα τα μάτια της με τα δικά μου ακόμα γουρλωμένα.

 

«Χε, σου αρέσει; Το πήρα το πρωί, από το φαρμακείο. Δεν μπορώ να σε πλησιάσω περισσότερο. Έχεις μικρόβια, ξέρεις. Όσο γι αυτό που είδες πριν, ένα κοτοπουλάκι έφαγα μόνο το πρωί. Δίαιτα γαρ… Ξεκινάμε! Κι όπως είπαμε…»

 

«Κατηγορούμενε, νοιώθεις άνετα; Βέβαια και νοιώθεις, δεν έχεις και τη βαρύτητα του απαίσιου πλανήτη σου. Τι έχεις να πεις για όσα σε κατηγορούμε;»

«Μα, γιατί πράγμα με κατηγορείτε; Εγώ…»

Η αρκούδα έβγαλε έναν απαίσιο ήχο και με κοίταξε τριπλασιάζοντας τα μάτια της.

«Ένοχος, ένοχος» φώναξε ο βάτραχος. Πέταξε ψηλά το καπέλο του. Η γλώσσα του έφτασε σχεδόν μέχρι το κλουβί μου και φιλοδώρησε τα κάγκελα με μπόλικο υγρό. Αμέσως μετά τυλίχτηκε η μισή, έπιασε το καπέλο στον αέρα και το ξανάβαλε στη θέση του.

«Αφού λοιπόν κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, να σου θυμίσουμε…» είπε η ρέγκα και σηκώθηκε όρθια. Κάτι πράσινο και στενόμακρο σηκώθηκε μαζί της και άρχισε να λαμπυρίζει.

«Γραμματέα, γράφεις;»

Το πράσινο χέλι έγινε για μια στιγμή ροζ και μετά λαχανί και διάφανο μαζί.

Η ρέγκα συνέχισε: «Ο κόσμος σας φτιάχτηκε από εμάς, για να παίζουν τα παιδιά μας μαζί σας. Σας φτιάξαμε ζωάκια με τη μορφή μας, για να βλέπουν οι απόγονοί μας και να μαθαίνουν πώς να ζουν αρμονικά με τους άλλους. Εσείς όμως τα καταπιέζετε και τα ξευτελίζετε. Τα παιδιά μας έχουν εφιάλτες. Αποφασίσαμε λοιπόν να σας παύσουμε. Εσύ είσαι μια τυχαία μονάδα από το είδος σου και θα απολογηθείς για λογαριασμό όλων σας.»

 

«Μα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι οι ίδιοι. Άλλοι είναι καλοί και άλλοι περισσότερο καλοί, ξέρετε. Θυμάμαι, πριν δέκα χρόνια, τάισα και έσωσα μια πληγωμένη γατούλα. Επίσης…»

«Γχμ… γχμ» με έκοψε η δικηγόρος μου. Με πλησίασε, μαζί με το στομάχι της, δυστυχώς.

«Κάνε αυτά που σου είπα. Θα πεθάνεις.»

 

Το χταπόδι έστριψε ένα γύρο το κάτω μισό του σώματός του και είπε: «Ο κ. εισαγγελέας…»

Ο πελώριος βάτραχος πήδηξε πάνω στην έδρα, σκούπισε με τη γλώσσα τη σκόνη που είχε μια λάμπα στο ταβάνι και άρχισε να μιλά με παύσεις, καθώς κυνηγούσε και μια σαύρα στον τοίχο.

«Είναι φανερό ότι εξετάζουμε ένα από τα πρώτα παιχνίδια κρίσης, ένα από τα πιο πρωτόγονα θα έλεγα. Είπαμε, τότε, να κάνουμε την πραγματικότητά των παιδιών μα κάπως πιο… πλουραλιστική, θα έλεγα, εχμ… σλουρπ… Οι διασταυρώσεις όμως αυτών των παιγνίων έδωσαν στην εξέλιξή τους την βάρβαρη συμπεριφορά που – ευτυχώς λίγα πλέον – από τα παιδιά μας προσπαθούν να αντιγράψουν. Προτείνω την άμεση καταστροφή τους. Ένοχοι!!!»

«Ένοχοι!!!» Ούρλιαξε το πλήθος.

«Έχουμε και ψυχή, ξέρετε!!!» ούρλιαξα κι εγώ.

«Αυτή τη φορά η αρκούδα ούτε καν με πλησίασε. Στάθηκε μπροστά από την έδρα και είπε:

«Συγχωρέστε τον, δεν καταλαβαίνει τι λέει. Ίσως δεν έχει συνηθίσει ακόμα στο μυαλό του την εξομοίωση του δικαστηρίου…»

 

«Ένσταση. Έχει κρίση…»

Αυτά ειπώθηκαν από κάτι περίεργο, μαύρο και λιγνό, πανύψηλο και περίεργο πλάσμα. Κάτι σαν μαλλιά ήταν στην κορυφή του κεφαλιού του, ενώ μαύρες κοτσίδες κουνιώνταν ανεξάρτητα η μια από την άλλη.

«Ένσταση δεκτή», είπε το χταπόδι.

 

«Σε αυτή την περίπτωση…» ψέλλισε η αρκούδα, «… ζητώ την ακραία εξέταση. Έλεγχος κρίσης και έλεγχος αύρας!»

«Ωωω!!!» είπαν όλοι.

Ένα περίεργο πλάσμα, σαν δρυοκολάπτης, με πλησίασε. Πέταξε μπροστά μου και στάθηκε ακίνητος, στο ύψος των ματιών μου. Στον αριστερό λευκό τοίχο φάνηκαν κάτι περίεργες φωτεινές γραμμές.

«Ωωω!!!» είπαν όλοι, πιο δυσαρεστημένα αυτή τη φορά.

«Κρίση ανεξάρτητη κατά το μισό» τιτίβισε το πουλί και εξαφανίστηκε.

Ένα άλλο περίεργο πλάσμα σαν μέδουσα πήρε τη θέση του μπροστά μου. Άρχισε να στριφογυρνά αργά, ενώ από τα κενά του σώματός της έβγαιναν φώτα με διάφορα χρώματα.

«Αρκετά λευκά σημεία…» είπε και εξαφανίστηκε κολυμπώντας στον αέρα.

 

«Εντάξει λοιπόν…», αποφάνθηκε ο πρόεδρος «σας δίνω άλλα 800 χρόνια καιρό, μόνο. Φρόντισε να τους συνετίσεις, διαφορετικά… Επόμενη υπόθεση παρακαλώ…»

 

Η αρκούδα με πλησίασε. «Σαχλαμάρες έκανες. Ευτυχώς, σε έσωσα, έστω και προσωρινά.»

Το στομάχι της με είχε πλησιάσει υπερβολικά. Έσφιξα τα μάτια και τα κράτησα κλειστά, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να ηρεμήσω την αναγούλα.

Όταν τα άνοιξα ξανά…

 


 

Φορούσα χειροπέδες… Βρισκόμουν μέσα σε μια πού μεγάλη αίθουσα, σε δικαστήριο.

Στην έδρα κάθονταν τρεις φιγούρες. Ο πρόεδρος, στη μέση, ήταν αρκετά χοντρός. Φυσούσε και ξεφυσούσε συνεχώς. Στα δεξιά του, ο εισαγγελέας. Φορούσε ένα περίεργο πράσινο κουστούμι με υποψίες κίτρινου. Και, μα την αλήθεια, ήμουν σίγουρος πως φόραγε και περούκα. Τα μαλλιά του ήταν υπερβολικάπυκνά και μαύρα για την ηλικία του. Αριστερά από τον πρόεδρο, η γραμματέας. Πολύ αδύνατη, με βλέμμα κάπως χαζό και πολύ ψηλή. Άχαρη, ντυμένη με ρούχα σχεδόν αντρικά και μια στενόμακρη λαχανί με κάποιες αταίριαστες αποχρώσεις του ροζ γραβάτα.

«Επιτέλους, ξύπνησε ο κατηγορούμενος;» ρώτησε επιτακτικά ο πρόεδρος.

Από δίπλα μου πετάχτηκε ένας τύπος, εντελώς φαλακρός, που φορούσε κάτι σαν σμόκιν. Υποκλίθηκε δυο φορές μπροστά από την έδρα και έγνεψε καταφατικά, πριν εξαφανιστεί με σβέλτη μεγαλοπρέπεια.

«Ένοχος, ένοχος» φώναζαν όλοι στο ακροατήριο.

«Ησυχία !!!» γρύλισε ο πρόεδρος, χτυπώντας ένα κουδούνι που σκόρπισε έναν ενοχλητικό ήχο.

«Έχει υπεράσπιση ο κατηγορούμενος;»

Ο τύπος με το σμόκιν υποκλίθηκε ξανά. «Ορίστηκε από το δικαστήριο, κύριε».

Μια κοντόχοντρη παρουσιάστηκε μπροστά μου. Φορούσε κάτι πελώρια στρογγυλά γυαλιά.

«Γεια σου, είμαι η Αργυρώ, η δικηγόρος σου. Να ξέρεις ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να με ακούσεις. Θα δείχνεις εντελώς μετανοημένος. Οι πράξεις σου δεν αφήνουν πολλά περιθώρια, αλλά έχεις μετανιώσει γι αυτές, συνεννοηθήκαμε;»

«Μα τι είναι αυτά που λες, εγώ ποτέ δεν…»

Σταμάτησα έκπληκτος. Ήταν τόσο άσχημη! Φορούσε ένα περίεργο καφέ φόρεμα, πολύ αστείο για την σοβαρότητα που προσπαθούσε να δείξει.

Τελικά, τα μάτια της διασταυρώθηκαν με τα γουρλωμένα δικά μου.

«Χε, σου αρέσει; Το πήρα το πρωί, από μια μπουτίκ. Δεν μπορώ να σε πλησιάσω περισσότερο. Μυρίζει η αναπνοή σου, ξέρεις. Ξεκινάμε! Κι όπως είπαμε…»

«Κατηγορούμενε, νιώθεις άνετα; Βέβαια και δεν νοιώθεις, έχεις και τη ζαλάδα του απαίσιου χτεσινού μεθυσιού σου. Τι έχεις να πεις για όσα σε κατηγορούμε;»

«Μα, γιατί πράγμα με κατηγορείτε; Εγώ…»

Η δικηγόρος έβγαλε έναν απαίσιο ήχο και με κοίταξε τριπλασιάζοντας τα μάτια της.

«Ένοχος, ένοχος» φώναξε ο εισαγγελέας.

«Αφού λοιπόν κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, να σου θυμίσουμε…» είπε η γραμματέας και σηκώθηκε όρθια.  «Χτες το βράδυ λοιπόν, μετά από κατανάλωση αρκετού αλκοόλ, έκαψες το δάσος της λίμνης μας, του μοναδικού αξιοθέατου της περιοχής μας.»

 

«Μα, δεν γίνεται να το έκανα αυτό. Χρόνια τώρα πηγαίνω στη λιμνούλα…»

«Γχμ… γχμ» με έκοψε η δικηγόρος μου. Με πλησίασε πάλι, δυστυχώς.

«Κάνε αυτά που σου είπα. Θα φας ισόβια.»

 

Ο πρόεδρος τακτοποίησε τον σφιχτό γιακά του και είπε: «Ο κ. εισαγγελέας…»

«Είναι φανερό ότι πρόκειται για τον ένοχο, ένα από τα πιο πρωτόγονα ανθρώπινα υποκείμενα, θα έλεγα. Βρέθηκε με το αυτοκίνητό του στη λίμνη, δίπλα σε άπειρα κουτιά μπύρας και με φανερά στη μπλούζα του τα σημάδια της ταλαιπωρίας του στομάχου του. Ένοχος!!!»

«Ένοχος!!!» Ούρλιαξε το ακροατήριο.»

 

«Δεν είναι έτσι όπως τα λέτε!!!» ούρλιαξα κι εγώ.

«Καθόμουν ήσυχα στη λίμνη, όταν με απήγαγαν εξωγήινοι. Είπαν ότι αυτοί μας δημιούργησαν και ότι αν δεν συνετιστούμε σε κάποια χρόνια θα μας διαλύσουν.»

«Αυτή τη φορά η δικηγόρος δεν με πλησίασε. Στάθηκε μπροστά από την έδρα και είπε:

«Συγχωρέστε τον, δεν καταλαβαίνει τι λέει. Ίσως δεν έχει συνέλθει ακόμα το μυαλό του από τα χτεσινά…»

 

«Ένσταση. Έχει κρίση… Πόσο επηρεασμένος μπορεί να είναι ακόμα… Δεν εξετάζουμε βέβαια ότι οι παραισθήσεις οφείλονται σε συνήθειες άσχετες με το χτεσινό συμβάν.»

Αυτά ειπώθηκαν από έναν περίεργο, μαύρο και λιγνό, πανύψηλο και μαυροντυμένο δικηγόρο. «Ένσταση δεκτή», είπε ο πρόεδρος.

 

«Σε αυτή την περίπτωση…» ψέλλισε η δικηγόρος, «… ζητώ την ευσπλαχνία σας. Πρόκειται, όπως βλέπετε, για διαταραγμένη προσωπικότητα. Ζητώ ψυχιατρική εξέταση.»

 

«Εντάξει λοιπόν…», αποφάνθηκε ο πρόεδρος «μεταφέρεται στην ψυχιατρική φυλακή. Επόμενη υπόθεση παρακαλώ…»

 

Η δικηγόρος με πλησίασε. «Σαχλαμάρες έκανες. Ευτυχώς, σε έσωσα, μπορούσε και χειρότερα…»

 

Και να που βρίσκομαι τώρα εδώ, φίλε μου. Είμαι σίγουρος ότι οι από πάνω με παρακολουθούν. Κι αν δεν εκτελέσω τη διαταγή τους, τη βάψαμε όλοι μαζί. Με παρακολουθείς;»

 

«Κροάκ;»