Γιατί τελικά, κάτω απ’ όλα είμαστε Άνθρωποι!

Της Άννας Ιωαννίδου

Στ’ αυτιά μου έπαιζε κάτι από Γαλάνη. Στη βαλίτσα, κάμποσα νέα βιβλία. Άλλες τόσες πρωτευουσιάνικες εικόνες προστέθηκαν αισίως στα πρόσφατα αρχεία της καρδιάς. Ακόμη ένα αστραπιαίο ταξίδι στην αγαπημένη πόλη, πήρε το δρόμο για την αφετηρία του.

Πτήση βραδυνή. Θέση πίσω-πίσω. Ποτέ παράθυρο. Πάντοτε διάδρομο. Δε γίνεται αλλιώς. Δε χωράει αλλιώς. Και κυρίως, δεν είναι προς διαπραγμάτευσην. «Με συγχωρείτε, νομίζω κάθεστε σε λάθος θέση. Μήπως είστε μια θέση πιο μέσα;» «Ξέρω κι εγώ που κάθομαι αγάπη μου; Να φτάσουμε στον προορισμό μας, αυτό με νοιάζει, τίποτ’ άλλο». Η φωνή της ακουγόταν μετά δυσκολίας. Η όψη της τα έλεγε όλα: φουλ της ταλαιπωρίας. Τη βοήθησε ο άντρας δίπλα της, ο άντρας της, να μετακινηθεί μια θέση πιο πέρα. Κάθησε. Κάθησα. Έτρεμε ολόκληρη. Παραμιλούσε κάτι δικά της που της είχε πει ο ψυχολόγος. Τρεις φορές τον είχε επισκεφθεί πριν το ταξίδι, έμαθα αργότερα. Εκείνη ήδη προσδεμένη και κυρίως, ήδη ιδρωμένη. Μούσκεμα κατ’ ακρίβειαν. Στις μπροστινές θέσεις τα τρία μεγάλα παιδιά της. Δίπλα της ο σύζυγος και -«τυχαία»- εγώ. Έτοιμοι για τα ψηλά.

Το παραμιλητό άρχισε να φουντώνει. Τα ακαταλαβίστικα ξεκίνησαν να δίνουν ρεσιτάλ. Τέτοια σύγκορμη ανατριχίλα από άνθρωπο, επειδή θα πετούσε με αεροπλάνο, δεν είχα ξαναζήσει. Εγώ συνήθως το παθαίνω με τα ποιήματα. Είπα να μην ενοχλήσω. Πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο. Όπως το άνοιξα, έτσι και το έκλεισα. Δε γινόταν αλλιώς. Η κυρία δίπλα μου υπέφερε κυριολεκτικά. Η μία κόρη, έλεγε πως τους έκανε ρεζίλι με την αεροπλανική φοβία της. Ο γιος, την κοίταζε κάθε τρία δεύτερα. Λες κι είχε τικ. Μία μπρος μία πίσω.

Έτοιμοι για απογείωση. Το χέρι του γιου ξεχαρβαλωμένο προς τα πίσω, κράταγε σφικτά εκείνο της μάνας. Φαινόταν πως υπήρχε μια αμφίδρομη αδυναμία. Το χέρι του άντρα έσφιγγε το άλλο της χέρι. «Κράτα γερά αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά, μη φοβάσαι». Που να διαβάσεις βιβλίο με τέτοιο πανικό; Που να μπορέσεις να ακούσεις τις σκέψεις σου, δίπλα σε τέτοιο ιδρώτα; Δύο τα λεξοτανίλ που προηγήθηκαν της πτήσης, κανένα το αποτέλεσμα. Άλλοι τα πίνουν για να μπορέσουν ν’ αντέξουν τη ζωή τους, κι άλλοι για ν’ αντέξουν την πτήση τους. Ας είναι καλά τα χέρια. Φαίνεται πως μόνο αυτά έκαναν μία κάποια διαφορά στην κυρία.

Αναστάτωση πρώτου βαθμού. Το 30B βρισκόταν σε συνεχή αναβρασμό. Όσο πέρναγε η ώρα, το παραλήρημα φούντωνε. Το τι είχε πει το στόμα του εκείνου του άντρα, πραγματικά δε λέγεται. Τα χέρια παρέμεναν στην ίδια θέση, ακόμη κι όταν το αεροπλάνο πήρε ευθεία πορεία και μετρούσε ήδη 25 λεπτά. Είπαμε πολλά. Υποψιάζομαι πως απαντούσε μηχανικά. Δεν ασχοληθήκαμε με τους αεροσυνοδούς και τα άγευστα φαγητά τους. Παραμόνο ζητήσαμε από ένα κόκκινο κρασί, εγώ κι ο άντρας. Το πήρε με το αριστερό χέρι. Του το άνοιξα εγώ. Το άλλο χέρι ήταν σε αποστολή. Είπαμε κι άλλα. Κατάφερα να της κλέψω ένα χαμόγελο, κι αυτό, όταν την ρώτησα να μου μιλήσει για τα καμάρια της που κάθονταν στο μπροστινό διάζωμα. Το αγόρι πρέπει να είχε πάθει αγκύλωση, το ένιωθα. Κοίταζα το χέρι του κι ήμουν σίγουρη ότι στην καλύτερη περίπτωση πρέπει να είχε μυρμηγκιάσει.

Μ’ αυτά και με εκείνα πέρναγε η ώρα. Είπαμε ακόμη λίγα. Πίσω από τα φοβισμένα λόγια της, μπορούσα να διακρίνω μια τσαχπινιά, ένα μπρίο, που αν και τώρα ήταν καλά κρυμμένα κάτω από την αεροπλανοφοβία, είμαι σίγουρη πως θα’ βγαιναν στη φόρα μόλις πατούσαν τα πόδια της σε έδαφος στέρεο. Κοντεύαμε για προσγείωση. Το παραμιλητό σε φάση απροχώρητη. Τα χέρια έσφιγγαν κι άλλο. Μετρούσαν ήδη μία ώρα στη στάση αυτή.

Και κάπου εκεί, έπιασα τον εαυτό μου να παθαίνει μια αιθέρια συγκίνηση. Αυτά τα χέρια… Πόση ώρα ήταν σφιχτά πιασμένα; Για όση ώρα χρειαζόταν, θα παρέμεναν εκεί αγέρωχα, ακίνητα. Σαν τους στρατιώτες στο Σύνταγμα που σέβονται το καθήκον τους και στέκονται προσοχή.

Είχα καιρό να νιώσω στο πετσί μου, πως είναι να σε συνεπαίρνει η απλότητα μιας ανθρώπινης στιγμής. Τέσσερα χέρια σφικτά δεμένα, για 80 λεπτά και βάλε. Για όσο χρειαστεί, μέχρι να περάσει η μπόρα. Κι ας ήταν η μπόρα αυτή παράλογη για την πλείστη ανθρωπότητα.

Αθήνα- Λάρνακα. Ιανουάριος 2016. Αυτή την πτήση δε θα την ξεχάσω ποτέ. Σ’ αυτή τη μια ώρα και κάτι, εκεί ψηλά στους αιθέρες, κατάλαβα ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ξέρουν ν´αγαπούν με δυο χέρια ζεστά. Τι κι αν ο φόβος μοιάζει κατάτι υπερβολικός ή παράλογος. Τι κι αν το παραμιλητό κι ο ιδρώτας φαντάζουν να μην έχουν «λογική» εξήγηση; Αρκεί που υπάρχουν ακόμη ζεστά χέρια. Γιατί στο κάτω-κάτω, κάτω από ποια ψυχή δεν κρύβονται ένα σωρό παράξενες φοβίες; Κάτω από ποιο μυαλό, δεν κουρνιάζουν ένα σωρό ανόητες ανασφάλειες;

Δεν έχει σημασία. Αυτό που κατάλαβα, είναι πως κάτω από όλα, τελικά, είμαστε άνθρωποι. Άνθρωποι με φόβους. Άνθρωποι με χέρια. Αρκεί μόνο να τα’ χουμε ζεστά. Αρκεί μόνο να τά’ χουμε σε θέση ισχύος. Και να ξέρουμε να τα σφίγγουμε, κάθε που οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Πηγή

Advertisements