«Γυρίζω Πίσω»

Το παρακάτω άρθρο το έστειλα στον Πιτσιρίκο, γνωστό blogger, και είπα να το μοιραστώ και με τον φίλο Γιάννη και τους υπόλοιπους αναγνώστες του blog  Ιδεογράφος.

Δεν ήθελα να το πειράξω αλλάζοντας τις αναφορές στον Πιτσιρίκο, γιατί νιώθω ότι χάνει κάτι από την αμεσότητά του, γι’ αυτό το στέλνω ως έχει. Μπορείτε να διαβάσετε το original καθώς και την απάντηση του ίδιου στο

http://pitsirikos.net/2016/03/%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b6%cf%89-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89/#ixzz42glLoQMW

 

 

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
Σε διαβάζω συχνά, αλλά είναι η πρώτη φορά που σου γράφω.
Είμαι κι εγώ μια ξενιτεμένη από τους πολλούς. Εδώ και 1 1/2 χρόνο ζω στο εξωτερικό με τον άντρα μου. Διαβάζω που λες από πολλούς Έλληνες του εξωτερικού για το πώς περνάνε και πώς νιώθουν και είπα να μοιραστώ κι εγώ την εμπειρία μου μαζί σου και μαζί τους.

 

Εμείς που λες, μένουμε πια στη Γερμανία.

Έχει πολλά καλά η ζωή εδώ· σε σύγκριση πάντα με την Ελλάδα: Καθαριότητα, οργάνωση, πράσινο, ησυχία, ηρεμία.

Μπορείς να πας με το ποδήλατο σχεδόν όπου θες, μια και υπάρχουν ποδηλατόδρομοι ακόμα και μεταξύ των πόλεων.

Είναι ωραία να κάνεις ποδήλατο και να βλέπεις γύρω σου πράσινο, δέντρα, ποτάμια, ρυάκια, πουλάκια, ζωάκια, ακόμα και μέσα στην πόλη.

Επίσης, δεν ακούς κόρνες κατά την οδήγηση. Οι οδηγοί είναι εξαιρετικά υπομονετικοί. Σταματάνε και στις διαβάσεις να περάσουν οι πεζοί και τα ποδήλατα.

Επίσης, στο διάστημα που μένω εγώ δεν έχει τύχει να με ξυπνήσουν μέσα στη νύχτα συναγερμοί ή σκυλιά που γαβγίζουν.

Οι άνθρωποι σέβονται τις ώρες κοινής ησυχίας και φροντίζουν τα σκυλιά τους (οι Γερμανοί αγαπούν πολύ τα σκυλιά και οι περισσότεροι έχουν τουλάχιστον ένα, αλλά δεν τα ακούς να κλαίνε μέσα στη νύχτα, παρατημένα σε μπαλκόνια, όπως συμβαίνει στην Αθήνα).

Και οι άνθρωποι, όσοι τουλάχιστον έχω συναναστραφεί εγώ, είναι στην πλειοψηφία τους ευγενικοί, φιλικοί, χαμογελαστοί και πρόθυμοι να βοηθήσουν όπου μπορούν.

Μέχρι εδώ καλά. Δεν είναι τα μόνα, αλλά αυτά μου έρχονται τώρα.

Ας πούμε και τα άσχημα τώρα.

Οι άνθρωποι δεν διασκεδάζουν. Εκτός κι αν θεωρήσεις τον καταναλωτισμό διασκέδαση. Οι έξοδοί τους και οι βόλτες τους είναι μόνο στα μαγαζιά και στα μεγάλα εμπορικά.

Την Κυριακή που όλα είναι κλειστά, δεν βλέπεις ψυχή έξω. Αν έχει καλό καιρό, μπορεί να δεις κανέναν να κάνει ποδήλατο, να κάνει τζόκινγκ ή να βγάζει βόλτα το σκύλο.

Και επειδή δεν βγαίνουν όταν τα μαγαζιά είναι κλειστά, δεν βλέπεις και καφετέριες ή εστιατόρια ανοιχτά την Κυριακή. Δηλαδή αν ψάξεις αρκετά, κάτι θα βρεις, αλλά λίγα πράγματα.

Ή ίσως και να μην βγαίνουν γιατί όλα είναι κλειστά, δεν ξέρω ποιο είναι συνέπεια ποιου.

Όπως και να ‘χει, ακόμα και τις καθημερινές, μετά τις 8 το βράδυ, δε βλέπεις άνθρωπο έξω.

Οι Γερμανοί θέλουν να κοιμούνται νωρίς για να είναι το πρωί στη δουλειά φρέσκοι. Ή επειδή είναι γέροι. Έχει μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων η Γερμανία.

Επίσης, τα φαγητά τους μου φαίνονται άνοστα. Όλα ίδια, στεγνά και χωρίς «ένταση». Έχω βαρεθεί τα σνίτσελ, τα λουκάνικα και τις χάρτινες σαλάτες.

Έχουν βέβαια μεγάλη άνθιση τα ιταλικά και ασιατικά εστιατόρια. Βρίσκουμε και κανένα ελληνικό πού και πού, αλλά κι αυτά έχουν υιοθετήσει τη γερμανική κουζίνα, δηλαδή κυρίως κρέας.

Έχω πεθυμήσει να φάω κανένα λαδερό. Θα μου πεις, βγαίνεις έξω για να φας λαδερό, δεν μαγειρεύεις σπίτι σου;

Ναι μωρέ, μαγειρεύω, αλλά θέλω να πω, ότι δεν έχουν ποικιλία στην κουζίνα τους. Σε ένα γερμανικό εστιατόριο στην Καισαριανή, έχει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία απ’ ότι σε όλα μαζί εδώ.

Το πάρκινγκ είναι πάντα σχεδόν με πληρωμή. Αυτό δεν είναι εντελώς κακό, γιατί δεν βλέπεις πουθενά παρκαρισμένα όπως και όπου να ‘ναι.

Αλλά αν θες να πας κάπου που δεν έχεις ξαναπάει, καλό είναι να έχεις φροντίσει από πριν να δεις πού μπορείς να αφήσεις το αμάξι γιατί μετά θα το βάλεις …ξέρεις πού.

Επίσης, όλες οι υπηρεσίες είναι ακριβές. Από το κούρεμα μέχρι την επίσκεψη ηλεκτρολόγου στο σπίτι, όλα είναι ακριβά. Και όχι απαραίτητα καλύτερα.

Βέβαια, θα μου πεις ότι και οι μισθοί είναι καλύτεροι αναλογικά με την Ελλάδα. Αυτό δεν ισχύει πάντα και για όλα τα επαγγέλματα.

Και αν ναι, άμα είναι να σου μένουν στο τέλος του μήνα τα ίδια λεφτά (αν σου μένουν), δεν είναι και μεγάλη πρόοδος.

Άσε τα νοίκια….Στο θεό! Τριπλάσια και τετραπλάσια ενοίκια απ΄ ότι στην Ελλάδα, για τα ίδια τετραγωνικά.

Το ρεύμα πανάκριβο, η θέρμανση επίσης. Τα εισιτήρια του μετρό -για μια μόνο διαδρομή- έχουν πάει στα 2.80. Για να μη μιλήσω για τις εβδομαδιαίες ή μηνιαίες κάρτες. Άσε καλύτερα…

Και ο καιρός, αχ ο καιρός…Κρύο, υγρασία, βροχή. Ο ήλιος βγαίνει κάθε 15 μέρες και ακόμα και έτσι βαριέται να κάτσει εδώ όλη τη μέρα. Οι άνθρωποι παίρνουν χάπια βιταμίνης D για να μην πάθουν κατάθλιψη, ακόμα και τα μικρά παιδιά.

Νερό δε σερβίρουν ποτέ έξω. Πας για φαγητό ή για καφέ και πρέπει να πληρώσεις το μπουκαλάκι του μισού λίτρου όσο τον καφέ ή τη μπύρα.

Γι’ αυτό και οι Γερμανοί δεν πίνουν νερό όταν βγαίνουν έξω, αλλά μπύρα.

Εγώ πάλι δεν μπορώ, γι΄ αυτό και κουβαλάω πάντα ένα μπουκαλάκι από το σπίτι και αν το πιω το γεμίζω πάλι στο νιπτήρα της καφετέριας ή του εστιατορίου.

Μια φορά φάγαμε σε ένα ελληνικό εστιατόριο και είπα να το γλεντήσω με εμφιαλωμένο νερό. Τι το ‘θελα; 6,80 το πληρώσαμε. Ήταν βλέπεις εισαγόμενο από Ελλάδα. Πού να το φανταστώ; Το νερό βέβαια στο σούπερ μάρκετ κοστίζει 19 λεπτά το μεγάλο μπουκάλι, δεν ξέρω γιατί πρέπει να το εισάγει κανείς.

Γενικά εδώ η ζωή είναι δουλειά – σπίτι – βόλτα το σκύλο (αν έχεις) – σπίτι.

Έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι εδώ ζουν μονάχα για να δουλεύουν. Δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Α, και να είναι fit. Εντάξει, αυτό κακό δεν το λες. Ενδιαφέρονται για την υγεία και την φυσική τους κατάσταση.

Ελάχιστη κοινωνική ζωή (εώς καθόλου) αν δεν μιλάς τη γλώσσα. Ακόμα και οι Έλληνες εδώ είναι μίζεροι. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να βγάζουν λεφτά.

Γι’ αυτό θα μου πεις ήρθαν εδώ. Για να βγάλουν λεφτά.

Αλλά τι ζωή είναι αυτή ρε Πιτσιρίκο; Να δουλεύεις 9 ώρες τη μέρα, να κυνηγάς τις υπερωρίες με το δίκαννο και να προσπαθείς να ξοδεύεις όσο το δυνατόν λιγότερα το μήνα, αποφεύγοντας κοινωνικές συνευρέσεις που μπορεί να σε αναγκάσουν να βάλεις το χέρι στην τσέπη.

Οι Έλληνες που έχουμε γνωρίσει εδώ είναι λίγο σαν τον Σκρουτζ. Τα μάτια τους αντί για ίριδες έχουν €.

Και δεν περνάνε καλά. Όποιον έχω ρωτήσει, όλο παράπονα είναι. Και στην Ελλάδα βέβαια να ήταν, πάλι όλο παράπονα θα ήταν.

Οι άνθρωποι είναι ανικανοποίητοι. Πάντα θα βρουν κάτι να τους χαλάσει. Ακόμα και στον Παράδεισο να ήταν, θα γκρίνιαζαν γιατί δεν έχει καφετέριες. Όπως κι εγώ τώρα…

Όχι πως είμαι στον Παράδεισο. Μακράν απέχει ο Παράδεισος από εδώ. Και άστεγους βλέπεις, και ζητιάνους και φτωχούς και δυστυχισμένους. Και πάρα πολλούς σαν και μας που ήρθαν να βρουν μια καλύτερη ζωή. Αλλά κανείς δεν μου φαίνεται να την έχει βρει.

Έχω μιλήσει και με άλλων εθνικοτήτων ανθρώπους. Βούλγαρους, Ρουμάνους, Μαροκινούς, Αφγανούς, Πακιστανούς, Σύριους. Τους γνώρισα στο σχολείο που πάω για να μάθω γερμανικά.

Κανείς δεν είναι ευτυχισμένος, Πιτσιρίκο. Σε όλους κάτι λείπει.

Όλοι αγωνίζονται για να βγάλουν το ψωμί τους σκληρά και χωρίς ικανοποίηση.

Δεν ξέρω γιατί κανείς δεν είναι ευτυχισμένος.

Ξέρω γιατί δεν είμαι εγώ.

Και δεν είμαι γιατί, αν και είμαστε καλύτερα οικονομικά απ’ ότι ήμασταν στην Ελλάδα, μου λείπουν άλλα πράγματα, πιο σημαντικά από τα λεφτά.

Γιατί όταν έχεις καλύψει τις βασικές σου ανάγκες -στέγη και φαγητό- έχεις την πολυτέλεια να το πεις αυτό.

Μου λείπουν λοιπόν οι δικοί μου άνθρωποι, οι φίλοι μου και οι συγγενείς μου.

15 μήνες εδώ, δεν γνώρισα κανέναν και καμιά να νιώσω δικό μου άνθρωπο· εκτός από τον άντρα μου φυσικά που είναι εκτός από σύζυγος και ο καλύτερός μου φίλος.

Αλλά ακόμα κι αυτός μου λείπει γιατί κι αυτός δεν είναι ο εαυτός του, γιατί είναι δυστυχισμένος.

Και διαπίστωσα ότι δεν μου λείπουν μόνο αυτού καθεαυτού οι άνθρωποι αυτοί.

Μου λείπει αυτή που ήμουν όταν ήμουν μαζί τους. Φαντάζομαι πως πολλοί άνθρωποι έχουν αισθανθεί ότι ο κάθε άνθρωπος τους βγάζει κι ένα διαφορετικό κομμάτι του εαυτού τους.

Κανείς δεν σε ξέρει 100% γιατί με κανέναν δεν βγάζεις το 100% του είναι σου.

Δεν λέω ότι είμαι διχασμένη προσωπικότητα ή σχιζοφρενής· μπορεί και να είμαι, θα το ήξερα άλλωστε αν ήμουν;

Απλά, λέω ότι οι άνθρωποι έχουμε πολλές πλευρές που καμιά φορά ούτε και οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε.

Εγώ λοιπόν, το διάστημα αυτό, νιώθω μισός άνθρωπος.

Μου λείπουν οι πλευρές μου που έβγαιναν όταν ήμουν με τους ανθρώπους που δεν βλέπω πια. Αυτό μου λείπει πιο πολύ απ’ όλα εδώ (ακολουθούν ο ήλιος και η θάλασσα).

Γι’ αυτό θα γυρίσουμε πίσω, Πιτσιρίκο. Στο μπουρδέλο που λέγεται Ελλάδα.

Να δούμε πάλι τους δικούς μας, να μοιραστούμε τον πόνο μας (γιατί κι από δω την πονάμε την Ελλάδα, δεν την ξεχάσαμε επειδή δε ζούμε πια εκεί), το δάκρυ μας, αλλά και τη χαρά και το γέλιο μας.

Μπορεί όταν γυρίσουμε να το μετανιώσουμε.

Όπως είχε πει και ο Χάρρυ Κλυνν, «ο Έλληνας όταν φεύγει, λέει ‘τι μαλάκας ήμουν που έφυγα’ κι όταν γυρίζει λέει ‘τι μαλάκας ήμουνα που γύρισα’».

Μπορεί κι εμείς να το πούμε αυτό, δεν το αποκλείω.

Ε, τότε μπορεί να έρθουμε κι εμείς στην Κύπρο, Πιτσιρίκο.

Και τότε μπορεί να βρεθούμε από κοντά, να τα πούμε και να φάμε μαζί χαλούμι Κυπραίικο.

 

Γεια χαρά Πιτσιρίκο, να ‘σαι καλά.

Κλεοπάτρα

Advertisements