Ο Νικόλας και η Μοναξιά

Ο μικρός Νικόλας δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ και έτσι δεν μπορούσε να ξυπνήσει το πρωί, για να πάει στο σχολείο. Αυτή ήταν η δικαιολογία του. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε. Όχι επειδή βαριόταν το μάθημα, αντιθέτως, το λάτρευε. Ήταν η στιγμή του, όμως έτρεμε την ώρα του διαλείμματος. 

Δεν είχε φίλους. Όποιο παιδί του μιλούσε, ήταν για να κοροϊδέψει την ανικανότητά του να βρει φίλους. Στριμώχτηκε πολλές φορές σε γωνιές του προαυλίου και έμενε συχνά νηστικός. Του τραβούσαν τα χέρια και τα πόδια για να «ψηλώσει», όπως ισχυρίζονταν τα «αθώα» αυτά πλάσματα. Του έπαιρναν τα χρήματα, γιατί «ξεχνούσαν» να φέρουν τα δικά τους από το σπίτι. Δήλωναν πως δεν ήταν πρόβλημα, μιας και θα του τα επέστρεφαν την επόμενη μέρα. Όμως ο μικρός Νικόλας, ούτε ψήλωσε μα ούτε πήρε πίσω τα κλεμμένα.

Αφού γύριζε σπίτι, το μεσημεριανό οικογενειακό τραπέζι κρατούσε για αυτόν πέντε λεπτά. Ήταν αρκετά, ώστε να απαντήσει «καλά» σε όποια ερώτηση των γονέων, να φάει το μισό πιάτο του, να πει ότι δεν έχει όρεξη σήμερα και πως πάει στο δωμάτιό του ν’ ακούσει μουσική.

Έτσι και έκανε, με την πόρτα κλειστή, έβαζε το αγαπημένο και μοναδικό CD του, στο στερεοφωνικό και σιγοτραγουδούσε παράλληλα τους στίχους, μέχρι να περάσει ο ύπνος και να του κλείσει τα μάτια, ξεκουράζοντάς τον, από τη νυχτερινή αϋπνία και το πρωινό βασανιστήριο.

Κάθε μέρα αλλά και κάθε νύχτα ήταν μια επανάληψη προς αποφυγή. Τα πράγματα δυσκόλευαν και μια φοβία δημιουργήθηκε στο μυαλό του, δίνοντάς του ακόμα ένα λόγο για να μην μπορεί να κοιμηθεί. Το έλεγε συχνά στον πατέρα του, αλλά αυτός δεν ήθελε να δώσει σημασία.

«Μπαμπά, κάτι υπάρχει μέσα στην ντουλάπα, φοβάμαι».

Ένα βράδυ λοιπόν, ο μικρός Νικόλας, με το βλέμμα καθηλωμένο στην ντουλάπα, περίμενε τη στιγμή που αυτή θα άνοιγε, απoκαλύπτοντας αυτό που κρυβόταν μέσα της. Έτσι κι έγινε. Τέσσερα δάχτυλα φάνηκαν στη χαραμάδα της ντουλάπας και τότε αυτή άνοιξε διάπλατα, προβάλλοντας μια γυναικεία φιγούρα. Η γυναίκα ήταν γερασμένη, τα μελαχρινά μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν και οι ρυτίδες της ήταν γεγονός. Τα στραβά δόντια δε βοηθούσαν στην εικόνα, ενώ το μαύρο της φόρεμα έστρωνε με το χειρότερο τρόπο πάνω της. Ο Νικόλας ήθελε να φωνάξει από φόβο αλλά το σοκ στέρησε τη φωνή του. Η γυναίκα πλησίασε το μικρό και του είπε ήρεμα.

«Με λένε Μοναξιά. Μη φοβάσαι, έχω έρθει για να σε βοηθήσω».

Τότε τον πλησίασε, τον αγκάλιασε για να μην τρέμει, και ας ήταν λόγω του φόβου και όχι του κρύου. Άρχισε να του τραγουδάει νανουρίσματα με φωνή μητέρας, ώσπου το παιδί αποκοιμήθηκε. Μέχρι που τον ξύπνησαν τα φώτα του δωματίου που άναψε ο πατέρας.

«Ξύπνα, σχολείο». Ο Νικόλας ξύπνησε απότομα αλλά η Μοναξιά δε βρισκόταν πουθενά.

Στο σχολείο, αυτή τη φορά, ο Νικόλας, δεν ένιωθε πόνο κατά τη διάρκεια του βασανιστηρίου. Δεν είχε χώρο στο μυαλό του για να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός από αυτό που είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ και τι θα γινόταν στα επόμενα. Όταν γύρισε σπίτι, έτρεξε στο δωμάτιο του ανοίγοντας την ντουλάπα, όμως αυτή ήταν αδειανή.

Μέχρι που σκοτείνιασε. Τότε η Μοναξιά βγήκε ξανά από την ντουλάπα. Ο μικρός Νικόλας τη δέχτηκε αυτή τη φορά με λιγότερους δισταγμούς. Η Μοναξιά κρατούσε παρέα στον Νικόλα, ο οποίος σιγά σιγά άρχισε να νιώθει σιγουριά, ζεστασιά και ασφάλεια στην αγκαλιά της άσχημης γυναίκας. Το παιδί άρχισε να αναζητάει τη Μοναξιά όλο και πιο συχνά.

Πράγματι, ερχόταν να τον δει ή την έβρισκε αυτός πίσω από δέντρα, ή καθισμένη σε παγκάκια, στο πάρκο, ή στο μπάνιο του σπιτιού. Κάθε φορά που την έβλεπε, το πρόσωπο του έλαμπε. Συζητούσαν για τα πάντα και γελούσαν με πολλά. Του έμαθε να παρατηρεί πράγματα που δεν είχε μάθει να βλέπει, να γράφει και να διαβάζει σωστά. Να κοιτά τα αστέρια και να βρίσκει τους αστερισμούς.

Η Μοναξιά έγινε η καλύτερη φίλη του μικρού Νικόλα, που πλέον είχε γίνει Νίκος. Είχε πια μεγαλώσει, όμως πάντα την κρατούσε κοντά του. Του έδειχνε ξέφωτα στο δάσος και στενάκια στην πόλη. Του έμαθε να παίζει σκάκι και να ψαρεύει. Δε χωρούσαν τρίτοι σε αυτή τη σχέση. Ο κόσμος ήταν φτιαγμένος γι’ αυτούς τους δυο. Όσοι προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον Νίκο απέτυχαν. Δεν χρειαζόταν κανέναν άλλον, παρά μόνο, την αγαπημένη του Μοναξιά. Η ζωή του πλέον, είχε νόημα. Είχε κάποιον να τη μοιραστεί.

Ήταν επιτέλους χαρούμενος. Αλλά δυστυχώς, ο κόσμος είναι σκληρός.

Ο Νίκος νοσηλεύτηκε σε ιατρική κλινική, μετά τις εξετάσεις που έγιναν με αφορμή τηλεφωνήματα, από ανθρώπους που δήλωσαν ότι ο Νίκος μιλάει και γελάει μόνος του, καθώς επίσης αγκαλιάζει και φιλάει το κενό. Ο Νίκος δεν μπόρεσε να αγκαλιάσει ποτέ ξανά τη Μοναξιά, λόγω του ζουρλομανδύα που του κρατούσε τα χέρια κολλημένα στο σώμα του. Παρ’ όλα αυτά, αυτή έμεινε για πάντα δίπλα του, από εκείνο το βράδυ που βγήκε από την ντουλάπα, μέχρι τη στιγμή που αυτός απεβίωσε, από λάθος ηλεκτροσόκ των γιατρών.

 

Advertisements