Το παλάτι της μνήμης μας

Το να έχει κανείς δυνατή μνήμη είναι προσόν. Μπορεί να τη χρησιμοποιήσει στη δουλειά του, στην προσωπική ζωή του, στην καθημερινότητά του. Σε όλα, στα πάντα.

Δεν είναι, όμως, μόνο προσόν, είναι και μειονέκτημα. Κατειλημμένος εγκεφαλικός χώρος με, πολλές φορές, πολλές άχρηστες πληροφορίες.

Προσωπικό δράμα. Θυμάμαι πότε έχουν γενέθλια άνθρωποι που έχω να μιλήσω χρόνια, πότε πήγαμε εκδρομές στο σχολείο και πού, τη νηπιαγωγό μου με κάθε λεπτομέρεια, όλους τους δασκάλους και τους καθηγητές, βαριές κουβέντες που αντάλλαξα, χαρούμενες και λυπητερές ημερομηνίες της ζωής μου, πότε πήρα το lower, το πρώτο και το τελευταίο γερό χαστούκι της μαμάς μου εξαιτίας του «Νέλη, να ένα τόπι», το λαχανόρυζο που δεν άγγιξα ποτέ (κι ούτε πρόκειται), τις διακοπές του καλοκαιριού με όλα τα παρελκόμενα, αριθμούς τηλεφώνων και τόσα άλλα. Γενικά θυμάμαι, και δεν είναι και τόσο ευχάριστο κάποιες φορές.

Όταν κανείς θυμάται πολύ και πολλά, πέρα από το χώρο που γεμίζει στο κεφάλι, γεμίζει και πολλές εικόνες που δεν μπορούν να ξεχαστούν. Θέλεις να ξεχάσεις και δε μπορείς. Γιατί είναι φορές και στιγμές που θέλεις ν’ αδειάσεις, να μη θυμάσαι το παραμικρό. Η ζωή δεν έχει μόνο καλές κι ευχάριστες μέρες, έχει και πολύ δυσάρεστες.

Θα ήταν πολύ θετικό γι’ αυτές τις περιπτώσεις να υπήρχε ένα μαγικό φίλτρο που θα φίλτραρε πρόσωπα και καταστάσεις. Κρατάμε και πετάμε, θυμόμαστε και ξεχνάμε.

Ακόμα κι όταν χάνουμε ανθρώπους, θα ήταν χρήσιμο να μπορούμε να κρατάμε την εικόνα τους και τα συναισθήματα που έχουμε γι’ αυτούς και να αφήνουμε στην άκρη τον πόνο και τη θλίψη του χαμού τους. Η μνήμη, όμως, δε βοηθάει.

Όπως σε παραδείγματα χωρισμών, καυγάδων, δυσάρεστων καταστάσεων, η μνήμη παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θυμάσαι τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια και δεν μπορείς να πας παρακάτω, να ηρεμήσεις, να υποδεχτείς τη γαλήνη. Πολύ απλά γιατί θυμάσαι.

Από την άλλη, όσο βασανιστικό κι αν είναι να θυμάσαι τα πάντα, άλλο τόσο ανυπόφορο είναι να μη θυμάσαι τίποτα. Όχι μόνο γι’ αυτόν που δε θυμάται, αλλά και γι’ αυτούς που είναι γύρω του.

Πώς είναι δυνατόν, να είσαι φίλος κολλητός και να μη θυμάσαι τα γενέθλια του άλλου; Πώς γίνεται να μη θυμάσαι πότε γιορτάζουν οι γονείς σου ή πότε πήρες το πτυχίο σου; Γιατί ξέχασες τη φιλόλογο της Γ’ λυκείου; Μα ούτε το κινητό σου απ’ έξω; Για την ημερομηνία που τα φτιάξατε ούτε λόγος, ε;

Κατά βάση ανδρικό προνόμιο, σε μεγαλύτερα ποσοστά τουλάχιστον. Η λεγόμενη μνήμη του χρυσόψαρου που, όπως ισχυρίζεται η επιστήμη, διαρκεί τρία δευτερόλεπτα. Τώρα το λες, τώρα το ξέχασες.

Στο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, η μνήμη έχει απασχολήσει πολλούς ποιητές, φιλόσοφους, λογοτέχνες, συγγραφείς.

Για την Κική Δημουλά η μνήμη είναι το κύριο όνομα των θλίψεων, για το Γιώργο Σεφέρη όπου την αγγίξεις πονάει, ο Σίγκμουντ Φρόιντ υποστηρίζει πως οι αναμνήσεις κάνουν τους υστερικούς να υποφέρουν, ο Cesare Pavese μας λέει ότι δε θυμόμαστε μέρες παρά μόνο στιγμές, για τον Ουγκώ η μνήμη γειτονεύει με τις τύψεις, ο Steven Wright πιστεύει πως η καθαρή συνείδηση είναι σημάδι κακής μνήμης.

Είτε είμαστε, λοιπόν, ελέφαντες είτε χρυσόψαρα η μνήμη είναι εκεί και μας ακολουθεί. Άλλους πολύ κι άλλους λιγότερο, ίσως τελικά και να μην έχει τόση σημασία αν, όπως λέει και μια διεθνής παροιμία, «όταν δίνεις να ξεχνάς κι όταν παίρνεις να θυμάσαι».

 

Πηγή

Advertisements