Φοβάμαι μαμά

Μια λευκή κόλλα μπροστά μου κι ένα μολύβι. Σαν κι αυτά που μου έπαιρνες όταν ήμουν μικρή, θυμάσαι; Με σχέδια επάνω. Είναι μέρες τώρα που θέλω να γράψω για σένα μάνα. Πάνε μέρες που κοιτάς έξω από το παράθυρο γαλήνια και ήρεμη και κάπου σαν να ταξιδεύει το μυαλό σου. Ίσως σήμερα που θα γυρίσεις και θα με κοιτάξεις να σε ακούσω να λες «καλώς το παιδί μου».

Σου έχω θυμώσει μάνα πολύ. Και δεν κάνει, δε φταις εσύ μου είπαν οι γιατροί. Θα υπάρχουν μέρες που θα ξυπνάς από τη λήθη και θα θυμάσαι.
Μα εγώ μάνα νιώθω ανίκανη μπροστά σε αυτό. Θέλω να σταματήσω το αύριο, που θα είναι τα πράγματα πιο άσχημα. Δε θέλω μάνα να » χαθείς».
Πόσο θέλω να σε κάνω και εγώ καλά, όπως μ’ έκανες κι εσύ κάποτε… Μα δεν μπορώ μάνα, δε μπορώ.
Να προσεύχομαι μου είπαν κι αν είμαστε τυχεροί κάποιες στιγμές θα «επιστρέφεις.» Από που ρε μάνα; Ποια λήθη σε πήρε μακρυά μου;

Κάθε μέρα θα σου μιλώ. Θα σου λέω τις ιστορίες μας. Να ήταν μακάρι αυτό το γιατρικό που χρειάζεσαι…
Φοβάμαι μάνα. Μη με ξεχνάς μάνα. Η αγάπη, λένε, γιατρεύει, η δική μου γιατί δεν σε κάνει καλά;
Περπατάω αργά και μπαίνω στο δωμάτιο. Γυρίζεις το κεφάλι σου και με κοιτάς. Χαμογελάς κι εμένα η καρδιά μου πάει να σπάσει…
«Γεια σου κορίτσι μου, έλα πέρασε, θέλω παρέα. Η κόρη μου δεν έρχεται πια, μάλλον με ξέχασε»…

 

Πηγή

Advertisements