ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 4ο

Παρασκευή 23 Μαΐου.
Ίσως από τις τελευταίες στιγμές της Ιστορίας. Η οποία όμως όφειλε να την καταχωρήσει. Έστω κι αν δεν υπήρχε λογική εξήγηση. Άλλωστε, πόσες στιγμές της Ιστορίας είχαν λογική εξήγηση;

Η εφημερίδα ήταν στο πόδι. Όλοι είχαν συγκεντρωθεί στη μεγάλη αίθουσα. Το ένα λάπτοπ ήταν σε σύνδεση με το διαστημικό κέντρο, το άλλο με το CNN, το παράλλο με QQR. Υπήρχε μια ελπίδα ότι κάτι θα γινόταν, ότι η Δευτέρα Παρουσία, αν ήταν αλήθεια, θα σήμαινε ανάσταση νεκρών και όχι αφανισμό ζωντανών.

Ο πύραυλος πλησίαζε τον αστεροειδή με στόχο το κέντρο του. Οι κάμερες δεν λειτουργούσαν πια και το μόνο ίχνος ήταν μια απεικόνιση από κάποιον υπερ-υπολογιστή, που απλά θύμιζε διαστημικό παιχνίδι. Γι αυτό και όταν ο πύραυλος σταμάτησε ξαφνικά και παράλογα, δέκα δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση, δεν υπήρξαν αντιδράσεις για αρκετές στιγμές. 
Τα χλωμιασμένα πρόσωπα των ατόμων του διαστημικού κέντρου όμως, τα είπαν όλα. Χωρίς ουδεμία λογική εξήγηση, ο πύραυλος είχε κάνει σούζα. Για πάντα. Κανένας επιστήμονας δεν μπορούσε να εξηγήσει τι έγινε. Όχι, αυτό δεν ήταν φυσικό φαινόμενο. Ήταν αλήθεια. Ο αστεροειδής ερχόταν ολοταχώς πάνω στη Γη και ο ανθρώπινος πολιτισμός ήταν ανήμπορος να τον αντιμετωπίσει.

«Ατμίκοοοοο!!! Έλα  εδώ γρήγορα!!! Τσακίσου!!! (ωχ… συγγνώμη Θεέ μου)»
Τσακίστηκε. Η φάτσα του διευθυντή ήταν κατακόκκινη. Η γραβάτα είχε χαλαρώσει.
«Άντε μπράβο… θα πάρεις συνέντευξη από τον Μεγάλο. Ξεκινάς αμέσως, έχεις τρία λεπτά καιρό.»
«Μα… συνέντευξη από τον κύριο Πρωθυπουργό ΕΓΩ; Είμαι νέος δημοσιογράφος και…»
«Ποιον πρωθυπουργό μωρέ, ποιος τους χέζει αυτούς τέτοια ώρα; (ώχ, συγγνώμη Θεέ μου). Με τον Αρχιεπίσκοπο θα μιλήσεις. Σε περιμένει σε δέκα λεπτά και θα σου διαθέσει άλλα δέκα. Έφυγες λέμεεεεε…»

Αν του έλεγαν ότι η Τασούλα θα του ζητούσε να έρθει μαζί του για να φιλήσει το χέρι του Αρχιεπίσκοπου και να ζητήσει συγχώρεση, θα σκεφτόταν ότι όλα δουλεύουν για χάρη του.
Άφησε την ατμοπίπα στο γραφείο και προτίμησε τον Hulk, την μπαταριοθήκη θηρίο που δεν σε εγκαταλείπει πριν περάσει μια βδομάδα και ήταν ιδανική για γρήγορη οδήγηση μέσα στην πόλη με μηχανή και με θηλυκό από πίσω.

Προσγειώθηκε απότομα όταν είδε τον Αρχιεπίσκοπο. Έναν σεμνό και ταπεινό γέροντα που δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή. Δεν τους είπε κάτι νέο. Το σημερινό ήταν αληθινό Θαύμα. Ο πύραυλος σταμάτησε, λες και πάγωσε ο χρόνος γύρω του. Και μόνο ένας Θεός μπορεί να το κάνει αυτό.
Είχε την ελπίδα ότι ο Δημιουργός θα φαινόταν σπλαχνικός και δεν θα θανάτωνε τους ανθρώπους. Δεν ήξερε ποια ήταν μεγαλύτερη αγωνία, αυτή του θανάτου ή αυτή της κρίσης;
Ήλπιζε σε νέο Θαύμα με τον αστεροειδή, έστω και την τελευταία στιγμή.
«Παιδιά μου… φοβάμαι…» ψιθύρισε, καθώς η γονατισμένη Τασούλε του φιλούσε, δακρυσμένη και γονατιστή, το χέρι, με μια έκφραση που σίγουρα δεν θα την ξεχνούσε ποτέ.

Επιτέλους. Ο Καρδινάλιος έμεινε μόνος. Κοίταξε τα χέρια του… έτρεμαν. 
Τα έβαλε πίσω από την πλάτη και βημάτισε σκεπτικός διασχίζοντας διαγώνια την τεράστια Σάλα.
Ώστε ήταν αλήθεια. Ναι, δεν χωρούσε αμφιβολία. Ερχόταν η Δευτέρα Παρουσία. Και ήταν μπροστά του. Άλλωστε, αυτό δίδασκε κάθε Κυριακή. Σε αυτό έπρεπε να ελπίζουν οι άνθρωποι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ζωής του ολόκληρης.
Έκανε μια προσπάθεια να στρέψει τη ματιά του στον ουρανό. Ντράπηκε στα μισά. Έπιασε μια κόλα χαρτί και τον επίσημο κονδυλοφόρο. Έγραψε την Εξομολόγησή του. Αν τη διάβαζε κάποιος δικαστής, σίγουρα θα τον έχωνε μέσα για πάντα.
Αναρωτήθηκε αν πίστεψε ποτέ… ξετύλιξε το χοντρό σκοινί της μεγάλης χρυσής κουρτίνας. Δεν θα άντεχε την αλήθεια. Καλύτερα με τους άλλους, τους νεκρούς.
Το άλλο πρωί, έπρεπε να εκλεγεί νέος Καρδινάλιος. Άμεσα.

Ο Ιμάμης Σαμπραχμανί σκεφτόταν… ώστε, ήταν αλήθεια τελικά; Είχαν δίκιο οι άπιστοι; Αλλά, για μια στιγμή… και η δική του θρησκεία την αγάπη είχε πρωτάξει. Γιατί την έκαναν σημαία οι άλλοι.
Αυτό είπε και στους πιστούς του.
Όλα είναι μια απάτη της Δύσης. Αλλά, ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που θα έβγαιναν αληθινά, ο δικός τους Μεσσίας είναι αυτός που έρχεται. Του Ισλάμ.
Αναστέναξε…

clock in motion - hypnotism

 

Γερμανία 1350 μ.Χ

Ο μοναχός Ματίας κοίταζε σκεφτικός έξω από το παράθυρο.
Ο καιρός αγρίευε, ήδη χιόνιζε και ήταν ζήτημα μερικών ωρών το μοναστήρι του
«Τάγματος της ιερής λάμψης «, να σκεπαστεί από το κατάλευκο χειμερινό πέπλο.

Δεν ήταν όμως το κρύο και οι καιρικές συνθήκες που απασχολούσαν τον καλόγερο.

Κρατούσε μόνος του εδώ και χρόνια τούτο τον χώρο και είχε προβλέψει για όλες τις εποχές.
Έκοβε ξύλα για τον βαρύ χειμώνα, συντηρούσε μερικά οικόσιτα ζώα για τις ανάγκες του και ένα μικρό κηπάριο
που του απέδιδε κάποια λαχανικά μετά την άνοιξη. Κάποιες φορές περαστικοί, πλανόδιοι γυρολόγοι, τον προμήθευαν
με χρήσιμα προϊόντα με αντάλλαγμα την φιλοξενία τους και ολονύχτιες  πνευματικές συζητήσεις δίπλα από το τζάκι.
Σπανιότερα κατέβαινε στο Μάινελχαστ, το κοντινότερο στην μονή χωριό, περίπου μία ώρα περπάτημα. Για την Ερφούρτη,
πρωτεύουσα του κρατιδίου της Θουριγγίας ούτε λόγος, καθώς ήταν πολύ μακριά για τα γέρικα πόδια του.
Ακόμα και αν μπορούσε όμως δεν θα επέλεγε να πάει εκεί. Κρατούσε αποστάσεις από τον κόσμο όσο μπορούσε και τέτοιες πόλεις ήταν πολυπληθείς, περιφραγμένες με τείχη και πλήρης έλλειψη υγιεινών συνθηκών.  Τον φόβιζε η πανούκλα που έφτασε από την Ασία στα νότια παράλια της ηπείρου και εξαπλωνόταν σιγά-σιγά  στην χώρα του αλλά και βορειότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Προσευχόταν με όλη την δύναμη της ψυχής του για τούτο το κακό αλλά ο Θεός είχε αποστρέψει το βλέμμα του από τους ανθρώπους. Αντιμετώπιζαν πλέον την οργή του και δικαιολογημένα. Ο επίσημος Κλήρος ανά την Ευρώπη, οι αντιπρόσωποι του στην γη, με πρόσχημα τον λόγο του, εφάρμοσαν την Ιερά Εξέταση για να καταπνίξουν κάθε ελεύθερη φωνή, κάθε μορφή διαφορετικότητας και έκφρασης. Έπνιξαν στο αίμα τον λαό, με τον φόβο ότι εναντιώθηκε στα βδελυρά  τους συμφέροντα,  αυτοί οι ακριβοθώρητοι ιερείς με τα χρυσοποίκιλτα άμφια  που δεν δίσταζαν να σταυρώνουν καθημερινά τον Θεάνθρωπο, στο όνομα του.

Η τιμωρία για τον θάνατο ήταν ο Μαύρος Θάνατος.

Αλλά και η γη, άρχισε ξαφνικά να μην αποδίδει.
Με την αδιάκοπη εκμετάλλευση της  και  ταυτόχρονα την  απουσία νέων καλλιεργητικών μεθόδων καθώς και την αραίωση του αγροτικού πληθυσμού  που μετανάστευε κατά κύματα στα μεγάλα αστικά κέντρα για ένα καλύτερο αύριο, η στέρφα γη ανίκανη υποδέχθηκε τον λιμό.

Η τιμωρία για την σκέψη που ξεκινά από το στομάχι ήταν ο λιμός.

Σκεφτόμενος αυτά ο μοναχός Ματίας, την ανθρώπινη ανυπαρξία στο όνειρο και την ελπίδα κατευθύνθηκε στην δρύινη τραπεζαρία. Ένα λιτό γεύμα θα συνόδευε τις σκέψεις του για τα επόμενα λεπτά όταν άκουσε καλπασμό από άλογα. Το γεύμα έγινε παρελθόν και κατευθύνθηκε ξανά στο παράθυρο. Μια ομάδα περίπου δέκα έφιππων έμπαινε στο προαύλιο χώρο του μοναστηριού με εμφανή τα διακριτικά τους στις στολές τους.  Ήταν ιππότες από το «Τάγμα της αέναης αναζήτησης της αλήθειας» και το Άγιο Δισκοπότηρο κοσμούσε τα λάβαρα τους.

Ανήσυχος ο καλόγερος κατέβηκε να τους υποδεχτεί.

 

ΗΡΟΝΟ4Β

 

 

Οι ναοί κάθε θρησκείας είχαν γεμίσει από πιστούς που έσπευδαν να εξομολογηθούν.
Οι αυτοκτονίες γίνονταν πια σχεδόν κάθε λεπτό.
Υπουργοί κυβερνήσεων σε κάθε γωνιά του πλανήτη υπέβαλαν παραιτήσεις, χωρίς κάποιος να ξέρει το γιατί.
Νέος Καρδινάλιος ο Πίος ο Ωμέγα. Με χέρια που έτρεμαν έκλαιγε και προσευχόταν.
Πολλές επαναστάσεις σε χώρες της Αφρικής. Πολλές φυλές έβλεπαν χαλάρωση στα μέτρα εποπτείας και ξεκίνησαν αγώνα ανεξαρτησίας, μη ξέροντας τι συνέβη.
Ο άθεος φιλόσοφος Γιόχαν Πάουντερ μιλούσε στα μίντια, προβάλλοντας την άποψή του ότι οι αισθήσεις δεν μας δίνουν τη σωστή αντανάκλαση της πραγματικότητας και ότι η αλήθεια που κρύβεται έξω είναι εντελώς διαφορετική.
Ο πολυεκατομμυριούχος Σαλβαντόρ Ζίζνιτς ανέβηκε στην ταράτσα-ελικοδρόμιο του ιδιόκτητου ουρανοξύστη του, στη Νέα Υόρκη και πετούσε χαρτονομίσματα στο πλήθος που ήταν μαζεμένο από κάτω. Ελάχιστοι έσκυβαν για να τα μαζέψουν.
Κι άλλοι, πολλοί, σε όλο τον κόσμο, είχαν ανέβει σε ταράτσες. Έσκιζαν τα ρούχα τους και ούρλιαζαν.
Στην Ελλάδα, όλοι σχεδόν είχαν καταφύγει στα χωριά τους και έσκαβαν υπόγεια καταφύγια, μήπως και σωθούν.

Ο Μίκος Ατμίκος στο καθήκον. Σε νέα αποστολή.
Ο Ρούλης Παπαναγιώτου ήταν ανεβασμένος σε μια ταράτσα, αλλά για πιο πρωτότυπο λόγο.
Ήταν ένα δεκαεφτάχρονο παιδί, που έδινε πανελλήνιες.
«Γιατί Θεέ μου τώρα; Γιατί; Σε όλη μου τη ζωή διάβαζα και περίμενα την Τρίτη, να δώσω Μαθηματικά. Να πάρουν μια ανταμοιβή οι κόποι των γονιών μου και οι δικοί μου. Κι Εσύ, βρήκες να έρθεις τώρα; Κάνε ένα κόπο… ξανασκέψου το μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα και έρχεσαι μετά…»

Ο Μίκος Ατμίκος μαγνητοφώνησε δυο λόγια από το παιδί. Κατόπιν, πήγε στο σχολείο του, όπου οι συμμαθητές του έκαναν κατάληψη για να τον υπερασπιστούν. Ελάχιστοι έδωσαν σημασία. Κάποιοι περαστικοί προσπαθούσαν να τους εξηγήσουν ότι, αυτή ειδικά η κατάληψη, δεν είχε νόημα.
Ο Μίκος Ατμίκος πήρε μερικές πληροφορίες από τα παιδιά και τους περαστικούς και γύρισε στο γραφείο. Έγραψε για το συμβάν χωρίς να είναι συγκεντρωμένος, κάτι που σίγουρα δεν θα διάβαζε κανείς.

Η νύχτα της 23 Μάη έπεσε. Όλοι σχεδόν την πέρασαν στις εκκλησίες με ψαλμούς, προσευχές, αγκαλιές και συγχωρόντας ο ένας τον άλλο.

Ήρθε το πρωί του Σαββάτου. Οι ώρες περνούσαν απίστευτα γοργά…
Ώσπου, τότε, γύρω στις έντεκα, ο αστεροειδής έσκασε από μόνος του…
…σε ακριβώς 24.000 κομμάτια ίδιου μεγέθους. 
Τα κομμάτια χωρίστηκαν σε 24 ομάδες των χιλίων.
Κάθε ομάδα παρατάχθηκε σε έναν μεσημβρινό, ώστε το ένα κομμάτι από το άλλο να απέχει 20 χιλιόμετρα. Κανείς στον κόσμο δεν υπήρχε που να μην βλέπει κάποιο.
Κάθε κομμάτι στροβιλιζόταν, μέχρι που έσκαγε ακριβώς το μεσημέρι του τόπου στον οποίο βρισκόταν.

Η υπόσχεση για το θέαμα εκπληρώθηκε…

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Advertisements