Ο Οβίδιος κι εγώ

Όταν τον πρωτοβλέπεις, δεν τον πιάνει το μάτι σου.

Νεαρός αλλοδαπός που κάθεται στα φανάρια για να σου καθαρίσει τα τζάμια για λίγα κέρματα. Λιτά ντυμένος, φτωχικά και αρκετά λεπτός. Περνώντας συχνά από το «πόστο του», την πρώτη φορά, όταν προσφέρθηκε να μου καθαρίσει τα τζάμια αρνήθηκα περιμένοντας την κλασική αντίδραση να επιμείνει και ίσως και να προσπαθήσει να τα καθαρίσει χωρίς την συγκατάθεση μου. Με έκπληξη είδα πως μετά την πρώτη μου άρνηση ,ευγενικά  μου ζήτησε συγνώμη και έφυγε βιαστικά..

Ένιωσα πως ένιωσε άσχημα, άβολα μέσα στην αξιοπρέπεια του. Δεν το κρύβω, ένιωσα επίσης άσχημα και μια ελαφρά απέχθεια για την πάρτη μου.

Από τότε πέρασε καιρός και γνώρισα τον Οβίδιο. Είναι από την Ρουμανία και τα βολεύει όπως μπορεί στην Ελλάδα. Μου μιλά με υπερηφάνεια για την χώρα του και τις μεγάλες εκκλησίες που έχει. Μου κάνει πρόβλεψη του καιρού στα λίγα δευτερόλεπτα που διαρκεί το κόκκινο στο φανάρι και ενίοτε αναλύει την οικονομική κρίση που κι ο ίδιος βιώνει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο. Πήγε το Πάσχα στην πατρίδα του και γυρνώντας κουβάλησε το πιο πλατύ του χαμόγελο. Το χαμόγελο που συνόδεψε η ευχή της μάνας του να γυρίσει ξανά στην πατρίδα τους, μόνιμα ετούτη την φορά, κοντά της.

Δεν ξεχνάς να με ευχαριστείς καλέ μου φίλε και προσφέρεσαι δωρεάν να μου καθαρίσεις το παρμπριζ.

Εγώ πως να σε ευχαριστήσω που μου φτιάχνεις κάθε φορά την ημέρα;
Που μου καθαρίζεις μέρα με την μέρα λίγο-λίγο την ψυχή μου;

Σ ευχαριστώ πολύ για την φιλία σου Οβίδιε.

Τιμή μου.

 

Advertisements