ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 6ο

 

Η φωτεινή σφαίρα είπε: «Ξεκινά η δική μου βασιλεία. Από εδώ και πέρα, θα φτιάχνετε όλο και περισσότερο, όλο και καλύτερο… πλαστικό. Θα μπει στη ζωή όλων σας. Θα το παράγετε και θα το καταναλώνετε. Όσο περισσότερο μπορείτε. Όσο περισσότερο, τόσο καλύτερα. Δεν έχει σημασία αν με λέτε Χριστό ή κάτι άλλο. Δεν θα αναστηθούν ακόμα οι νεκροί, μέχρι να στρώσει η κατάσταση της ζωής σας. Αν δεν υπακούσετε, θα νοιώσετε την τρομερή οργή μου, την οργή του Θεού. Να τιμωρήσετε όσους από τους ηγέτες σας έφταιξαν. Να ζήσετε δίκαια και ειρηνικά. Να δουλεύετε και να έχετε το μυαλό σας στο πλαστικό. Είστε τυχεροί που εσείς θα συνεχίσετε να ζείτε. Και μην ξεχάσετε ποτέ… ΓΝΩΡΙΖΩ τις σκέψεις σας.»

Η φωτεινή σφαίρα σταμάτησε να μιλά. Το φως της έγινε πιο μελαγχολικό και γλυκό. Ίσως έκανε και μια ανεπαίσθητη ταλάντωση, που κάποιος θα μπορούσε να διακρίνει αν παρατηρούσε προσεκτικά.
Ο Καρδινάλιος, με γουρλωμένα μάτια και με κορμί που έτρεμε ολόκληρο, πήγε κάτω από την αιωρούμενη σφαίρα και γονάτισε.

Ο Μίκος Ατμίκος σκέφτηκε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά προσπάθησε να το διώξει από το μυαλό του. «Παρακολουθείται…», σκέφτηκε.

Οι εξελίξεις σε όλη τη Γη ήταν ραγδαίες. Πρώτα στις μικρές χώρες. Οι ηγέτες παραδόθηκαν στον αγριεμένο λαό, ωστόσο δεν θανατώθηκαν, όπως θα περίμενε κανείς. Ο φόβος νίκησε την οργή. Ομολόγησαν τα εγκλήματά τους και κλείστηκαν απλά στη φυλακή.
Ακολούθησαν οι κάπως μεγαλύτερες χώρες.
Στις υπερδυνάμεις, τίποτα δεν άλλαξε.
Στην Ελλάδα, οι πολιτικοί παραδέχθηκαν τα παραπτώματά τους και έγιναν εκλογές με νέα κόμματα και νέους, άφθαρτους ανθρώπους. Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά τι θέλει, καθώς όλοι προσπαθούσαν να εναρμονιστούν με τη νέα οικονομία του πλαστικού.

Η σφαίρα συνέχισε να μένει μετέωρη στην ίδια θέση, αλλάζοντας περιοδικά διάφορες αποχρώσεις του λευκού. Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή μιλούσε για πέντε περίπου λεπτά, επαναλαμβάνοντας περίπου τα ίδια.

Οι κλοπές, οι ληστείες και οι φόνοι σχεδόν εξαφανίστηκαν. Όταν κάποιοι έκαναν παράβαση, εξαφανίζονταν. Κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει για την τύχη τους.

Νέα προϊόντα, πλαστικά, κυκλοφόρησαν. Έπιπλα, εργαλεία, μπογιές, ταπετσαρίες.
Οι σχεδιαστές άλλαξαν στυλ σε μόδα και διακόσμηση.

Σε γενικές γραμμές, όλα κυλούσαν ομαλά και ήρεμα. Ο καθένας έψαχνε για μια εργασία που να ήταν κατάλληλη για τη νέα προοπτική.

hrono6c

 

Γερμανία 1350 μ.Χ

Ο μοναχός Ματίας από την κεφαλή του δρύινου τραπεζιού, κοίταζε με έντονο τρόπο τους άντρες του «Τάγματος της αέναης αναζήτησης της αλήθειας» και το βλέμμα του επικεντρώθηκε στον Αλεξάντερ. Η απάντηση του ηγήτορα των ιπποτών θα καθόριζε τα επόμενα λόγια του καλόγηρου και το μέγεθος της συνδρομής του στην αναζήτηση και επίλυση σε τούτο το αρχέγονο μυστικό από την αρχή της ανθρωπότητας.

Ο Αλεξάντερ ένιωσε στους ώμους του την βαριά σιωπή που σκέπασε την τραπεζαρία του μοναστηριού και την επιτακτική ανάγκη να απαντήσει σε τούτο τον περίεργο καλόγερο που έφερε στον δρόμο του η αναζήτηση του για το χαμένο Άγιο Δισκοπότηρο.

  • Πατέρα Ματίας, ομολογώ ότι με εξέπληξαν τα λόγια σου. Είσαι άνθρωπος του Κλήρου και του Θεού και θα περίμενα οι απορίες που εξέφρασες για την δράση του τάγματος μας να είχαν απαληφθεί  εν τη γενέσει τους. Ας θέσω τις αρχές μας ξεκάθαρα λοιπόν και να ζητήσω ταπεινά την συγχώρεση σου εάν δεν το έκανα εξ αρχής. Είμαστε στρατιώτες της πίστης, Άγιε Ηγούμενε και υπό την σκέπη της Εκκλησίας μας, αγωνιζόμαστε να φέρουμε τον λόγο και την χάρη του Θεού στον εξαθλιωμένο λαό μας. Ενός λαού που αμαρτάνει καθημερινά και υποπίπτει στις βλάσφημες και κολάσιμες ορέξεις του, παραπλανημένος από τις μάγισσες και τους ταγούς του κακού. Ενός λαού που αψηφά την Ιερά Εξέταση και πλέει στους ωκεανούς της δίχως όρια ανομίας και επίγειας ματαιότητας που, πολύ φοβάμαι, με την πρώτη ευκαιρία θα συνταχθεί με τον εξ ανατολάς εχθρό. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι και η πανούκλα, ο μαύρος θάνατος, η θεόσταλτη τιμωρία στους αμαρτωλούς και εξαπατημένους ανθρώπους.
    Χρειαζόμαστε λοιπόν το ιερό σκεύος, σεβαστέ μου Ηγούμενε, ώστε να μας βοηθήσει με την δυναμή του, να παλέψουμε και να κατατροπώσουμε τούτα τα δαιμόνια, τα θηρία της Αποκάλυψης και εκλιπαρώ ακόμη μια φορά, στην βοήθεια σου σε αυτόν τον ιερό αγώνα που διεξάγουμε.

Ο Αλεξάντερ έμεινε να κοιτάζει στο κενό μετά τα τελευταία του λόγια.
Δυο φωτιές σιγόκαιγαν στα μάτια του και η ένταση των λεγόμενων του είχαν σκληρύνει το άτριχο πρόσωπο του.
Ένα πρόσωπο όμως, που δεν είχε να διηγηθεί ιστορίες μέσα από βαθιές ρυτίδες.
Δυο μάτια που δεν κατείχαν την εμπειρία του ταξιδευτή μέσα στον χρόνο.
Απλά, ένα ακόμα παιδικό πρόσωπο, που αντρώθηκε όχι μέσα από αγώνες αλλά από πανάκριβες στολές και
βαρύγδουπα λάβαρα.

Ο καλόγερος έδινε την δική του μάχη. Αγωνιζόταν να συγκρατήσει μέσα του όσα πραγματικά σκεφτόταν και να μοιραστεί με την ομάδα τωναντρών που τον περιέβαλαν, λόγια που θα ήθελαν να ακούσουν και τουλάχιστον δεν θα του δημιουργούσαν επιπλέον προβλήματα.

  • Αγαπητέ αδερφέ μου, βεβαίως και γνωρίζω, από τις κατά καιρούς ελάχιστες επαφές μου με τον υπόλοιπο κόσμο, το θεάρεστο έργο σας που  τόσο πολύ βοηθά τον Κλήρο μας στην καθημερινή του πάλη με τις δυνάμεις του κακού. Συγχώρεσε μου τις αρχικές μου επιφυλάξεις αλλά οι καιροί μας είναι πονηροί και πολύ δύσκολα εμπιστεύομαι άγνωστους ανθρώπους αλλά και η καθημερινή μου μοναχική και ασκητική ζωή σε τούτο
    τον τόπο δεν επιτρέπει την πλήρη ενημέρωση μου.
    Εν προκειμένω, οι γνώσεις μου περιορίζονται σε λίγα ιστορικά στοιχεία που είχα την τύχη να μάθω από πραματευτές που φιλοξένησα στο μοναστήρι.
    Σύμφωνα με αυτούς και πάσα επιφύλαξη, το 102 μ.χ στη Ρώμη και πολύ πριν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκλήθη το 325μ.χ στη Νίκαια της Βιθυνίας, μια ομάδα πιστών με αρχηγό τους τον Συμεών επίσκοπο Ιερουσαλήμ, φυγάδευσαν, με την βοήθεια ενός ξακουστού εμπόρου, του Τιμόθεου, μια γυναίκα με το όνομα Φλάβια με προορισμό την Νότια Γαλατία. Αυτή λοιπόν η γυναίκα λέγετε ότι μετέφερε το Αγιο Δισκοπότηρο κρυμμένο στα υπόλοιπα
    προϊόντα και υποδυόμενη την σύζυγο του εμπόρου που τα μετέφερε.
    Εκείνο τον καιρό είχε αρχίσει ο 3ος μεγάλος Ρωμαϊκός αυτοκρατορικός διωγμός από τον Τραϊανό
    στον οποίο και μαρτύρησε μερικά χρόνια μετά ο επίσκοπος Συμεών, και μόνο υπό την σκέπη της Ρώμης θα μπορούσε να μετακινηθεί και να κρυφτεί σε τόπο απάτητο από Ρωμαίους στρατιώτες, το ιερό σκεύος. Η Φλάβια φιλοξενήθηκε από το μοναστήρι των Ασέγων μοναχών όπου και εμπιστεύθηκε το Αγιο Δισκοπότηρο.
    Τα ίχνη της Φλάβιας και του μοναστηριού χάνονται όταν κατά το 110 μ.χ καίγεται ολόκληρη η Γαλατία από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
    Αυτά είναι όλα όσα γνωρίζω αγαπητοί μου αδερφοί και πιστεύω να σας βοηθήσουν στην αναζήτηση σας.

Ο καλόγερος σκούπισε το ιδρωμένο του πρόσωπο ενώ μια κούπα με νερό δρόσισε το στόμα του.
Το μυαλό του ούρλιαζε την αλήθεια αλλά το στόμα του σιωπούσε.
Όχι, αυτοί που είχε μπροστά του, δεν ήταν άξιοι κοινωνοί της αλήθειας.
Της μόνης αλήθειας στα βάθη του χρόνου.
Η αλήθεια του χρόνου.

 

hrono6b

 

Ο Μίκος Ατμίκος είχε πάει τη μηχανή για σέρβις κι έτσι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το μετρό.
Κόσμος πολύς, χαμογελαστός. Αναρωτήθηκε αν το χαμόγελο ήταν αληθινό, ή αν ο φόβος φυλούσε τα έρμα. Ήταν μια από τις πολλές «αμαρτωλές» σκέψεις που του περνούσαν από το μυαλό τις τελευταίες μέρες. Παραδόξως, δεν είχαν κάποια επίπτωση πάνω του.

Γύρισε απότομα το κεφάλι, για να σκορπιστούν οι σκέψεις.
Το μετρό σταμάτησε σε μια στάση. Ένα ζευγαράκι μπήκε στο όχημα. Από τα λόγια τους κατάλαβε ότι έδιναν εξετάσεις.
«Περίεργο…» είπε ο νεαρός, «… ενώ τα έλυσα όλα μια χαρά και πολύ γρήγορα στο πρόχειρο, δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα και δεν πρόλαβα να τα καθαρογράψω. Λες και ο χρόνος κάλπαζε…»
«Εγώ πάλι…» πήρε το λόγο η κοπέλα, «… τελείωσα πολύ γρήγορα και έπερεπε να περιμένω. Λες και δεν περνούσε η ώρα σήμερα… και με τόση ζέστη… έσκασα…»

Επόμενη στάση. Μια γυναίκα γύρω στα 50 μπήκε στο τρένο. Από τα ρούχα της ήταν φανερό ότι καθάριζε κτίρια. Επτά επιβάτες σηκώθηκαν και της παραχώρησαν τη θέση τους. Διάλεξε την πιο κοντινή της, ευχαρίστησε και έκατσε.
«Ουφ… ατέλειωτη η δουλειά σήμερα… και καθάρισα… και μάζεψα τα πλαστικά για να πάνε για επεξεργασία… και πάλι δεν περνούσε η ώρα… δεν μπορώ να καταλάβω…», αναστέναξε.

Ο Μίκος ξαναγύρισε απότομα το κεφάλι. Πλησίαζε η στάση του. Με αργές κινήσεις προχώρησε προς την πόρτα. Προσπαθούσε να θυμηθεί τι γύρευε στο μετρό μεσημεριάτικα…

Α, ναι… ο διευθυντής τον άφησε να φύγει, γιατί είχε τελειώσει πολύ νωρίς τη δουλειά του. Και πρόλαβε να πάρει τηλεφωνική συνέντευξη από έναν ιχθυοτρόφο και έγραψε ένα ρεπορτάζ για την νέα πλαστική τροφή των ιχθυοτροφείων και τις μηδενικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία από την κατανάλωση των ψαριών που την τρώνε.
Και άκουσε υπομονετικά μια ωριαία διάλεξη του διευθυντή για την κατάργηση του χαρτιού στην εφημερίδα και την αντικατάστασή του από ένα νέο πλαστικό που θα είναι φθηνότερο και θα μπορεί μετά να αξιοποιηθεί και διαφορετικά.

Κατέβηκε. Τα μάτια του ενοχλήθηκαν από τον έντονο ήλιο. Προχώρησε προς το σπίτι ανεβαίνοντας αργά το δρόμο…

«Μίκο… Μίκο!!! Αδελφέ μου, με σώζεις…»
Ήταν ο Μίλτος Παλληκαρίδης, συνάδελφος στην εφημερίδα.
«Σε παρακαλώ…» του είπε, «… με πήραν από το νοσοκομείο… ο πατέρας μου… έπαθε έμφραγμα. Πρέπει να πάρω συνέντευξη από τον διάσημο επιστήμονα, τον κ. Χρόνη Χρονόπουλο. Ήρθε στην Ελλάδα μόνο για δυο μέρες και μένει εδώ δίπλα, δες…»

Του έδειξε το σπίτι, προφανώς πατρικό του επιστήμονα, αν έκρινε κανείς από την παλαιότητα του κτιρίου. Κούνησε το κεφάλι σε μια βαριεστημένη κατάφαση.
«Μην ανησυχείς, θα σε καλύψω» του είπε.
«Σε ευχαριστώ αδελφέ. Είσαι μεγάλος!!! Αν γίνεται, μην αναφέρεις για την κοπάνα. Στείλε το ρεπορτάζ με τον κωδικό του μέιλ μου, νάτος, αυτός είναι…»

Αφού ευχήθηκαν, χωρίστηκαν.
Σε ελάχιστα λεπτά βρέθηκε στο σπίτι του Χρονόπουλου.
Μια αρκετά ηλικιωμένη γυναίκα του πρόσφερε τον καλύτερο μάλλον καφέ της ζωής του.
Και με καϊμάκι και με φουσκάλες.
Περιεργάστηκε το πορσελάνινο φλυτζάνι και τις φιγούρες του. Είχε κάμποσο καιρό να δει κάτι τέτοιο. Μόνο σε πλαστικά μπορούσε να πιει πλέον.

Ο καθηγητής ήταν κλασικός ελληνοαμερικάνος. Με τη γνωστή προφορά και τις συνήθεις εμβόλιμες αμερικάνικες λέξεις ανάμεσα στα αραιά και που ξεσκονισμένα ελληνικά του.
«Κύριε Χρονόπουλε, ασχολείστε… ασχολείστε με…»
Διάολε, ούτε που πρόλαβε να ρωτήσει τον Μίλτο τι ήταν αυτός…
«Με τον χρόνο», χαμογέλασε ο καθηγητής. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε αμέσως, όταν κουδούνισε το κινητό του επιστήμονα. Αφού έκανε ένα νεύμα που σήμαινε «επιστρέφω αμέσως», βγήκε από το δωμάτιο.

Ο Ατμίκος έμεινε μόνος για λίγο.
Περιεργάστηκε το χώρο, αρχικά. Μετά, η ματιά του έπεσε στο λάπτοπ του καθηγητή. Το γύρισε προς τη μεριά του για να βλέπει καλύτερα. Η οθόνη έδειχνε ένα βίντεο. Η εικόνα είχε παγώσει. Έδειχνε τη σφαίρα-θεό… δευτερόλεπτα πριν την εξαφάνιση του Ινδιάνου Μάγου.
Ο Μίκος πάτησε το play. Το βίντεο δεν προχωρούσε κανονικά, αλλά καρέ-καρέ.
Θα ορκιζόταν ότι ο Μάγος εξαφανίστηκε πριν το χέρι ξεφυτρώσει από τη σφαίρα…

Συνεχίζεται..

Advertisements