ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 9ο

 

Καλοκαίρι ήταν κι αργούσε να πέσει η νύχτα. 6 το απόγευμα στον εθνικό κήπο θα ήταν μια χαρά, εκτός αν ο Ήλιος βαρούσε κατακούτελα και ζεμάταγε.

Τώρα όμως, ήταν πρωί.
Ο Μϊκος Ατμίκος προσπαθούσε, για μια φορά ακόμα, να βάλει σε τάξη ιδέες, αναμνήσεις, εντυπώσεις, κρίσεις. Ήταν δύσκολο… κι έπρεπε να γράψει ένα άρθρο, άσχετο με όλα αυτά. Κοίταξε το ρολόι…ήταν 8:10. Ξεκίνησε το γράψιμο του άρθρου. Όταν ζαλίστηκε, θεώρησε ότι ήταν ευκαιρία για τον δεύτερο καφέ της ημέρας και για μερικές ατμο-τζούρες. Καθώς σηκώθηκε, κινώντας για το κυλικείο, έριξε μια κλεφτή ματιά στο τεράστιο ρολόι που κρεμόταν σε έναν από τους τοίχους των γραφείων της εφημερίδας. Έδειχνε 8:21. Κι όμως, ήταν σίγουρος πως έγραφε για μια ώρα τουλάχιστον… χώρια το ψάξιμο που έκανε για να βρει φωτογραφίες για το άσχετο άρθρο. Χώρια οι στιγμές που χάζευε την Τασούλα που πηγαινοερχόταν, με γόβες-ουρανοξύστες («πλατφόρμες», τις είχε πει εκείνη, αλλά σκάλες αεροπλάνου του θύμιζαν.)

Ε, δεν ήταν κι ευκολοχώνευτα όλα αυτά.
Γεννιέσαι, προσπαθείς, σαν βρέφος, να μάθεις τον κόσμο στον οποίο θα ζήσεις όσο κρατά ένα σπίρτο αναμμένο, γαλουχίζεσαι με θρησκευτικά ταμπού του στυλ «θα έρθει να μας κρίνει» και ξαφνικά το ζεις!!! Κι όμως, συνεχίζεις κανονικά τη ζωή σου, σαν να μην έχει συμβεί το παραμικρό.

Από την άλλη, από τότε που έγινε η Δευτέρα Παρουσία, άλλαξαν τα πάντα…
Κανένα, σχεδόν, έγκλημα, δεν είχε γίνει σε όλο τον πλανήτη Γη. Οι λιγοστές παραβιάσεις της ηθικής τάξης αντιμετωπίζονταν αυτόματα, άγνωστο από ποιον, αλλά πάντως απόλυτα αποτελεσματικά.
Η Δευτέρα Παρουσία είχε μπει σε όλες τις ζώσες θρησκείες της Γης σαν καλοδεχούμενη.
Θεϊκή παρέμβαση ή καταπληκτικό σχέδιο; Δεν μπορούσε να ξέρει…
Το δεδομένο ήταν ότι ο κόσμος όλος έγινε καλύτερος από τη μια μέρα στην άλλη.

Δεν είδε μόνο την ώρα, με την άκρη του ματιού, καθώς σηκωνόταν…
Είδε και τις παράπλευρες «πληροφορίες» στη δεξιά στήλη της οθόνης του.
Και, σύμπτωση λες, διάβασε φευγαλέα το «Χρονόπουλος».

Προσγειώθηκε πάλι…
«ο Χρονόπουλος και η Κοκκινοσκουφίτσα», «ο Χρονόπουλος ξανά στην Ελλάδα» και άλλα παρόμοια.  Όμως, ουδεμία αναφορά στις έρευνες για το Χρόνο…
Έστειλε μέιλ στην Τασούλα… «έρευνες της Φυσικής», της ανέφερε και ξεκίνησε για τον Κήπο.
Ήταν κιόλας 5 το απόγευμα…

Δεν είναι εύκολο να βρεις σε ένα μεγάλο χώρο κάποιον που μόνο τα μάτια του θυμάσαι. Βρήκε ένα άδειο παγκάκι σε σκιά και άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Ευτυχώς, μπορούσε να παίρνει δυο φύλλα δωρεάν την εβδομάδα. Αρχικά, διάβασε τα αθλητικά, σαν γνήσιος νεοέλληνας. Όταν αυτά τελείωσαν, έριξε μια ματιά τριγύρω. Αρκετός κόσμος και παιδάκια που έπαιζαν, αλλά η Μυρτώ πουθενά.
Συνέχισε το διάβασμα, μέχρι που το σκοτάδι δεν τον άφηνε πια. Χάζεψε λίγο τις πάπιες που έσκιζαν τα ήρεμα νερά. Δίπλωσε την εφημερίδα, την έβαλε στην τσαντούλα που είχε πάντα μαζί του και ξεκίνησε για το φτωχικό του δωμάτιο.

Την άλλη μέρα, στην εφημερίδα, η μέρα άρχισε με σκοπό τη μελέτη των links που θα του έστελνε η Τασούλα. Τελικά, είχαν σχέση με την όπερα «φύση» του Τζουζέπε Βρόντι. Πουθενά έρευνες για Φυσική και φυσικά πουθενά χρόνος. Της έστειλε μήνυμα απορίας… η απάντησή της ήταν μια παράθεση όπου φανερωνόταν ξεκάθαρα το μήνυμά του, με εντολή για όπερες το καλοκαίρι στην Αθήνα.

Θα μπορούσε να εκπλαγεί, αλλά προτίμησε να τελειώσει τη χτεσινή εφημερίδα. Καθώς την ξετύλιγε, είδε, στην πρώτη σελίδα, γραμμένο με το χέρι και με κόκκινο στυλό: ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΖΩΓΡΑΦΟΥ. ΖΗΤΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡ ΑΝΤΩΝΙΟ ΓΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ. ΜΕΤΑ ΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙΣ «ΠΑΛΙΑ – ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙ Η ΜΥΡΤΩ»

hrono9a

 

Βερολίνο 1945

Βημάτιζε πάνω-κάτω στο μικρό του δωμάτιο.
Ήταν ένας στενός χώρος, χαμένος στα βάθη του καταφυγίου που τον φιλοξενούσε για τελευταία φορά.
Όλα τελείωσαν.
Το καταλάβαινε, έπρεπε να το παραδεχτεί πλέον.
Ίσιωσε βεβιασμένα την στολή του, το μικρό του μουστάκι πετάρισε νευρικά και του χάρισε μια γκριμάτσα που τον χαρακτήριζε όλα αυτά τα χρόνια.
Είχε μείνει μόνος του. Οι τελευταίοι συνεργάτες του ήταν πια νεκροί. Ακόμα και η γυναίκα που αγάπησε και μόλις την προηγούμενη ημέρα παντρεύτηκε, βρισκόταν δηλητηριασμένη σε διπλανό δωμάτιο.

Κάθισε βαριά στο ξύλινο γραφείο του. Με ένα χέρι να τρέμει ανεξέλεγκτα τοποθέτησε μπροστά του το γυάλινο φιαλίδιο.
Ένα βαθύ μπλε υγρό χρωμάτιζε την αμπούλα και ήταν υπεύθυνο για την νεκρική σιωπή που επικρατούσε στο καταφύγιο.
Δίπλα της τοποθέτησε το πιστόλι του, ένα ΡΡΚ 7,65 χιλιοστών, αφού το χάιδεψε με μια αρρωστημένη λαγνεία.

Είχε φτάσει λοιπόν η ώρα.
Χτύπησε με μανία το χέρι στο γραφείο. Ήταν εξοργισμένος.
Ένιωθε προδομένος από όλους. Με όλους όσους επέτρεψαν, αυτή την στιγμή ο εχθρός, ο κοινός τους εχθρός, να βρίσκεται προ των πυλών.

  • Ανίκανα σκουλήκια, ούρλιαξε με μια αυξανόμενη εσωτερική ένταση που θα κατέληγε ξανά σε νευρική κατάπτωση.
    Σηκώθηκε από την καρέκλα του, ανίκανος να βάλει σε κάποιο λογικό ειρμό τις σκέψεις του και βημάτισε νευρικά.
    Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει,  ούτε καν τώρα, πόσο άσχημα είχαν καταλήξει οι καταστάσεις.

Κάθισε ξανά αποκαμωμένος στο γραφείο του.
Έφερε στο μυαλό του τις μεγαλειώδεις παρελάσεις προς τιμήν του, με χιλιάδες υψωμένα χέρια να τον χαιρετούν σε παράταξη και να αναφωνούν το όνομα του.
Ένα ρίγος περηφάνιας τον διαπέρασε. Συλλογίστηκε τις ματωμένες επελάσεις του ανά την Ευρώπη και τον οίκτο που όλοι εκλιπαρούσαν από αυτόν.

Όμως, ίσως δεν χάθηκε τίποτα.
Ο σπόρος μίσους και βίας που φύτεψε και τον σκέπασε προσωρινά ο χειμώνας της δημοκρατίας, ήξερε πως θα αναπτυχθεί και θα ανθίσει στην πρώτη κρίση.
Στις δύσκολες στιγμές ενός έθνους, οποιουδήποτε έθνους, ακόμα και μετά από χρόνια, ο αγώνας του θα έπιανε τόπο.

Χαμογέλασε αυτάρεσκα.
Ήταν ο μεγάλος νικητής στο παιχνίδι του χρόνου.

Ξαφνικά μια αναλαμπή φώτισε το μυαλό του και τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
Πώς το είχε ξεχάσει;
Τινάχτηκε σαν ελατήριο από την καρέκλα του και κατευθύνθηκε με γοργά βήματα δίπλα από την ντουλάπα.
Μέριασε το αδιάφορο κάδρο που κοσμούσε τον τοίχο και έκρυβε ένα ατσάλινο χρηματοκιβώτιο.
Το άνοιξε με τον συνδυασμό που μόνο αυτός γνώριζε και έβγαλε από μέσα ένα μεταλλικό κουτί.
Ένα δερματόδετο παμπάλαιο χειρόγραφο αναπαυόταν στο εσωτερικό του.

Πως το είχε ξεχάσει αλήθεια;
Ήταν λάφυρο από την εισβολή τους στην Πολωνία το 1939 και του το είχε δώσει ο αξιωματικός του Ούρλιχ Χέρμαν.
Σε ένα από τα αναρίθμητα μοναστήρια που έκαψαν, βρέθηκε κάτω από το σώμα ενός μοναχού που προσπάθησε όπως φαίνεται να το προστατέψει ως το τέλος.

Ήξερε το περιεχόμενο του χειρογράφου αλλά το διάβαζε πάντα με την έκπληξη της πρώτης φοράς.
Όταν πίστεψε στην δύναμη του μυστικού που έκρυβε, μόλις τις τελευταίες ημέρες, ήταν πλέον πολύ αργά.

Το περιεργάστηκε στα χέρια του.
Έπρεπε να το καταστρέψει, έπρεπε η γνώση να σταματήσει σε αυτόν.
Το έκανε χαμογελώντας, αργά και σαδιστικά, με ένα μπουκάλι οξύ, σκεπτόμενος τον μάταιο αγώνα των προκατόχων του.

Όλα πλέον είχαν τελειώσει και για τον ίδιο.
Έσπασε την αμπούλα..

Το 2ο από τα δέκα αντίτυπα σε όλο τον κόσμο δεν υπήρχε πια.
Το μυστικό του χρόνου διατηρήθηκε μυστικό σε τούτα τα χέρια.
Ευτυχώς.

hrono9c

 

Μια εξομολόγηση την μετά τη Δευτέρα Παρουσία εποχή είναι ιδιαίτερη.
Ή βγάζεις πραγματικά την ψυχή σου, κάτω από το φόβο της Τιμωρίας, ή αρκείσαι στα τυπικά.
Ο Μίκος Ατμίκος προτίμησε το τελευταίο.
Έτσι, δεν πήρε πάνω από 15 λεπτά. Όταν τελείωσε, αναστέναξε βαθειά.
«Σε βασανίζει κάτι άλλο, παιδί μου;» ρώτησε ο πατήρ Αντώνιος.
«Πάτερ… να… έχει γίνει στα αλήθεια;»
Ο παπάς αναστέναξε με τη σειρά του.
«Τι εννοείς, γιατί να μην έχει γίνει, παιδί μου;»
«Να, ξέρετε… αυτή η ιστορία με το πλαστικό δεν μου αρέσει. Και ούτε Η Κρίση έχει γίνει… Ούτε ο Αντίχριστος εμφανίστηκε. Βγήκαν λάθος όλες οι προφητείες.»
«Η εκκλησία μας δεν έχει παραδεχτεί ουδεμία προφητεία, παιδί μου. Δες τον κόσμο γύρω σου… όλα άλλαξαν. Κανείς δεν εγκληματεί, πια. Ζούμε με ειρήνη, γαλήνη και χωρίς φόβο. Όσο για τον Αντίχριστο, δεν θα τολμήσει να εμφανιστεί, να τα βάλει με τη δύναμη της Αγάπης. Κι όσο για το πλαστικό, κάνει θα ξέρει η Σοφία Του που εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε.»

Ο Μίκος έπαιξε το τελευταίο του χαρτί…
«Και ο χρόνος;»
Ο παπάς δεν έδειξε κάποια έκπληξη με την ερώτηση. Μόνο σκέφτηκα για κάποια δευτερόλεπτα.
«Αν εννοείς το πλήρωμα του χρόνου, φαίνεται πως ήρθε.»
«Όχι, δεν εννοώ αυτό. Εννοώ… ποια είναι η φύση του χρόνου; Ξέρετε κάτι;»
«Παιδί μου, ρώτα με για την Αγάπη, το Φως, την κρυστάλλινη πηγή, για τον Σατανά και τις καθημερινές πράξεις του πάνω μας, αλλά για το χρόνο, όπως τον εννοείς, δεν αξιώθηκα…»

«Ξέρετε, ΠΑΛΙΑ – ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙ Η ΜΥΡΤΩ»
Ο παπάς σάστισε. Το κεφάλι του κοκκίνισε μονομιάς. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Πήρε τρεις βαθειές αναπνοές και τελικά είπε:
«Η Μυρτώ… δυστυχισμένο πλάσμα… μεγάλωσε από γονείς προβληματικούς. Φτωχοί… ήταν και ναρκομανείς… Έκανα ότι μπορούσα… αλλά δεν τα κατάφερα… δεν θα το έμαθες, φαντάζομαι… η Μυρτώ, μόλις στα δεκαπέντε της… δεν το πιστεύω… την ζητά η αστυνομία.»

«Στα δεκαπέντε της;»
«Ναι, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει η δόλια. Κατηγορείται για τη δολοφονία του καθηγητή Χρονόπουλου.»
«Μα τι μου λέτε; Δεν σκοτώθηκε σε ατύχημα, αυτός;»
«Μεταξύ μας παιδί μου… βλέπεις, δεν ανακοινώθηκε επίσημα, μετά από δική μου παρέμβαση… η εξέταση του ιατροδικαστή έδειξε ότι τα δύο θύματα είχαν δολοφονηθεί και πως το ατύχημα ήταν σκηνοθετημένο.»

«Μα… μα… η Φωτεινή Σφαίρα… ο Κύριος, δηλαδή… δεν ελέγχει πια τα πάντα;»

Ο παπάς αναστέναξε.
«Φαίνεται πως λυπήθηκε πολύ για το μικρό κορίτσι. Ίσως της δίνει μια τελευταία ευκαιρία μετάνοιας.»
«Και… και… ποιο ήταν το κίνητρο; Ένα δεκαπεντάχρονο δολοφονεί κάποιον μεγάλο ερευνητή… γιατί;»
«Αυτά ξέρω, παιδί μου. Ώρα να πηγαίνεις. Έχω πολλές εξομολογήσεις τις τελευταίες μέρες…»

Ο Ατμίκος βρέθηκε στο δρόμο. Ήταν πια τελείως μπερδεμένος.
Αισθάνθηκε το δέρμα του να ρουφά την ενέργεια του Ήλιου.
Καθώς βρέθηκε πάνω στη μηχανή του, ξεδίπλωσε την εφημερίδα.
Το κόκκινο χειρόγραφο σημείωμα είχε εξαφανιστεί.
Δεν του έκανε εντύπωση τίποτα, πια. Ζούσε μια εποχή θαυμάτων. Θυμήθηκε τι είχε πει ο Χρονόπουλος για το τι σημαίνει θαύμα.

Έβαλε μπροστά και ξεκίνησε για την εφημερίδα. Έτσι νόμιζε. Στην πραγματικότητα, ξεκίνησε για την απόλυτη αλλαγή της ζωής του.
Το paper-net στη διπλανή στάση έγραφε:
ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ !!!

Συνεχίζεται…

 

 

 

 

Advertisements