ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 10ο

Ο Μίκος Ατμίκος καβάλησε τη μηχανή και βγήκε στο δρόμο. Έβαλε το mod επικοινωνίας στο ραδιόφωνο και φόρεσε τα ακουστικά του.

Όλοι οι σταθμοί μιλούσαν για την – επιτέλους – ανάσταση των νεκρών που θα γινόταν σε τρεις μέρες. Τι ωραία που θα ήταν να ξαναδούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, όντας ζωντανοί, εκείνοι.
Πώς θα ήταν άραγε; Με τη μορφή που είχαν όταν πέθαναν; Με τη μορφή στα 18 τους; Με μια άσχετη μορφή που θα επιθυμούσαν;
Όλοι έκανα υποθέσεις. Κανείς, όμως, δεν τολμούσε να ρωτήσει τη Φωτεινή Σφαίρα…

Ο Ατμίκος συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν έλεγε το «Ιησούς» για τη Φωτεινή Σφαίρα. Ίσως γιατί Εκείνη είχε αφήσει όλες τις θρησκείες ανοιχτές, χωρίς να επιβραβεύει ή να κατηγορεί κάποια.
Μήπως η δικιά του θρησκεία δεν ήταν η σωστή; Μήπως ήταν κάποια άλλη; Μήπως καμιά;

Προσπάθησε να τινάξει το κεφάλι του για να του φύγουν οι πονηρές σκέψεις.
Φοβόταν… φοβόταν την Κρίση…
Ευτυχώς, τον βοήθησε και το φανάρι που άναψε κόκκινο. Και καθώς είχε γυρισμένο το κεφάλι του σε σημείο άσχετο από αυτό που θα έπρεπε να παρατηρεί… είδε κάποιον τσαντάκια να αρπάζει την τσάντα μιας γυναίκας και να τρέχει μακριά, αδιάφορα αν τα ουρλιαχτά της τον είχαν περικυκλώσει.
Κυριολεκτικά χωρίς να το σκεφτεί, όρμισε πίσω του. Ίσως, σε κάποια στιγμή ηρεμίας, δυο – τρεις ώρες αργότερα, να περνούσε από το μυαλό του η σκέψη: «πώς τόλμησε αυτός ο τύπος, τη στιγμή που η Φωτεινή Σφαίρα βλέπει και τιμωρεί τα πάντα την ίδια στιγμή, να αμαρτήσει;»
Όμως, τώρα ήταν δυο-τρεις ώρες νωρίτερα. Και βρήκε τον εαυτό του να τρέχει στο κατόπι ενός ψιλο-κλέφτη. Να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Μέχρι…

Μέχρι που κάτι τον έκανε να χάσει το βηματισμό του. Πέφτοντας και αντλώντας live πληροφορίες ώστε να του έρθει μαλακό, η άκρη του μυαλού του συνέλαβε το χερούλι μιας ομπρέλας. Μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να προβληματιστεί για την παρουσία της στην πιάτσα αρχές Ιούλη.
Κι έτσι…

Βρέθηκε φάτσα με την γριούλα που του έκανε τρικλοποδιά… είχε τα μάτια της Μυρτώς!!!
«Σκάσε κι έλα μαζί μου…» τον διέταξε γεμάτη ευγένεια.
Εκείνος ήταν σκασμένος, έτσι κι αλλιώς… Την ακολούθησε.

Πέρασαν το επίπεδο του μετρό… πέρασαν το στέκι των άστεγων στους υπόνομους… ακόμα και την «εκκλησία» όπου μαζεύονταν όλοι οι άποροι, πριν τη Δευτέρα Παρουσία (ευτυχώς βρήκαν φαγητό και κρεβάτι μαζί της) κι ακόμα κατέβαιναν…

«Πού πάμε;» ρώτησε.
Γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της αυστηρά, σαν να του ξανάλεγαν «Σκάσε κι έλα μαζί μου…»
Φαινόταν πιο νέα, τώρα… Ήταν πιο νέα… δρασκελούσε τα σκαλιά, όπου υπήρχαν, πηδούσε τα εμπόδια, όπου ήταν ανάγκη.  Αραιά και πού, γύρναγε για να του δώσει δόση θάρρους.
Την παρατηρούσε, μέσα στο τρεχαλητό. Δεν είχε στάλα από τη θηλυκότητα της Τασούλας… αλλά αυτά τα μάτια, Θεέ μου!!!

Θεέ μου; Μετάνιωσε, στιγμιαία και σιωπηρά. Καλή η Τασούλα για κρεβάτι, η Μυρτώ για επανάσταση, αλλά ο σύντροφος; Πού να είναι ένας σύντροφος;

Δεν είχε την ευκαιρία να σκεφτεί παραπάνω. Μια συρόμενη πόρτα σφράγισε τα ίχνη τους.
Βρέθηκε σε…

Σε ένα υπόγειο, φυσικά.

Και τι υπόγειο… Σκοτεινό. Μόνο κάτι λάμπες ασετυλίνης υπήρχαν αραιά και που. Μερικές στερεωμένες κάπου, άλλες μεταφερόμενες από ανθρώπους… πολλούς ανθρώπους. Όλοι βημάτιζαν βιαστικοί… κι όλοι φαινόταν να είχαν και κάτι σημαντικό να κάνουν, γι αυτό και η βιασύνη.

Ασυναίσθητα και αυτόματα, προσπάθησε να το συνδυάσει με κάποια ταινία που είχε δει κάποτε, δεν θυμόταν ποια ακριβώς. Με κάτι αντιστασιακούς απέναντι σε εξωγήινους εισβολείς, που είχαν βρει καταφύγιο στα έγκατα της Γης.
Τελικά μάλλοντου θύμισε την – τότε – ΕΡΤ, το καλοκαίρι του 2013…

«Έλα από εδώ…» τον ξύπνησε η κοφτή φωνή.
Έστριψαν αριστερά, σε ένα ποιο στενό διάδρομο.
«Μα, τι…» ψέλλισε, καθώς η γυναίκα τον άρπαξε από το χέρι και τον οδήγησε στο εσωτερικό μιας κρυφής πόρτας.

Βρίσκονταν σε ένα μεγάλο δωμάτιο, περισσότερο φωτεινό από τους διαδρόμους. Μαζί με τρία άγνωστα νέα πρόσωπα. Έναν κοντό, χοντρό, με τιράντες, που ανάσαινε βαριά, με τα μανίκια σηκωμένα. Έναν Πανύψηλο και αδύνατο τύπο και μια σοβαρή τριανταπεντάρα γυναίκα.

«Να σας συστήσω…» είπε η ηλικιωμένη «… ο Θανάσης, ο Τρύφωνας και η Μάρθα.»
Τους πρόσεξε καλύτερα. Όλοι είχαν ανήσυχο βλέμμα και όλοι είχαν… είχαν… τα μάτια της Μυρτώς!!!

«Είστε μαγεμένοι…» πήγε να ουρλιάξει ο Μίκος Ατμίκος, αλλά ψίθυρος του βγήκε.
Έσφιξε τις γροθιές του.
«Κι άλλος ηλίθιος» αγανάκτησε ο Θανάσης.
«Έλα, μην τον αποπαίρνεις…» είπε η Μάρθα «…Μίκο, οι φακοί είναι ειδικοί για να συγκεντρώνουν το φως, εδώ στα σκοτεινά. Έξω, χρησιμοποιούμε ίδιου χρώματος, μερικές φορές, για να γνωριζόμαστε μεταξύ μας.»

Ηρέμησε κάπως. Η καρδιά του χτυπούσε ακόμα γρήγορα και η ανάσα του κάλπαζε. Το μυαλό του προσπαθούσε να βρει κάποια λογική εξήγηση.
«Ποιοι είστε; Τι θέλετε από μένα; Και στο κάτω-κάτω, γιατί είστε στα σκοτεινά;»

Ο Θανάσης αναστέναξε και βημάτισε γρήγορα και νευρικά, κάνοντας μικρούς κύκλους.
Άναψε ένα τσιγάρο. Ο Μίκος κατάλαβε πού οφειλόταν η βαριά ανάσα του τιραντοφόρου.
«Μίκο…» είπε «…σίγουρα θα έχεις καταλάβει κάποια πράγματα. Ζούμε στην πιο περίεργη εποχή της ανθρωπότητας. Θα είμαι σύντομος. Λοιπόν, είναι φανερό ότι η Δευτέρα Παρουσία δεν είναι παρά ένα μεγάλο ψέμα. Κι εμείς, εδώ, προσπαθούμε να οργανωθούμε και να καταλάβουμε τι παίζει.»

Ο Μίκος προσπάθησε να συνέλθει. Χιλιάδες ερωτήματα τον πλημμύρισαν. Τα λόγια του έβγαζαν τα πρώτα από αυτά, μηχανικά, χωρίς να το πολυσκέφτεται.
«Μα τι λέτε; Σταμάτησαν τα εγκλήματα, σταμάτησαν τα μίση, σταμάτησε ο οποιοσδήποτε πόλεμος. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου που συμβαίνει αυτό. Και γιατί στα υπογεια και στα σκοτεινά; Χάθηκε στην επιφάνεια και με ηλεκτρικό;»

Ο ψηλός κι αδύνατος Τρύφωνας πήρε το λόγο. Η φωνή του ήταν πολύ σιγανή.
«Σταμάτησαν οι πόλεμοι; Χα… η Μάρθα μόλις ήρθε από το Σουδάν… χωρίς το ένα δάχτυλο…»
Αυτόματα, γύρισε προς το μέρος της Μάρθας. Εκείνη χαμογέλασε γνέφοντας καταφατικά δυο-τρεις φορές. Σήκωσε το δεξί της χέρι. Έλειπε το μικρό δάχτυλο.

«Μα, πώς; Αφού… η τηλεόραση…»
«Ήμουν δημοσιογράφος, συνάδελφος…» ήταν η σειρά της Μάρθας να μιλήσει «… απεσταλμένος στο Σουδάν. Έπρεπε να στείλω το ρεπορτάζ ηλεκτρονικά. Έγραψα ότι ο πόλεμος και το μίσος ζουν και βασιλεύουν. Δεν πέρασαν πάνω από 10 λεπτά. Το λάπτοπ ανατινάχτηκε… και πήρε ένα κομμάτι μου για ενθύμιο…»

«Αυτός ή αυτοί ελέγχουν οτιδήποτε ηλεκτρονικό, άρα και διαδυκτιακό.»
Ήταν η ηλικιωμένη γυναίκα που μίλησε.
«Δεν σου συστήθηκα… είμαι η Τάνια. Είμαστε σε μεγάλο βάθος επειδή εδώ δεν υπάρχει οποιοδήποτε σήμα. Ο… Θεός δεν μας βλέπει, εδώ.»

«Και… και… τι θέλετε από μένα;»
«Έχεις δει ένα βίντεο, στο σπίτι του Χρονόπουλου. Θέλουμε την παραμικρή λεπτομέρεια που θυμάσαι, ακόμα και το λινκ, αν είναι δυνατόν… Και, στην τελική, θέλουμε να μπεις στην ομάδα μας. Να φορέσεις κι εσύ τους φακούς.»

Έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα και να κρίνει σωστά.
«Μα… ο Κύριος είπε ότι θα αναστηθούν οι νεκροί σε τρεις μέρες. Είναι δυνατόν να λέει ψέματα; Και, στο κάτω-κάτω, πού ξέρετε εσείς ότι είδα κάποιο βίντεο;»

chrono10a

 

Λόβερνο, Νότια Γαλατία 110 μ.χ

Η Φλάβια έτρεχε μέσα στο δάσος αλαφιασμένη. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά..

Ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες όταν ξημέρωσε.
Η ίδια, όπως συνήθιζε, ξύπνησε πολύ νωρίς στο  μοναστήρι.
Ήταν μαζί τους οκτώ και πλέον χρόνια.
Σαν τώρα θυμάται την πρώτη ημέρα που έφτασε εδώ. Ήταν το 102 μ.χ όταν με την βοήθεια του  Συμεών,  τότε επισκόπου  Ιερουσαλήμ, φυγαδεύτηκε από την Ρώμη, για να ξεφύγει από τον 3ο μεγάλο Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό διωγμό, που μόλις είχε αρχίσει από τον Τραιανό.
Τις εμπιστεύτηκαν το Ιερό Κειμήλιο και με την συντροφιά του ξακουστού εμπόρου Τιμόθεου, μετά από ένα επικίνδυνο και επίπονο ταξίδι έφτασαν επιτέλους στο μοναστήρι των Ασέγων .

Οι μοναχοί, παρότι γυναίκα, την δέχτηκαν με τιμές και επισημότητα. Είχαν ενημερωθεί άλλωστε, βδομάδες πριν, από τον Νέρβιο τον αγγελιοφόρο και μυστικό απεσταλμένο του Συμεών για την άφιξη της. Δέχτηκαν να την φιλοξενήσουν τον πρώτο καιρό αλλά ο χαρακτήρας και η σεμνή σοφία που δέσποζαν στην μορφή ετούτης της γυναίκας, τους «υποχρέωσαν» να κάνουν την υπέρβαση και να συναινέσουν να γίνει μέλος τους και συνοδοιπόρος στις αρχέγονες γνώσεις τους.
Διδάχτηκε από τους Ασέγους,  την ιστορία ανά τους αιώνες αλλά και τις απίστευτες δυνάμεις που συνόδευαν το Ιερό Κειμήλιο.
Η ίδια το είχε μεταφέρει με κίνδυνο της ζωής της αλλά δεν γνώριζε πως αυτό το θαυμαστό «μυστικό», σε λάθος χέρια θα αποτελούσε ένα θανάσιμο όπλο και τα Ρωμαϊκά ήταν λάθος χέρια.
Ευτυχώς ετούτοι οι ταπεινοί Κέλτες μοναχοί,  με την ελάχιστη δική της βοήθεια ήταν οι πιο αξιόπιστοι φρουροί.

Η ημέρα της άρχισε με την πρωινή προσευχή της καθώς οι υπόλοιποι μοναχοί διέμεναν σε διαφορετικό χώρο και μάλλον κοιμόντουσαν ακόμα μετά την χθεσινή ολονυχτία.
Αμέσως μετά κατευθύνθηκε στο στάβλο για την φροντίδα των ζώων που φιλοξενούσε η μονή. Παρατήρησε όμως μπαίνοντας εκεί μια απίστευτη ανησυχία και νευρικότητα ανάμεσα τους.
Βγήκε στην αυλή και παραξενεμένη διαπίστωσε πως δεν άκουγε τίποτα από τους συνηθισμένους ήχους του δάσους.

Τα πουλιά είχαν εξαφανιστεί, του σούρσιμο από τα μικρά ζωάκια ανύπαρκτο και μια περίεργη μυρωδιά, κάτι σαν καμένο πλανιόταν δυσοίωνα στον αέρα .
Ξάφνου, το έδαφος άρχισε να δίνει μικρές αλλά συνεχείς και αυξανόμενες δονήσεις ενώ ένα βουητό έμοιαζε να βγαίνει από τα κατάβαθα της γης.
Ενστικτωδώς κατευθύνθηκε στο αριστερό υπόγειο του μοναστηριού που αποτελούσε και το ασκητικό κελί της και πριν το κατέβει χτύπησε μανιασμένα την καμπάνα  που ενημέρωνε για τις συνάξεις των μοναχών.  Μέσα στο μικρό της δωμάτιο, παραμέρισε την πέτρα από τον τοίχο και έβγαλε ένα αντικείμενο που ήταν επιμελώς τυλιγμένο με μερικά πανιά.
Το πήρε και το στήριξε στην μέση της με ένα υφασμάτινο ζωνάρι κάτω από τα
μοναστικά της άμφια.
Από πάνω άκουγε άγριες φωνές και πονεμένα ουρλιαχτά. Το έδαφος έτρεμε.
Ποδοβολητά αλόγων ήταν αυτά;

Μα τι συνέβαινε;

Ανεβαίνοντας, έστριψε στο κελάρι και ανέβηκε την σκάλα που οδηγούσε πίσω από την μονή, στον κήπο.
Κοίταξε πίσω από τον πέτρινο τοίχο.
Αυτό που είδε της πάγωσε το αίμα.

Ορδές Ρωμαίων έφιππων στρατιωτών έκαιγαν τα πάντα στο μοναστήρι ενώ οι αγουροξυπνημένοι καλόγεροι αποτελούσαν τον ιδανικό στόχο για τα όπλα τους.
Μια ταξιαρχία από δαίμονες, υπό την σκέπη του Ρωμαϊκού διωγμού και με τις εντολές του Αυτοκράτορα Τραϊανού, σκόρπιζε τον θάνατο στους ξαφνιασμένους
αδερφούς της μοναχούς και μούσκευε  τον ιερό τούτο χώρο με βροχή αίματος.
Βία, υποταγή και αίμα για τους απροσκύνητους.
Άρτος και θεάματα για τους «αθώους» θεατές.

Έπεσε στο έδαφος και κάτω από τα πανύψηλα δέντρα που περιέβαλαν την μοναστήρι, σύρθηκε για αρκετά μέτρα.
Όταν σήκωσε τα μάτια και γύρισε το κεφάλι της, ένας μαύρος καπνός κάλυπτε τα ερείπια της Μονής των Ασέγων.

Σηκώθηκε και έτρεξε χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω της.
Δάκρυα σκέπασαν τα μάτια της που πάγωνε ο αέρας.
Το χέρι της κρατούσε προστατευτικά στην κοιλιά της, το Ιερό Κειμήλιο.
Κρατούσε το μυστικό του χρόνου.

 

chrono10b

 

Η καρδιά του χτυπούσε τρελά. Έκανε ζέστη, αλλά έπρεπε να φοράει το μπουφάν. Όσο περισσότερο κοντά θα έφθανε, τόσο το καλύτερο. Ανακατεύτηκε με τον κόσμο που έτρεμε, καθώς πλησίαζε όλο και πιο κοντά. Όλο και πιο κοντά…Σταμάτησε, μαζί με όλους τους άλλους, είκοσι μέτρα μακριά. Είκοσι μέτρα… Δεν ήταν πολλά, ήταν ζωσμένος με τόσα εκρηκτικά, άλλωστε. Λυπόταν για όσους θα πέθαιναν, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Άλλωστε, κι αυτός χαμένος ήταν.

Οι άνθρωποι δίπλα του γονάτισαν ευλαβικά. Τους αντέγραψε…
Ένοιωσε μια αλλαγή στο περιβάλλον. Ναι, η Φωτεινή Σφαίρα άλλαζε χρώματα και παλλόταν. Θα μιλούσε! Κι ήταν από τους τυχερούς, καθώς η ομιλία θα γινόταν στο δικό του Γκρουπ Πιστών.

«Έφερα την Ειρήνη και την Αγάπη. Το Κακό εξαφανίστηκε. Όμως, η Τιμωρία θα είναι ΤΡΟΜΕΡΗ γι αυτούς που τολμάνε να πλήξουν την Αγάπη Μου…»

Μια γαλανή φλόγα έφυγε από τη Φωτεινή Σφαίρα. Είχε στόχο εκείνον. Παράλυσε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Περικυκλώθηκε από αστυνομικούς. Του έβγαλαν το μπουφάν και φανέρωσαν τα εκρηκτικά που τον έζωναν. Η φλόγα έγινε κίτρινη και τον εξάχνωσε. Ήταν αέρας, πια…

 

Συνεχίζεται…

Advertisements