ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 11ο

 

 

Αθήνα, 2018

«Μα… ο Κύριος είπε ότι θα αναστηθούν οι νεκροί σε τρεις μέρες. Είναι δυνατόν να λέει ψέματα; Και, στο κάτω-κάτω, πού ξέρετε εσείς ότι είδα κάποιο βίντεο;»

Η Τάνια τον προκάλεσε: «Ωραία, λοιπόν. Περίμενε τον… Κύριο να αναστήσει τους νεκρούς σε τρεις μέρες. Δεν καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά είναι ψέματα; Δεν καταλαβαίνεις ότι κάποια δικαιολογία θα βρει για να μην το κάνει; Δεν καταλαβαίνεις ότι μπορεί να ελέγχει μόνο με ηλεκτρονικό τρόπο; Τι… θεός είναι αυτός;»
«Κι αν το κάνει;»
«Δεν θα το κάνει. Λοιπόν, δεν μπορώ να σε πείσω. Πρέπει εσύ να αποφασίσεις… ελεύθερα. Ή μένεις μαζί μας και μας βοηθάς να σώσουμε τον κόσμο, ή…»
«Ή;…»

Κανένας δεν απάντησε στην ερώτησή του. Έπρεπε ξανά να αξιολογήσει τα γεγονότα από την αρχή. Το μυαλό του ήξερε πια τη διαδρομή και το έκανε πολύ γρήγορα. Τώρα όμως, έπρεπε να το κάνει αυτόματα.

Λοιπόν…

Από τη μια, έγινε η Δευτέρα Παρουσία (έγινε;). Φυσικά. Άστρα λαμπρά έγιναν ορατά σε κάθε σημείο της Γης το μεσημέρι ακριβώς τοπική ώρα. Μπορεί να το κάνει αυτό η οποιαδήποτε τεχνολογία;
Σταμάτησαν τα εγκλήματα, οι πόλεμοι και οι αμαρτίες σε όλο τον πλανήτη. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα θρησκείας, ζούσαν πλέον αρμονικά, έστω και φοβούμενοι την Κρίση. Η Φωτεινή Σφαίρα δεν υποστήριξε φανερά καμιά από τις υπάρχουσες θρησκείες. Και αυτό ήταν υπέρ της. Οποιοσδήποτε τολμούσε να κάνει κάτι κακό, εξοντωνόταν επιτόπου. Αυτό θα πει Δικαιοσύνη…

Από την άλλη, ήταν σίγουρος πια… Ο τρόπος εποπτείας ήταν μόνο ηλεκτρονικός. Οι τιμωρίες αφορούσαν μόνο εγκλήματα και αμαρτίες που μπορούσαν να διασταυρωθούν από τα ΜΜΗΕ. Τα εγκλήματα σε απομακρυσμένες από τον πολιτισμό περιοχές έμεναν ατιμώρητα… Μήπως όμως ήταν μια μπλόφα της Φωτεινής Σφαίρας; Για να πιστέψουν ελεύθερα οι λιγοστοί που απόμειναν με κριτική σκέψη;

Και ο Χρονόπουλος; Γιατί δολοφονήθηκε ο Χρονόπουλος; Ήταν μαζί του την ώρα που υποτίθεται ότι ξεψύχησε. Άρα, κάτι υπάρχει στη μέση… Και ο άτυχος φίλος του, ο Παλληκαρίδης; Έφυγε τόσο άδικα, στη δικιά του θέση. Αν έστελνε το μέιλ στον εαυτό του και όχι σε εκείνον, τώρα θα ήταν… νεκρός.

Μια στιγμή… και τι σχέση μπορεί να είχαν ο Χρονόπουλος και ο Παλληκαρίδης με τη Φωτεινή Σφαίρα; Μπορεί η δολοφονία τους να είχε σχέση με εγκληματίες, με μαφιόζους, με… Όλοι ξέρουν τι κατασκοπεία πέφτει με τις νέες ανακαλύψεις της Φυσικής και τις εφαρμογές τους, κυρίως.
Ναι, αλλά, αν ήταν έγκλημα, δεν θα έπρεπε να υπάρξει και άμεση τιμωρία, όπως συνηθίζει η Φωτεινή Σφαίρα; Γιατί άφησε τους δολοφόνους ατιμώρητους; Βέβαια, μπορεί οι δολοφόνοι να δρουν υπόγεια, σαν αυτούς εδώ… Αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι, η Φωτεινή Σφαίρα δεν μπορεί να δει τα πάντα…

Μήπως η πίστη του δοκιμάζεται; Μήπως όλα αυτά είναι μια τέλεια παγίδα για να κριθεί; Μήπως κάτι ανάλογο συμβαίνει αυτή τη στιγμή με όλους τους ανθρώπους της Γής;

Έσφιξε τις γροθιές του. «Λοιπόν, είμαι ο Μίκος Ατμίκος, παιδί φτωχών πλην όμως τίμιων γονέων. Αποζητούσα πάντα μια ήσυχη ζωή, δίπλα σε έναν ήσυχο σύντροφο. Και ξαφνικά, ήρθαν όλα τούμπα. Πρέπει να πάρω μέρος στο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου από τον… σωτήρα του; Είμαι πολύ μικρός για όλα αυτά. Σίγουρα ή δοκιμασία είναι ή κάποιο λάθος έγινε από αυτούς τους…»

Αλήθεια, ποιοι είναι αυτοί; Σε τι πιστεύουν; Θα τον άφηναν να φύγει σώος, ξέροντας τόσα πολλά; Αδύνατον…

Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, έστω και στην Μετά τη Δευτέρα Παρουσία εποχή, επικράτησε.
«Μαζί σας. Τι πρέπει να κάνω;»

 

chrono11a

 

Λόβερνο, Νότια Γαλατία 110 μ.χ

Ξημέρωσε.
Το φως προσπάθησε δειλά να κάνει την εμφάνιση του στο συννεφιασμένο ετούτο τοπίο.
Η ομίχλη είχε νοτίσει τα φύλλα του δάσους προσφέροντας ένα υγρό και κρύο κατάλυμα στην Φλάβια κατά τις ώρες της νύχτας. Μέσα σε έναν ταραγμένο ύπνο γεμάτο εφιάλτες, ξαναέζησε την καταστροφή της Μονής των Ασέγων από τις ορδές των Ρωμαίων στρατιωτών. Είδε ξανά την ολοκληρωτική καταστροφή του τόπου που την φιλοξένησε τα τελευταία χρόνια, ένιωσε και πάλι τον πόνο για τους χαμένους αδερφούς της.
Αν και έτρεχε επί ώρες και είχε απομακρυνθεί αρκετά από την Μονή, είχε ακόμα δυνατή την αίσθηση της μυρωδιάς καμένου και τα αυτιά της ταλαιπωρούσαν οι σπαρακτικές κραυγές των σφραγισθέντων.

Προσπάθησε να σταθεί στα πόδια της. Πονούσαν πολύ από τη χτεσινή φυγή της και ήταν πληγιασμένα.
Πονούσε ολόκληρο το κορμί της απ’ αυτή, την αναπάντεχη ταλαιπωρία.

Σηκώθηκε και προσπάθησε να ζεστάνει τα μέλη της με μερικές κινήσεις. Εκτός των άλλων κρύωνε πολύ και πεινούσε περισσότερο.
Κοίταξε δίπλα της. Στο έδαφος, τυλιγμένο σε μερικά πανιά, βρισκόταν το μυστικό της.
Ευχή και κατάρα ετούτο το μυστικό. Είχε ορκιστεί με την ζωή της να το προστατεύει αλλά από την στιγμή που το πρωτοκράτησε ο κόσμος γύρω της βυθιζόταν στο αίμα και τον πόνο των αθώων.
Γιατί Θεέ μου τιμωρείς τόσους αθώους;
Γιατί τους πνίγεις στον πόνο και την απελπισία;
Οι δυνατοί είναι άδικοι και εσύ παντοδύναμος.
Γιατί δεν τους καταστρέφεις λοιπόν;

Τα καυτά δάκρυα που κύλισαν στο πρόσωπο της Φλάβιας κατάφεραν να το ζεστάνουν αλλά πάγωσαν την ψυχή της.
Σήκωσε  το Ιερό Κειμήλιο από το έδαφος και το τοποθέτησε κάτω από τα ρούχα της.
Έσκυψε το κεφάλι και προσευχήθηκε σιωπηλά στον Θεό που πίστευε όλα αυτά τα χρόνια.
Προσευχήθηκε για όλες τις ψυχές των ανθρώπων που χάθηκαν από τούτο τον κόσμο και έγιναν άηχες πνοές.
Έγιναν μνήμες ασπρόμαυρες σε ματωμένους κόσμους , είδωλα νοητά μέσα από σπασμένο γυαλί.
Προσευχήθηκε με όλη την δύναμη της καρδιάς της και ζήτησε με προσμονή  το έλεος  του δημιουργού της.

Άρχισε να περπατά.
Δεν ήξερε που πήγαινε.
Όταν πριν οκτώ χρόνια φυγαδεύτηκε από την Ρώμη,  ο έμπορος Τιμόθεος την είχε φέρει απευθείας στην Μονή των Ασέγων
και έκτοτε δεν είχε βγει ποτέ εκτός του μοναστηρίου.

Τι θα έκανε;
Που θα πήγαινε;

Ξάφνου άκουσε ποδοβολητά αλόγων και άγριες φωνές από καβαλάρηδες.
Άγγιξε και χάιδεψε ασυναίσθητα την κοιλιά της.
Ακόμα μία φορά το μυστικό της κινδύνευε.
Το μυστικό του κάποτε, του τώρα και του πάντα.

 

chrono11b

 

Αθήνα, 2018

Η Τάνια στάθηκε ακόμα περισσότερο καυστική…
«Κατά βάθος, δεν το πιστεύεις. Φοβάσαι, ότι θα σου κάνουμε κακό. Αλλά, αυτό ακριβώς είναι και η απόδειξη ότι έχεις καταλάβει μέσα σου ότι όλο αυτό είναι μια φάρσα, ένα καλαμπούρι. Ή μάλλον… μια τέλεια σκηνοθετημένη παγίδα με στόχο την εκμετάλλευση του ανθρώπινου είδους. Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να σε πείσω. Κατ΄αρχήν, υπάρχουν δυο πράγματα που πρέπει να ξέρεις…
Το πρώτο είναι, ότι ετοιμάσαμε ένα σαμποτάζ στη Φωτεινή Σφαίρα. Ο Αλ Τζαν, Παλαιστίνιος, γεννημένος και θρεμμένος με την ιδέα της αυτοκτονίας-καμικάζι, ετοιμάζεται για ένα τεστ απέναντί Της. Ξέρουμε ότι δεν θα πετύχει, καθώς κουβαλά μαζί του βόμβα που λειτουργεί ηλεκτρονικά. Ακόμη, ξέρουμε και ξέρει και ο ίδιος ότι θα είναι η τελευταία πράξη της ζωής του. Δεν τον πειράζει, δέχθηκε να θυσιαστεί. Απλώς θα τεστάρουμε αντιδράσεις.
Το δεύτερο είναι…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της. Ένας νεοφερμένος, κοντός, ιδρωμένος και αλαφιασμένος, εμφανίστηκε.
«Έγινε χαμός… μόλις τον πήραν είδηση, βγήκε… βγήκε… ουφ… λίγο νερό…» είπε ο λαχανιασμένος, καθώς σωριαζόταν σε μια καρέκλα με βαρύ αγκομαχητό.

«Αυτός είναι ο Μάκης…» πληροφόρησε η Τάνια, «…τον στείλαμε στην επιφάνεια για να παρατηρεί αθέατος τις εξελίξεις. Και μάλιστα, έβλεπε από μαγαζί που πουλά μοντ επικοινωνίας στην Ομόνοια… ούτε καν από δική του συσκευή… Λοιπόν, Μάκη;…»

«Λοιπόν…» ξεκίνησε την σύντομη αφήγηση ο Μάκης, «… μια γαλάζια φλόγα πετάχτηκε από μέσα της. Ο Τζαν έγινε ατμός! Το καταλαβαίνετε; Ατμός! Ούτε βόμβα, ούτε ίχνος από βόμβα, ούτε τίποτα. Ούτε καν οι αποδείξεις δεν τους νοιάζουν πια… Πάει…»

«Δεν μου λες… Μάκη…» είπε η Τάνια με καγχασμό «… πού είναι οι φακοί σου;»
«Ε;… ε;… Θα μου έπεσαν όταν έβλεπα στη βιτρίνα του μαγαζιού… Ξέρεις, δεν μου εφάρμοζαν και καλά…»
«Λες ψέματα, Μάκη. Ξέρεις πολύ καλά ότι οι συγκεκριμένοι φακοί εφαρμόζουν σε κάθε μάτι. Επίτηδες τους άφησες, Μάκη. Και σε εμφανές σημείο, σίγουρα. Το έχεις ξανακάνει, Μάκη… πριν μια βδομάδα τους είχες χάσει ξανά… Σίγουρα θα άφησες κι εκείνο το ζευγάρι σε εμφανές σημείο… σίγουρα πάλι σε μια βιτρίνα. Άρα, θες κάποιοι να καταλάβουν ότι κάτι συμβαίνει με τους φακούς. Είσαι προδότης, Μάκη…»

Αστραπιαία τον σημάδεψε με ένα πιστόλι. Ο Θανάσης και ο Τρύφωνας παρακολουθούσαν, ατάραχοι μεν, με φανερό ενδιαφέρον δε.
Ο Μάκης άφησε να πέσει από το στόμα του το παγάκι που σιγο-μασουλούσε.
Δεν έκανε θόρυβο μόνο η σφαίρα. Η αντίχησή της τρέλανε τα αυτιά του Μίκου Ατμίκου. Και την καρδιά του τρέλαναν τα τελευταία δευτερόλεπτα.

«Μην κοιτάς σαν χάνος…» του είπε η γυναίκα, «… ο σκοπός μας είναι ιερός και δεν υπάρχει το παραμικρό περιθώριο λάθους. Εδώ είναι οι φακοί σου… Θα σε καλέσουμε εμείς…»

Δέκα λεπτά αργότερα, ο Ατμίκος βρισκόταν στην επιφάνεια. Με τους φακούς στην τσέπη. Σοκαρισμένος και φοβισμένος.
Κατευθύνθηκε μηχανικά στην πρώτη βιτρίνα που είδε κόσμο συγκεντρωμένο. Μάλλον θα ένοιωθε περισσότερη ασφάλεια. Όλοι παρακολουθούσαν τη Φωτεινή Σφαίρα να πάλλεται. Σημάδι πως σε λίγα λεπτά θα έλεγε κάτι σημαντικό.

Κάτω από την επιφάνεια, ο νεκρός Μάκης σηκώθηκε.
«Το έχαψε σαν χαζόψαρο» είπε.
Ο Θανάσης βημάτιζε νευρικά. «Είναι και χαζός και δειλός. Αλλά είναι ο μόνος που είδε το βίντεο.»

Στην επιφάνεια, η Φωτεινή Σφαίρα μίλησε:
«Ο άνθρωπος αυτός, ο Αλ Τζαν, τόλμησε να επιτεθεί ενάντιά μου. Η οργή μου θα είναι τρομερή. Άνθρωποι, σαν πρώτη τιμωρία, η ανάσταση των νεκρών αναβάλλεται. Θέλω να εξοντωθούν όλοι οι δολιοφθορείς. Μόνο τότε θα ξαναδείτε τα αγαπημένα σας πρόσωπα.»

Ο Μίκος Ατμίκος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Ώστε, είχαν δίκιο οι υπόγειοι. Κάτι θα έβρισκε για να το αναβάλλει. Δεν μπορεί να το κάνει. Δεν μπορεί να αναστήσει τους νεκρούς.

Όμως, η Φωτεινή Σφαίρα δεν είχε τελειώσει τα λόγια της.
«Επειδή θα βρεθούν ορισμένοι που θα διανοηθούν ότι είμαι μια απήτη και δεν μπορώ να αναστήσω νεκρούς, ιδού…»
Μια κόκκινη φλόγα ξεπήδησε από μέσα της. Πρέπει να ήταν καυτή, γιατί η εικόνα δεν φαινόταν καθαρά. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο Αλ Τζαν, ο εξαχνωμένος σαμποτέρ, εμφανίστηκε. Ζωντανός, με γουρλωμένα μάτια. Περιεργαζόταν σαστισμένος το κορμί του. Είχε αναστηθεί.

Ο Μίκος Ατμίκος έβγαλε με τρόπο από την τσέπη του το κουτάκι με τους φακούς και το απόθεσε απαρατήρητος. Ήταν αληθινά ο Θεός!!! Κι αυτός, ο τιποτένιος βλάκας, πήγε να τα βάλει μαζί του. Άρχισε να βαδίζει γρήγορα, με σκοπό να τρέξει σαν άνεμος.

«Κύριος!!! Εεε…!!! Ψιτ…!!! Κύριος…!!!»

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Advertisements