ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 12ο

 

 Αθήνα, 2018

Όλα είχαν γίνει μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Η φωτεινή Σφαίρα μόλις είχε αναστήσει έναν νεκρό. Όλα σχεδόν τα ανθρώπινα μάτια είδαν το θαύμα μέσα από τα μοντ επικοινωνίας. Έτσι, η αναστολή της ανάστασης όλων των νεκρών δεν μπορούσε να θεωρηθεί πρόσχημα. Έδειξε ότι μπορούσε να το κάνει.

Αλλά δεν έφτανε μόνο αυτό. Η Φωτεινή Σφαίρα είπε:
«Τώρα, που σας έδειξα ότι είμαι ο ένας και μοναδικός θεός, ελάτε στο πλευρό μου. Συνταχθείτε μαζί μου. Ο πόλεμος εναντίον του Κακού θα είναι σύντομος, γιατί θα νοιώσει την τρομακτική μου οργή. Πολεμήστε μαζί μου. Το σημάδι του αντιπάλου είναι κάτι περίεργοι καφε-πράσινοι φακοί επαφής. Με αυτούς αναγνωρίζονται και επικοινωνούν μεταξύ τους. Αναγνωρίστε τους και εξοντώστε τους. Θα σας βοηθήσει να κερδίσετε τον παράδεισο.»

Ο Μίκος Ατμίκος αναστέναξε βαθιά. Ευτυχώς, μόλις πρόλαβε να ξεφορτωθεί τους δικούς του φακούς.
«Κύριος!!! Εεε…!!! Ψιτ…!!! Κύριος…!!! Σας έπεσε το κουτί για τους φακούς σας…»

Με το άκουσμα της φωνής από το άγνωστο παιδί, τουλάχιστον πενήντα ζευγάρια μάτια στράφηκαν προς το μέρος του Ατμίκου. Δεν πρόλαβε ούτε να σκεφτεί. Άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Ένα κοπάδι ανθρώπων τον κυνηγούσε. Δεν τολμούσε να φανταστεί τι θα γινόταν αν τον έπιαναν. Σίγουρα θα τον έδερναν μέχρι θανάτου, για να εξασφαλίσουν τη σωτηρία.

Έτρεξε, έτρεξε, σκαρφάλωσε, μέχρι που κατάλαβε ότι ήταν ασφαλής. Είχε λαχανιάσει. Η μπλούζα του έσταζε ιδρώτα. Το ίδιο και το κεφάλι του, μόλις έσκυψε να ξεμουδιάσει τα γόνατά του. Άλλαξε τρία λεωφορεία στην τύχη, για να μπερδευτούν τα πιθανά ίχνη του. Τελικά, πήρε ένα ταξί.
Έφτασε στο φτωχικό του δωμάτιο βρίσκοντας το ξεχασμένο εκεί μοντ επικοινωνίας να αναβοσβήνει. Το μήνυμα έγραφε: «Έχεις κάτι που το θέλουμε, φιλαράκο. Όσα οχήματα κι αν αλλάξεις, δεν σε χάνουμε. Σκέψου το καλά, όλη τη νύχτα. Αύριο στις 12 θα λάβεις ένα πολύ σημαντικό τηλεφώνημα. Αν θες να μας βοηθήσεις, να είσαι καταφατικός.»

Έπεσε προσπαθώντας να κοιμηθεί. Δεν ήταν δυνατόν να είναι αληθινά όσα του συνέβαιναν. Ήταν ένα δειλό ανθρωπάκι, ποτέ δεν προκάλεσε κάποιον, ποτέ δεν είχε κοσμικά όνειρα και φιλοδοξίες.
Ποιος είχε δίκιο;
Η Σφαίρα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Αλλά εκείνο το βίντεο…
Οι υπόγειοι, του έδειξαν ότι δεν υπάρχει έλεγχος κάτω από την επιφάνεια. Αλλά, σκότωσαν κάποιον μπροστά στα μάτια του… όπως και η Σφαίρα…
Κοιμήθηκε βλέποντας συνεχώς εφιάλτες.

Το άλλο πρωί, στην εφημερίδα, έφτιαξε έναν τριπλό καφέ.
«Τι κάνεις εκεί;…» ρώτησε η Τασούλα «…κάνεις κακό στον εαυτό σου. Αμαρτία…»
«Πονάω φοβερά το κεφάλι μου» της απάντησε. «Αλλά, εσύ κλαις, μικρή… Γιατί;»
«Γιατί δεν αντέχω άλλο αυτήν την κατάσταση. Έγινε η Δευτέρα Παρουσία. Πότε θα κριθούμε; Τρέμω κάθε μέρα μήπως κάνω κάποια αμαρτία. Είναι δυνατόν το μυαλό μου να μην έχει και κάποια πονηρή σκέψη; Άνθρωποι είμαστε… αν, δηλαδή, ζηλέψω το συνολάκι της Τάδε, θα τιμωρηθώ;»
Της χαμογέλασε. «Φαντάζομαι ότι κάτι τέτοια υπάρχουν σε κάθε μυαλό. Έλα, ξεχάσου… Τι έχουμε για σήμερα;»
«Θα πάρεις συνέντευξη από τον Telis Papas, τον μεγάλο λαϊκό βάρδο» του είπε κάνοντας μια ειρωνική γκριμάτσα.
«Αυτό που έκανες τώρα δεν είναι αμαρτία;» της χαμογέλασε.
«Ε, πια… αμαρτία κάνει αυτός, που μετά από τριάντα χρόνια με άσματα για παράνομους έρωτες, θέλει να το γυρίσει στη θρησκευτική μουσική. Καλή υπομονή σου εύχομαι. Α! πρέπει να συναντήσεις και τον ξάδερφό σου, τον Μάκη. Κατέβηκε από το χωριό και σε περιμένει στον Εθνικό Κήπο.»
«Δεν έχω κανέναν ξάδερφο Μάκ… Στον Εθνικό Κήπο είπες;»
«Ναι, γιατί; Δεν θα ξέρει και πολλά από Αθήνα…»

images12_1

Αθήνα, 2013

Επιτέλους… ο Κ. Κατσιρούμπας είχε καταφέρει να βρει δυο εισιτήρια για το σινεμά. Άλλες εποχές αυτό θα ήταν αδιανόητο, αλλά τώρα με την κρίση…
Αδιανόητο επίσης ήταν, στον εικοστό πρώτο αιώνα, να προσκαλείς μια εικοσάχρονη κοπέλα στο σινεμά, αντί για ένα μπαρ ή ένα κλαμπ. Όμως, η Τίνα δεν ήταν σαν τις άλλες… Το άμεσο μέλλον θα του έδειχνε αν η προτίμησή του στην πανέμορφη κουλτουριάρα θα του έβγαινε σε καλό. Όμως, τώρα, το ήθελε πάρα πολύ. Η χαρά του ήταν μεγάλη όταν άκουσε το «ναι».

Ο κινηματογράφος ήταν θερινός. Η νυχτερινή μυρωδιά των καλοκαιρινών λουλουδιών μεθούσε τις αισθήσεις. Ο χρόνος κυλούσε αργά μέχρι να εμφανιστεί η Τίνα, εντυπωσιακή μέσα στην αθωότητά της, όπως πάντα. Από εκείνη τι στιγμή, μέχρι να ξεκινήσει η ταινία, ο χρόνος πέρασε καλπάζοντας. Μέχρι εκεί…

Κατόπιν, προσπάθησε να παρακολουθήσει το έργο. Αμ δε… ένα πλάνο κάθε εικοσάλεπτο, διάλογοι σχεδόν ανύπαρκτοι και η αγαπημένη του δίπλα του να αφοσιώνεται στο φιλμ συνεπαρμένη. Στριφογύριζε, όσο ήταν δυνατόν, στην καρέκλα του. Οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει. Απορούσε πώς ήταν δυνατόν να έχει μετρήσει έντεκα αυτοκτονίες, πέντε εισαγωγές σε νοσοκομείο, τρεις δίκες και να μην έχει γίνει ούτε καν διάλλειμα. Ο χρόνος του έπαιζε άσχημο παιχνίδι, εκείνη την ημέρα.

Μετά από ένα ατέλειωτο μαρτύριο, προχώρησαν στην έξοδο. Με ανακούφιση άκουσε την κατάφαση της Τίνας στην πρότασή του για καφετέρια. Αν και η συζήτηση ήταν στην ουσία μονόλογος της κοπελιάς που ανέλυε τις σκηνές ξανά και ξανά, ένοιωσε έκπληξη όταν διαπίστωσε ότι είχαν περάσει τέσσερεις ολόκληρες ώρες χαζεύοντάς την. Χώρισαν σχεδόν το ξημέρωμα. Γύρισε σπίτι με εκείνο το ηλίθιο χαμόγελο που έχουν οι άνδρες όταν ανακαλύπτουν το απόλυτο ταίρι.

Το επόμενο πρωί στο πανεπιστήμιο, μάθημα για τη θεωρία της σχετικότητας. Ο καθηγητής είχε κοκκινίσει στην προσπάθειά του να εξηγήσει στους φοιτητές ότι η λέξη «σχετικότητα» δεν ήταν παρά μια λάθος μετάφραση, ενώ μια σωστή ορολογία θα ήταν «θεωρία της συγγένειας».
Τους μίλησε για το παράδοξο των διδύμων. Αν, ο ένας από τους δυο εικοσάχρονους δίδυμους φύγει με ένα διαστημόπλοιο που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και ο άλλος μείνει στη Γη, όταν ο ταξιδευτής γυρίσει στον πλανήτη θα είναι μόνο 22 χρονών ενώ ο αδελφός του 60.

Ο Κατσιρούμπας προσπαθούσε να καταλάβει την εξήγηση του καθηγητή, αλλά μάταια. Το μυαλό του πετούσε στην Τίνα. Μόνο όταν άκουσε την τσιριχτή απορία μιας φοιτήτριας συνήλθε κάπως.
«Και γιατί να μην συμβεί το αντίθετο; Να γεράσει αυτός που ταξιδεύει και να μείνει νέος αυτός που μένει στη Γη;»
Η απάντηση του καθηγητή τον έκανε ακόμα πιο αντιπαθή: «Βάλε κάτω τις εξισώσεις, κοπέλα μου, και θα δεις.»

Εξισώσεις…σίγουρα καμιά από αυτές δεν θα μπορούσε να εξηγήσει αυτό που έζησε ο Κατσιρούμπας το προηγούμενο βράδυ. Αλήθεια, γιατί όταν περνάμε καλά μας φαίνεται ότι ο χρόνος κυλά γρήγορα, ενώ όταν κάνουμε κάτι που δεν μας αρέσει μας φαίνεται ότι κυλά απελπιστικά αργά;

Μας φαίνεται; Ή κάτι συμβαίνει;
Το πτυχίο ήρθε γρήγορα. Και η απόφαση είχε παρθεί. Θα έκανε έρευνα, έστω και χωρίς χρήματα, με την ομάδα του Χρονόπουλου. Οι καυγάδες με την φτωχή οικογένεια ήταν επικοί. Χρήματα δεν υπήρχαν. Για ταξίδι στην Αμερική, ούτε λόγος.

Τελικά, ο Κατσιρούμπας βρήκε λύση: δουλειές του ποδαριού το πρωί ή το βράδυ και έρευνα μέσω ίντερνετ το υπόλοιπο της ημέρας. Άλλωστε, είχε επιλεγεί για το θεωρητικό κομμάτι και ο Χρονόπουλος δεν είχε αντίρρηση.

Τα επόμενο χρόνια, όλα πήγαν στραβά. Η Τίνα τον παράτησε. Δεν ήθελε άντρα χωρίς σταθερή εργασία. Ο πατέρας του πέθανε. Ο Χρονόπουλος σκοτώθηκε σε ατύχημα. Κι ο Κατσιρούμπας βρέθηκε μόνος και άνεργος, να χαζεύει τις πάπιες στον Εθνικό κήπο.

images12_2

Αθήνα, 2018

Δεν είχε και πολλά λεφτά, όπως σε ολόκληρη τη ζωή του. Πήρε όμως από το περίπτερο ένα μικρό σακούλι γαριδάκια. Οι πάπιες τρελαίνονται γι αυτά, ειδικά αν έχουν άρωμα τυρί. Ένοισε λίγο χαζός. Ξανά στο ίδιο μέρος, να περιμένει κάποιον άγνωστο. Βέβαια, για να αφήσουν μήνυμα για τον Εθνικό κήπο, ήθελαν να του δώσουν το σημάδι ότι είναι Αυτοί… οι δολοφόνοι; Οι επαναστάτες; Τι γύρευε εκεί πέρα; Δεν του έφτανε ο Telis Papas και οι σαχλαμάρες του… πώς είχε μπλέξει έτσι, τέτοια εποχή; Γιατί δεν σηκωνόταν να φύγει; Να εξαφανιστεί;

Μηχανικά, άνοιξε τα γαριδάκια. Καθόταν σε ένα παγκάκι, ένα μέτρο από τη λίμνη. Αμέσως, μια νεαρή πάπια βγήκε από το νερό και τον πλησίασε, αφήνοντας όμως μια απόσταση ασφαλείας. Αναρωτήθηκε αν μύρισε το άρωμα ή τον θυμόταν από την πρώτη φορά. Τίποτα από τα δύο δεν ήταν λογικό. Ένα χέρι τον χτύπησε στον ώμο. Ένας άγνωστος… όχι, τον είχε ξαναδεί αυτόν… πρόσφατα…
«ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ !!!» φώναξε. Τα γαριδάκια του έφυγαν από τα χέρια, όπως και το παπάκι από κοντά του. Ήταν ο Μάκης, ο φρέσκα δολοφονημένος.
«Γιατί φοβήθηκες, ζούμε στην εποχή που θα αναστηθούν οι νεκροί…»

Έπιασε την καρδιά του, γιατί νόμιζε ότι θα πεταχτεί έξω. Όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν στη θέση της και όταν ηρέμησαν οι παλμοί, χαμογέλασε.
Ο Μάκης συνέχισε: «Τέρμα η πλάκα. Δεν φαντάζομαι να πίστεψες ότι με εκτέλεσαν στην ψύχρα. Ένα πείραμα ήταν… αν, κάποιος οπουδήποτε στην επιφάνεια σηκώσει όπλο, μια ακτίνα από την Φωτεινή Σφαίρα τον κάνει αυτομάτως κάρβουνο.»

«Και τι την εμποδίζει να το κάνει και υπογείως; Ακόμα κι αν δεν είναι ο θεός, την τεχνολογία την έχει.»
«Ίσως και να μην την έχει. Αυτό ακριβώς ψάχνουμε. Τα ερωτήματα είναι πολλά. Το μόνο βέβαιο είναι ότι έχει επιρροή μόνο εκεί όπου υπάρχει ηλεκτρονική πρόσβαση.»
«Και τι θέλετε από μένα; Έτυχε να δω ένα βίντεο, από το οποίο τίποτα δεν κατάλαβα. Ακόμα και απάτη να είναι, ας μείνει έτσι. Μια χαρά ειρηνικά ζούμε τώρα. Όλοι δίνουν το ένα δέκατο στους φτωχούς και…»
«Μέχρι πότε; Μια απάτη πρέπει να έχει και κίνητρο για να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί. Κάποιο σκοπό έχουν όλα αυτά. Για τα υπόλοιπα που ρωτάς, τα έχεις ξανασυζητήσει. Είμαι σίγουρος ότι η καρδιά σου θα πάρει τη σωστή απόφαση. Κι εμείς απαντήσεις ψάχνουμε… και είμαστε πάρα πολλοί… σε όλο τον κόσμο. Πράγματι, κάτι θέλουμε από σένα…»
«Σαν τι;»
«Υποψιαζόμαστε ότι η απάτη έχει να κάνει με το χρόνο. Γι αυτό και η επιμονή με το βίντεο του Χρονόπουλου. Τέλος πάντων, θα σου πω. Είσαι δημοσιογράφος… Μια συνέντευξη από τον αναστημένο, τον Αλ Τζαν, θα μας βοηθήσει να πλησιάσουμε την αλήθεια.»
«Πολύ μεγάλη ιδέα έχετε για μένα και την εφημερίδα μου.»
«Ίσως και όχι…» δήλωσε ο Μάκης και έφυγε κλείνοντας το μάτι.
Ο Ατμίκος κοίταξε γύρω του. Όλα φαίνονταν νορμάλ. Πού είχαν πάει τα γαριδάκια;

Αθήνα, 2018. Γραφεία εφημερίδας

«Καλά ρε… πήρες συνέντευξη από τον Telis Papas και δεν έχεις φοτο από τη νεαρή γυναικάρα σύζυγό του;»
«Αφεντικό, έχει γεμίσει ο κόσμος… άλλωστε, είναι αμαρτία… και είχα ξεχάσει και το μοντ επικοινωνίας.»

Ο Ατμίκος σκέφτηκε για μια στιγμή ότι οι παρα-σεξουαλικές συνήθειες των ανθρώπων είχαν αρχίσει να επανέρχονται, μετά το πρώτο σοκ της Παρουσίας. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί περισσότερο.
«Υπάρχει άνθρωπος που κυκλοφορεί χωρίς το μοντ του; Αδύνατον. Ας είναι, θα βάλουμε μια ξεχασμένη από το αρχείο. Θα σε έστελνα πίσω, αλλά έχεις άλλη δουλειά. Φεύγεις επειγόντως για Ιερουσαλήμ.»
«ΓΙΑΤΙ;»
«Θα σου πει η Τασούλα. Πέθανε μια Ελληνίδα και αφήνει κληρονομιά σε μια ηθοποιό… κάτι τέτοιο.»
«Αφεντικό, μου ήρθε μια ιδέα. Τι θα έλεγες για μια συνέντευξη από τον αναστημένο;»
«Είσαι ηλίθιος! 50 συνεντεύξεις τη μέρα δίνει, οι ερωτήσεις του Μίκου Ατμίκου του έμειναν.»
«Ναι, αλλά αν…»

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Advertisements