Μέσα απ’ τον καθρέφτη

Θλίψη.
Σαν τα κίτρινα φύλλα του Σεπτέμβρη που εγκαταλείπουν το δέντρο τους.
Σαν την βροχή που δεν έρχεται στην αιώνια ξηρασία.
Σαν τα δάκρυα όταν συναντούν τα μάτια στην αέναη αυτή σχέση τους.

Μυστικά του μυαλού και η άρνηση του  να αντικρίσει το φως. Να μιλήσει στην καρδιά πριν όλα παγώσουν, πριν γίνουν όλα λευκά.
Το λευκό δεν είναι χρώμα, δεν είναι δημιουργία, δεν είναι τίποτα.
Είναι ο φόβος του ανθρώπου που δημιουργεί, ο φόβος του συγγραφέα μπροστά στην λευκή σελίδα, ο πανικός του ζωγράφου όταν αντικρίζει τον άδειο καμβά, η ανύπαρκτη μελωδία του συνθέτη στο κενό πεντάγραμμο.  Λευκά τραύματα στην μνήμη, σχισμένες σελίδες τα παιδικά μας χρόνια.
Ο άνεμος  που δρόσιζε τα πρόσωπα μας  στο κυνηγητό θαρρείς και στέρεψε, η ματιά μας στον κόσμο ξεθώριασε και  το γλυκό έχασε πια την γεύση του.
Μεγαλώνω φίλε και επιστρέφω ξένος στην ψυχή και τα συναισθήματα μου.
Μου αρέσει η βροχή, ίσως γιατί σβήνει πίσω της τα ίχνη της περασμένης ανθρωπιάς μου, της ανέμελης φιλίας μου, τα λόγια που αγάπησα. Αφού έφυγαν αυτοί που κάποτε μου τα είπαν γιατί να μείνουν πίσω μόνο οι κουβέντες τους;
Αφού η μορφή τους χάθηκε στην σκόνη του χρόνου γιατί η μνήμη μου να ανακαλεί τις εικόνες τους;

Μου έμειναν κάτι σπασμένες νότες φίλε, από ξεχασμένες μουσικές ιστορίες κρυμμένες κάπου στην πρώτη μου νιότη.
Πόση δύναμη και χαρά μου χάρισαν κάποτε;
Πόσο ανούσιες μου φαίνονται πια;
Πόσο ανίσχυρα όπλα για να παλέψω στην γκρίζα αρένα που με έριξαν;
Μονομάχος ενάντια στον χειμώνα των ανθρώπων, ενάντια στην γυάλινη ψευτιά της πόλης, στα θλιβερά φώτα της που με βυθίζουν σε περισσότερο σκοτάδι. Περιπατητής ανάμεσα στα ερείπια των χαμένων συνειδήσεων, συνοδοιπόρος στη λησμονιά του ονείρου, δυσήκοος στις κραυγές απόγνωσης, τυφλωμένος από το στημένο παιχνίδι της ζωής μου.

Μα εκεί κατά το σούρουπο, την ώρα που νυχτώνει φίλε, κρυμμένος στο τσιμεντένιο λαγούμι μου, στο ανίερο ησυχαστήριο μου, δεν αντέχω την σιωπή μου, με ξεκουφαίνει. Δεν βαστώ όταν  θωρώ την ανημποριά μου, με στενεύουν οι αλυσίδες μου  και με πληγώνουν.
Κάπου εκεί σε ψάχνω φίλε μου στον καθρέφτη αλλά δεν σε βρίσκω πουθενά.
Δεν με βρίσκω πουθενά.
Γιατί το είδωλο μου φαντάζει ανέγνωρο και μακρινό.
Όσο μακρινή φαντάζει η θαλασσινή αύρα που αρμύριζε την εφηβεία μου.

Αποστρέφω το βλέμμα και τείνω το χέρι μου στο κενό.
Γιατί όπου δεν υπάρχει ασχήμια, υπάρχει σκοτεινιά.
Σκοτεινιά, θλίψη και μοναξιά.

Advertisements