ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Επεισόδιο 13ο

 

Αθήνα, καλοκαίρι 2018

«Αν σχολιάζαμε θετικά την πράξη της κυρίας…»
«Δεν μπορεί να είσαι δημοσιογράφος εσύ. Συνειδητοποιείς πόσα εκατομμύρια τέτοιες πράξεις έχουν γίνει τον τελευταίο καιρό;»
«Ναι, αλλά… αν… αν…»
«ΑΝ;»

Δεν ήξερε τι άλλο να πει. Ψαχούλευε ασυναίσθητα τις τσέπες του μπουφάν του. Αν και καλοκαίρι, το φορούσε. Ή καλύτερα το είχε πάντα μαζί του. Τον βόλευαν οι μεγάλες τσέπες του. Το μοντ επικοινωνίας, τα πρόσθετα του μοντ επικοινωνίας, τα ατμιστικά του σύνεργα, τα κλειδιά της μηχανής, τα κλειδιά του δωματίου του, κάτι πολυκαιρισμένα χαρτομάντηλα, οι…

«Αν… λέω ΑΝ… παρουσιάζαμε στη Φωτεινή Σφαίρα αυτό το κουτάκι;»
Με θριαμβευτικό ύφος έβγαλε το κουτάκι με τους καφε-πράσινους φακούς που του είχε πασάρει ο Μάκης. Δεν το θυμόταν καν.
Ο διευθυντής γούρλωσε τα μάτια. Ο Μίκος Ατμίκος δεν ήταν σίγουρος αν έβγαζε και καπνούς από τα αυτιά.
«ΠΟΥ το βρήκες αυτό; Αυτοί οι φακοί δεν είναι…»
Ο Μίκος πήγε να πει «ναι», αλλά δεν βγήκε ήχος από το στόμα του. Είχε αιφνιδιαστεί από την αντίδραση. Κατάφερε πάντως να γνεύσει καταφατικά.
«Θες να με στείλεις στη φυλακή; Θες να με πεθάνεις; Θες να με στείλεις στην Κόλαση; Τι είναι… ξέρω… πού το βρήκες ΑΥΤΟ, ωρέ;»
«Αφεντικό… έχω κι εγώ τις πηγές μου.»
«Τις πηγές σου… άκου, κόσμε… έχει πηγές, το αμούστακο… ΛΕΓΕ!!!»
«Εχμ… αφεντικό, θα μου επιτρέψεις να μην τις αποκαλύψω. Σκέψου ενδιαφέρον που θα έχει… Σκέψου τίτλο: μπήκαμε στα άδυτα της συμμορίας του Αντίχριστου… (χαμογέλασε, μάλλον για να δώσει θάρρος στον εαυτό του). Και στο κάτω-κάτω, αν η Φωτεινή Σφαίρα πάρει ανάποδες, εμένα θα κεραυνοβολήσει.»

Ο διευθυντής μαλάκωσε κάπως.
«Θα το σκεφτώ. Για την ώρα, θα πας σε κάτι που σου αναλογεί. Γίνεται μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Αυτοκίνητα-αντίκες που τρέχουν σε αγώνες, άλλα με ηχεία για δυνατή μουσική. Α… και μηχανές περίεργες που τρέχουν σε αγώνες. Τα έσοδα θα πάνε για ένα άρρωστο αγοράκι. Τσακίσου!»

Πήρε το χαρτάκι με τη διεύθυνση και την ώρα της εκδήλωσης και γύρισε στο γραφείο του, βαδίζοντας αργά. Αφέθηκε βαριά στην καρέκλα του. Αν είχε ψυχή και μιλιά, σίγουρα θα αντιδρούσε.
Πώς τα κατάφερε πάλι έτσι; Πώς έμπλεξε πάλι έτσι; Ποιος; Αυτός, ο Μίκος Ατμίκος. Ο δειλός…
Ποιος είχε το δίκιο; Στη Φωτεινή Σφαίρα ή στους υπόγειους αντάρτες; Αν δεν ήταν έτσι μπλεγμένος, σίγουρα τον περίμενε μια θέση στον Παράδεισο…

Αναστέναξε. Έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο. Αν και βρισκόταν στον πρώτο όροφο, το κτίριο ήταν σχετικά χαμηλό, χωρίς μπαλκόνια στη μεριά που καθόταν. Έτσι, μπορούσε άνετα να χαζεύει το δρόμο και τα πεζοδρόμια.
Ένας τύπος, με περίεργα γυαλιά ηλίου, στεκόταν απέναντι και χάζευε την είσοδο των γραφείων της εφημερίδας. Άραγε, να ήταν της αστυνομίας; Της Φωτεινής Σφαίρας; Των ανταρτών και φορούσε γυαλιά για να καλύψει τους φακούς; Μα, οι μισοί άνθρωποι φορούσαν γυαλιά ηλίου…

Γιατί η Φωτεινή Σφαίρα δεν θεράπευε το αγοράκι;
Ερωτήσεις και απορίες πολλές. Υποτίθεται ότι όλα τα μυστήρια θα λύνονταν με τη Δευτέρα Παρουσία. Αμ δε…
Έριξε μια μηχανική ματιά στην οθόνη του μοντ επικοινωνίας. Είχε μήνυμα. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ.
Ποιος ήταν πάλι αυτός; Αν ήταν υπόγειος, θα έλεγε ξάδερφος Μάκης… μάλλον. Αν ήταν κάποιος άλλος, γιατί δεν άφηνε όνομα; Το μήνυμα είχε αποστολέα ένα ακαταλαβίστικο όνομα, που σίγουρα δεν σήμαινε κάτι σε καμιά γλώσσα της Γης. Κι αν ήταν κώδικας; Ή κάποια θεϊκή γλώσσα;

«Μίκο, σύνελθε…» μονολόγησε. «…Ο κόσμος είναι τόσο απλός όσο φαίνεται. Κι αν κάτι αξίζει σε αυτή τη ζωή… αξίζει.»
Τα τροχάκια της καρέκλας του τσίριξαν. Σηκώθηκε απότομα και βγήκε στον καθαρό αέρα.

ΗΡΟΝΟ13_1

 

Ζαρμιζεγεθούσα,  Δακία  115 μχ 

Ξύπνησε μέσα στο σκοτάδι λουσμένη στον ιδρώτα.
Πάλι ο ίδιος εφιάλτης, ήρθε απρόσκλητος στα όνειρα της και τάραξε τις σκέψεις της.
Ονειρεύτηκε ξανά το γκρίζο, σκοτεινό οίκημα που διαφέντευε ως η μοναδική πυργοδέσποινα.
Δράκοι που γέννησε  ο Ίστρος ποταμός,  μεγάλοι σαν λόφοι, πλησίαζαν το κάστρο και ξερνούσαν φωτιές.
Τα μάτια τους όμοια με λίμνες κατακόκκινες, πνιγμένες θαρρείς, στο αίμα αθώων ανθρώπων, έσπερναν τον τρόμο.
Το στόμα τους μια ερεβώδης σπηλιά που πλαισίωναν τερατώδη κοφτερά δόντια, έδειχνε τον δρόμο για την άβυσσο, σε μια πορεία δίχως γυρισμό.
Πλησίαζαν κι εκείνη μόνη της σε τούτο τον πύργο, καταραμένος ιππότης, προορισμένος να διαφυλάξει το αρχέγονο μυστικό του.
Σειόταν το χώμα από την προσμονή των δράκων και έτρεπε σε άτακτη φυγή τα ζώα του δάσους.
Πλησίαζαν, πλησίαζαν και ξαφνικά, για κάθε δράκο υψωνόταν μια μυτερή κορυφή, ένα προπύργιο του κάστρου που τσάκιζε το θεριό όταν έπεφτε πάνω του.
Για κάθε δράκο και μια κορυφή, ένα πέτρινο δόρυ που το αναχαίτιζε και σταματούσε το ανίερο έργο του.
Δέκα πυργίσκοι για τους δέκα τρομερούς δράκους. Δέκα φύλακες για το Ιερό της Κειμήλιο.
Αυτό το θυμόταν κάθε φορά που ξυπνούσε και ήταν σίγουρη για τον αριθμό τους.
Δέκα!
«Τι να σημαίνει;», αναρωτιόταν τα άγρυπνα βράδια της.

Η Φλάβια ήταν ήδη πέντε χρόνια στην Ζαρμιζεγεθούσα, την μεγαλύτερη από τις πόλεις της Δακίας.
Μετά την την καταστροφή της Μονής των Ασέγων, όπου και ζούσε,  από τις ορδές των Ρωμαίων στρατιωτών και την φυγή της, συνάντησε ένα καραβάνι ταξιδιωτών.
Ήταν Δάκες, όπως έμαθε αργότερα, που γυρνούσαν στον τόπο τους κυνηγημένοι και ταπεινωμένοι από τους Ρωμαίους.
Ευτυχώς μιλούσαν την ίδια γλώσσα και αφού ικέτεψε για την βοήθεια τους, την άφησαν να ταξιδέψει μαζί τους για την «Ευτυχισμένη Δακία», όπως θα την ονόμαζαν μετέπειτα οι Ρωμαίοι κατακτητές της.
Ήταν ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι που όμως με την παρουσία του Σέλεστου, ενός όμορφου και υπερήφανου άνδρα που την προστάτεψε και σεβάστηκε την αδύναμη φύση της,
πέρασε ευχάριστα και χάρισε στην Φλάβια έναν παντοτινό και πιστό σύντροφο.
Ζούσε με τον Σέλεστο και τα δυο της παιδιά σε ένα ήσυχο αγρόκτημα.
Μόλις πριν λίγο καιρό, είχε μοιραστεί το μυστικό της με αυτόν τον άνδρα, που την είχε τιμήσει με την εμπιστοσύνη και την αγάπη του και θεώρησε χρέος της να τον κάνει κοινωνό στην γνώση της για το Ιερό Κειμήλιο. Μαζί προσπαθούσαν να το προστατέψουν και να το διαχειριστούν.
Μαζί προσπαθούσαν και τώρα να βρουν μια εξήγηση για τα όνειρα που ταλάνιζαν την Φλάβια και την σχέση τους με το κοινό τους μυστικό.
Το μυστικό που κατείχαν μόνο δύο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο μέχρι τώρα.
Το μυστικό του χρόνου.

ΗΡΟΝΟ13_2

 

Αθήνα, 2018

«Τα κανόνισα…» μούγκρισε ο διευθυντής. «Θα πας στην Ιερουσαλήμ για να καλύψεις ένα μαραθώνιο που θα γίνει εκεί. Αν, παράλληλα, θες να μιλήσεις με τον Θεό, δικό σου θέμα. Εμένα μην με ανακατεύεις.»
«Μα, δεν είμαι αθλητικός συντάκτης. Εξάλλου, μαραθώνιος, τέτοια εποχή, εκεί πέρα, με τόση ζέστη; Ποιος παλαβός θα τρέξει;»
«Άσε τα κουζουλά. Θα πας ή θα στείλω κάποιον άλλον;»

Η Ζαχάρω Σεληνιάδη ήταν Ελληνίδα, αλλά μεγάλωσε στη Χιλή, αφού οι γονείς της είχαν μεταναστεύσει εκεί. Από μικρή φαινόταν ότι ήταν γεννημένη αθλήτρια. Ειδικοί γυμναστές μιλούσαν για σπάνιο ταλέντο που θα κάνει θαύματα. Η μαγευτική έλξη που πάντα ένοιωθε για ταξίδια και περιπέτεια την οδήγησαν στο να γίνει αθλήτρια του ακραίου μαραθώνιου, ενός νέου σπορ, που δεν ήταν παρά μαραθώνιος μεν, σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες δε.
Κλείνοντας τα 18 αρνήθηκε την υπηκοότητα της Χιλής που της δινόταν μαζί με άλλες γενναιόδωρες παροχές και προτίμησε να κρατήσει την Ελληνική. Δεν πρόλαβε ποτέ να σκεφτεί αν έκανε σωστά ή αν μετάνιωσε.

Πάντως, εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν στο αεροδρόμιο της Αθήνας με προορισμό την Ιερουσαλήμ. Χαλάρωνε μέχρι να έρθει η ώρα της απογείωσης. Χαλάρωνε… τρόπος του λέγειν. Κάθε φορά που της δινόταν η ευκαιρία να αποδράσει νοητικά από το παρόν, έστω και για λίγες στιγμές, της ερχόταν στο μυαλό εκείνη η μέρα… από τότε, ξυπνούσε σχεδόν καθημερινά από εφιάλτες που σχετίζονταν με το γεγονός.

Ήταν ο μαραθώνιος στην πυκνή βλάστηση της Αφρικής, μάλλον στο Ζαΐρ. Καθώς οι αθλητές έτρεχαν, τα πόδια τους βασανίζονταν από τα αγκάθια που ξεπρόβαλλαν άτακτα από αριστερά και δεξιά. Η καρδιά τους χτυπούσε, πέρα από την ένταση, και από τις ουρές των φιδιών που έσπευδαν να κρυφτούν στους θάμνους νοιώθοντας το ποδοβολητό. Ο Ήλιος συνήθως κρυβόταν πίσω από τα φύλλα, αλλά όταν κάποιο ξέφωτο έκανε την εμφάνισή του, εμφανιζόταν κι αυτός, ανελέητος, λες και φύλαγε τις ακτίνες του για εκείνες τις στιγμές. Με τις χοντρές στάλες ιδρώτα να χορεύουν στο ρυθμό του τρεχαλητού της, δεν είχε και πολλά να σκεφτεί εκείνες τις στιγμές. Ακολουθούσε μηχανικά τα βήματα της μπροστινής της, της Ούλα από τη Φινλανδία. Είχαν τρέξει κι άλλες, πολλές φορές μαζί και ήταν πια φίλες. Σιωπηλά έδινε κουράγιο η μια στην άλλη, καθώς αμέτρητες φορές και ώρες είχαν ανταλλάξει τους ρόλους του λαγού και του ακόλουθου.

Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, ο Ήλιος βρήκε ευκαιρία να την θαμπώσει. Την άλλη στιγμή η Ούλα είχε εξαφανιστεί. Σταμάτησε λαχανιασμένη. Κοίταξε δεξιά και αριστερά για να βρει άλλους συναθλητές. Μάταια. Μάλλον ήταν πολύ πίσω. Σκέφτηκε ότι η κούραση της είχε κάνει μια κακόγουστη φάρσα. Όταν, την άλλη μέρα, είχε κοιμηθεί και ήταν ξεκούραστη, συνειδητοποίησε πως αυτό που έζησε ήταν αληθινό. Σας έχει τύχει να είστε σίγουρος για κάτι και να μη σας πιστεύει κανείς;
Από εκείνη τη μέρα η Ούλα χαρακτηρίστηκε αγνοούμενη. Οι τοπικές αρχές έδωσαν την εξήγηση κάποιου άγριου θηρίου, που παραδόξως είχε ξεφύγει από τα μέτρα ασφαλείας. Οι άλλες χώρες απέδωσαν την εξαφάνιση στους μικρούς πολέμους των τοπικών φυλών.

Βγήκε από τις σκέψεις της και χάζεψε το πλήθος στην αίθουσα αναχωρήσεων. Ροήφηξε μια γουλιά από τον μαύρο καφέ της.

Ο Μίκος Ατμίκος άφησε την μικρή του βαλίτσα και κράτησε μόνο ένα μικρό τσαντάκι, μέσα στο οποίο είχε βάλει ένα βιβλίο, τους φακούς και το σβησμένο – αναγκαστικά – μοντ επικοινωνίας.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και βρέθηκε μέσα στο αεροπλάνο. Καθόταν στο παράθυρο, κάπου στη μέση και στην αριστερή μεριά του σκάφους. Η μεσαία θέση της σειράς του ήταν ακόμα κενή. Στη δεξιά θέση ήρθε μια πολύ αδύνατη και ψιλή γυναίκα. Της πρόσφερε ευγενικά την δικιά του με ένα χαμόγελο. Εκείνη δέχτηκε ανταποδίδοντας. Δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα.

Ελάχιστα λεπτά πριν αρχίσει η πτήση, έφτασε λαχανιασμένος ένας νεαρός και βρέθηκε ανάμεσά τους. Έριξε μια αδιάφορη ματιά στην κοπέλα και μετά κοίταξε τον Μίκο για κάμποσα δευτερόλεπτα. Ο Ατμίκος, όταν το κατάλαβε, κοίταξε κι αυτός. Κάτι του θύμιζε ο νεαρός.

Βρίσκονταν πια στον αέρα, όταν θυμήθηκε ποιος ήταν. Ήταν ο τύπος που είχε στηθεί έξω από τα γραφεία της εφημερίδας. Για να φτάσει μέχρι να κάθεται στο αεροπλάνο δίπλα του, κάτι ύποπτο υπήρχε. Ήταν σίγουρος πια. Προσπάθησε να ξεχαστεί και να κάνει τον αδιάφορο. Δεν ήταν εύκολο να χαζέψει έξω από το παράθυρο, κι έτσι συγκεντρώθηκε σε ένα ντοκιμαντέρ που προβαλλόταν στις οθόνες του σκάφους. Αναφερόταν στη Νεκρά Θάλασσα, με την απίστευτη περιεκτικότητα σε αλάτι, στην περιοχή της οποίας θα γινόταν ο μαραθώνιος.
Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε τα Σόδομα και τα Γόμορα. Να ήταν, άραγε, έργο της Φωτεινής Σφαίρας η καταστροφή;

Το ταξίδι ήταν ήσυχο και η προσγείωση χωρίς εκπλήξεις. Το αεροπλάνο έφτασε στην καθορισμένη θέση του και δεν έμενε παρά η αποβίβαση. Όμως, αργούσε. Αργούσε πολύ. Είχε συμπληρωθεί μια ώρα και όλοι ήταν παγιδευμένοι στις θέσεις τους. Αν και τα κλιματιστικά του αεροπλάνου δούλευαν στο φουλ, η αντανάκλαση του φωτός από το ανοιχτόχρωμο τσιμεντένιο έδαφος φανέρωνε έναν αδυσώπητο Ήλιο.
Κάποιες σποραδικές διαμαρτυρίες πολλαπλασιάζονταν με το πέρασμα της ώρας. Όταν η κατάσταση είχε φτάσει στο αρποχώρητο, άνοιξε η μπροστινή πόρτα. Μια ομάδα από στρατιώτες μπήκε μέσα. Ορισμένοι από αυτούς κρατούσαν κάποια περίεργα μηχανήματα, ενώ οι υπόλοιποι είχαν το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Κάποτε έφτασαν και στη σειρά του Μίκου. Το μηχάνημα άρχισε να φωνάζει τσιριχτά. Ένα κόκκινο λαμπάκι αναβόσβηνε στο ρυθμό του συναγερμού. Οι στρατιώτες περικύκλωσαν τα τρία καθίσματα. Ένας ψηλός άντρας με τρια αστέρια στη στολή πλησίασε. Άνοιξε το τσαντάκι του Ατμίκου, βγάζοντας το κουτί με τους φακούς και φωνάζοντας στη γλώσσα του. Οι επιβάτες έβγαλαν επιφωνήματα έκπληξης.

«Μα… τι…», ψέλλισε ο Μίκος. «… το έχω δηλώσει. Άλλωστε, πέρασε και από το μηχάνημα στο αεροδρόμιο της Αθήνας…»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

Advertisements