ο μισάνθρωπος Σοπενχάουερ

Από τον Δημήτρη Δημητριάδη

O Άρθουρ Σοπενχάουερ ήταν ένας οutsider μεταξύ των φιλοσόφων. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα unikat. Δεν ανήκε σε καμία γνωστή φιλοσοφική σχολή ενώ εναντιωνόταν στα τότε γνωστά ρεύματα φιλοσοφικής σκέψης. Κυρίως δεν ήταν ένας οπτιμιστής, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοι του καιρού του, αλλά ένας βαθιά πεσιμιστής.

Τα πάντα στον κόσμο τείνουν να αποδειχτούν μια φενάκη, έγραφε, και η ζωή παρουσιάζεται ως μια απάτη,τόσο στα μεγάλα όσο και στα καθημερινά, από την στιγμή που θα σου υποσχεθεί κάτι το αναιρεί για να σου δείξει πόσο ευτελής ήταν η επιθυμία σου. Ο κόσμος μας είναι ο χειρότερα δυνατός και καλύτερα να μην υπήρχε.

Η απαισιοδοξία του Σοπενχάουερ τον κάνει στην πορεία και άθεο. Δεν μπορεί να φανταστεί να υπάρχει ένας θεός, που του προσάπτουν ιδιότητες όπως αγάπη,συμπόνοια, παντοδυναμία ,που θα μπορούσε να φτιάξει έναν τέτοιο φριχτό κόσμο. «Ένας τέτοιος Θεός δεν θα ήθελα να ήμουν, η σαθρότητα αυτού του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά». Η συμπάθεια του περιοριζόταν κυρίως στα ζώα και όχι στους ανθρώπους, επέλεξε την μοναχικότητα από πεποίθηση και για λόγους αυτοπροστασίας. Για αυτόν η κοινωνία ήταν σαν μια πύρινη σφαίρα που αν είσαι σε απόσταση σε θερμαίνει και σε φωτίζει αλλά αν την πλησιάσεις πολύ σε καίει . Φυσικά και παρέμεινε μια ζωή ανύμφευτος, «ο γάμος αποσκοπεί μόνο στο να μολύνεται ο ένας από τον άλλον, να περιορίζονται τα δικαιώματα του και να διπλασιάζονται οι υποχρεώσεις σου», μόνος σύντροφος της ζωής του, ένα κουτάβι. Το σκυλάκι σου είναι πιστό ακόμη και στην φουρτούνα , ενώ ο άνθρωπος φεύγει με το πρώτο αεράκι.

Ο Σοπενχάουερ υπέφερε από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ακριβώς αυτός ο πόνος τον μετέτρεψε σε φιλόσοφο. Θαυμαστές του υπήρξαν διάσημοι συγγραφείς όπως Τόμας Μαν, Μάρσελ Προυστ, Φραντς Κάφκα, Λέων Τολστόι. Ο τελευταίος τον εκθειάζει ως την μεγαλύτερη ιδιοφυΐα. Ο πεσιμισμός του Σοπενχάουερ είχε τόσο φιλοσοφικές όσο και προσωπικές βάσεις. Ο πατέρας του ένας συνολικά ευκατάστατος έμπορος υπέφερε από χρόνια κατάθλιψη την οποία κληρονόμησε και ο ίδιος. Ήδη σε ηλικία των έξι ετών, υπέφερε από σύνδρομο φοβίας, μια κατάσταση που θα τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιπρόσθετα οι γονείς τους διαπληκτίζονταν συνεχώς μεταξύ τους. Ο πατέρας του ήταν βαρύς σε αντίθεση με την κατά πολλά χρόνια νεότερη μάνα του, που ήταν κοινωνική, χαρούμενη, ανέμελη. Το δύστροπο αυτό οικογενειακό περιβάλλον θα τον ωθήσει να κάνει πολλά ταξίδια, μόνο και μόνο για να λείπει κατά μεγάλα διαστήματα από τον οικογενειακό ζυγό.

Όταν πεθαίνει ο πατέρας του εγκαθίσταται με την μητέρα του στην Βαϊμάρη η οποία ανοίγει ένα δικό της βιβλιοπωλείο. Την μπουτίκ λογοτεχνίας επισκέπτονται μεταξύ άλλων ο Γκαίτε και πολλά άλλα ξακουστά ονόματα σκεπτόμενων. Εκεί θα έρθει σε επαφή και με τις Ουπανισάδες, τα ινδουιστικά ιερά κείμενα . Αργότερα θα πει ότι η μελέτη αυτών των γραφών, ήταν η μόνη παρηγοριά στην ζωή του. Αυτό που τον στιγμάτισε σε αυτές τις γραφές ήταν ότι καθρέφτιζαν τις προσωπικές του πεποιθήσεις για τη ζωή που ήταν μόνο πόνος και μαρτύριο. Στα ινδουιστικά αυτά κείμενα αυτά θα βρει όμως και ένα είδος ανακούφισης αφού ο πεσιμισμός και η δυστυχία του δεν είναι σύμφωνα με αυτά, αποτελέσματα προσωπικής αποτυχίας, αλλά συμπτώματα ενός στρεβλού κόσμου. Οι κοσμοαντιλήψεις της Άπω Ανατολής θα αποτελέσουν λίγο αργότερα έναν από τους πυλώνες της προσωπικής του φιλοσοφίας μαζί με του Πλάτωνα και του Καντ. Όταν ενηλικιώνεται κληρονομεί από τον πατέρα του την όχι ευκαταφρόνητη περιουσία του, πράγμα που του επιτρέπει να αφοσιωθεί χωρίς υλικές ανησυχίες εξ ολοκλήρου στις σπουδές του που θα ολοκληρωθούν με το διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Ιένας.

Εγκαθίσταται στην Δρέσδη όπου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αφοσιωθεί εκ ολοκλήρου στην συγγραφή του κύριου επιστημονικού του έργου ‘’Die Welt als Wille und Vorstellung’’  («ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση’»). Το έργο αυτό θα αποτελέσει σταθμό της φιλοσοφικής γνωσιολογίας και ταυτόχρονα ένα μανιφέστο της άρνησης του κόσμου. Στο έργο αυτό ο Σοπενχάουερ πραγματεύεται τρία θέματα: τον κόσμο ως παράσταση, τον κόσμο ως βούληση και τον κόσμο ως τόπο  μαρτυρίου.

Στο πρώτο κεφάλαιο ο Σοπενχάουερ στηρίζεται στην φιλοσοφία του Καντ. Κατά αυτόν, ο κόσμος δεν είναι αυτός που μας φαίνεται αλλά αυτός που φανταζόμαστε μέσω των αισθήσεών μας. Για παράδειγμα αν φορούσαμε πράσινα γυαλιά ο κόσμος μας θα ήταν πράσινος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι πράσινος. Ενώ όμως δεν έχουμε πράσινα γυαλιά εντούτοις οι αισθήσεις μας και η λογική μας δεν αποτυπώνουν ένα προς ένα τον κόσμο όπως είναι, αλλά προσθέτουν ή αφαιρούν (οι αισθήσεις μας) και κάτι από μόνα τους. Για παράδειγμα προσλαμβάνουν τον κόσμο σε χώρο και χρόνο ενώ κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνο μέσω των αισθήσεών μας που μπορούν να το δουν μόνο κατά αυτόν τον τρόπο. Συνεπώς ο κόσμος είναι μια εικόνα, ένα αποτύπωμα, μια παράσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι αληθινός, είναι αληθινός αλλά είναι η δικιά μας αλήθεια.

Η πρωτοτυπία του Σοπενχάουερ αποτυπώνεται στο δεύτερο μέρος αυτούς έργου. Στο δεύτερο κεφάλαιο ρωτάει για τον λόγο, για τα αίτια της προσωπικής μας φαντασίας, τι είναι, ρωτάει, ποια είναι η αιτία που γεννάει τη φαντασία μας; Στην αναζήτηση αυτή ενδοστρέφει το βλέμμα του ‘’δες την αλήθεια μέσα σου’’, γράφει, στο μέσα σου τέμνει ο ουρανός την γη. Και αυτό διότι εμείς οι ίδιοι είμαστε με την σειρά μας μια φαντασία την οποία μπορούμε να ερευνήσουμε πιο εύκολα. Εξωτερικά είμαστε ένα σώμα και συνεπώς μέρος του κόσμου που τον αντιλαμβανόμαστε ως φαντασία ταυτόχρονα όμως μπορούμε να δούμε και τι υπάρχει μέσα μας, πίσω από το εξωτερικό περίβλημα του σώματός μας.

¨Όταν βλέπω τον εαυτό μου να καλλιεργεί τον αγρό είναι σαν να βλέπω τα σύννεφα στον ουρανό ή ένα τρένο που περνάει. Ωστόσο για τον εαυτό μου ξέρω ότι σκάβω το χώμα για να σπείρω στην συνέχεια τον σπόρο. Δηλαδή η αιτία της φαντασίας μου -να οργώσω τον αγρό-  είναι η θέλησή μου, συνεπώς στον εαυτό μου μπορώ όχι μόνο να αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου τον εξωτερικό κόσμο , το περίβλημα, αλλά και τι κρύβεται πίσω από αυτήν φαντασία, τι κρύβεται πίσω από αυτή την παράσταση, μπορώ να διακρίνω την αιτία , το περιεχόμενο πίσω από την εικόνα. Σε σχέση με το υλικό σώμα, το περιεχόμενο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το εσωτερικό στοιχείο του ανθρώπου , το σώμα του είναι οι κινήσεις, η εξωτερική πραγμάτωση της θέλησης. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι βούληση και παράσταση.

Την σκέψη αυτήν ο Σοπενχάουερ την επεκτείνει τώρα και σε όλα τα άλλα πράγματα του εξωτερικού κόσμου στη φύση. Όχι μόνο τα ζώα και τα φυτά αλλά και τα άψυχα όντα είναι πραγμάτωση μιας εσωτερικής θέλησης , όλος ο κόσμος είναι βούληση και παράσταση. Τη βούληση ο Σοπενχάουερ την ερμηνεύει πλατιά , αναφέρεται σε κάθε κίνηση, σε κάθε παρουσίαση- έκφανση της φύσης. Στα ζώα παρουσιάζεται αυτή η βούληση πιο ξεκάθαρα από ότι στον άνθρωπο, που είναι καλυμμένος με γνώση και η πραγματική του φύση παρουσιάζεται μόνο σπασμωδικά. Στο φυτό δε, η βούληση είναι πιο ατόφια παρουσιάζεται σαν απλή ορμή για ύπαρξη. Χωρίς λόγο και αιτία.

Κατά τον Σοπενχάουερ η βούληση, που είναι η αιτία της παράστασης του κόσμου, δεν είναι αυτό που καταλαβαίνουμε σήμερα ως μια αντανάκλαση καθοδηγούμενη από λογική που στοχεύει κάπου, αλλά είναι μια υπόκωφη, ορμέμφυτη ανάγκη ύπαρξης από μόνη της. Είναι η θέληση για την θέληση, είναι η θέληση για την ζωή. Αυτή είναι η δύναμη που κινεί όλη την φύση και τον άνθρωπο με την μόνη διαφορά ότι στον άνθρωπο η βούληση έχει συνείδηση του εαυτού της και ο άνθρωπος δεν θέλει τίποτε άλλο διαφορετικό από αυτό που θέλουν τα ζώα και τα φυτά, να ζήσει και να επιζήσει.

Από αυτή την θεώρηση αλλάζει και η εικόνα που έχει ο Σοπενχάουερ για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν κινείται βάση λογικής αλλά βάση ενστίκτων η πιο βαθιά αιτία που μας χαρακτηρίζει είναι άλογη, ο άνθρωπος έχει λογική αλλά δεν είναι αυτή που κυβερνάει την βούλησή του. Η βούληση απλώς μετέρχεται της λογικής για τους σκοπούς της. Χαρακτηριστικότερη έκφανση αυτής της ορμέμφυτης δύναμης της βούλησης είναι η ορμή για συνουσία που κυριαρχεί πάνω σε όλα τα έμβια όντα . Στον άνθρωπο δεν είναι το μυαλό ή η καρδιά το κέντρο ύπαρξής του αλλά τα γεννητικά του όργανα που αποτελούν τρόπο τινά τον αντίπαλο της σκέψης. Στα γεννητικά όργανα διαφαίνεται η συγγένεια του ανθρώπου με τα λοιπά ζώα.

Η θέληση όμως είναι και η αιτία του πόνου, αυτό προκύπτει ήδη εξ ορισμού, η θέληση θέλει συνεχώς κάτι που λείπει. Η θέληση είναι η πηγή της ανικανοποίησης και δεν μπορεί ποτέ να κορεστεί αφού δεν γνωρίζει όρια. Κάθε εκπλήρωση της θέλησης γεννά μια νέα θέληση με τη σειρά της. Όμως καθώς τα όρια εκπλήρωσης είναι πεπερασμένα δημιουργείται συνεχώς ένα χάσμα μεταξύ θέλησης και εκπλήρωσης που στοιχειοθετεί τον πόνο. Ο πόνος αυτός είναι διάσπαρτος στην φύση που λειτουργεί βάση του κανόνα «ο θάνατός σου η ζωή  μου» .

Ο άνθρωπος επιπλέον υποφέρει και από τους ίδιους τους ομογενούς του. Οι άγριοι τρώγονται μεταξύ τους ,οι τιθασευμένοι απιστούν μεταξύ τους , κόσμος είναι μια κόλαση όπου οι άνθρωποι είναι σε αυτήν και τυραννημένες ψυχές και δήμιοι ταυτόχρονα. Ο κόσμος είναι μια κόλαση και αιτία της δυστυχίας είναι η βούληση που υπάρχει στην ίδια την φύση,. Συνέπεια αυτής της θεώρησης είναι η καταφρόνηση της αισιοδοξίας της υπαρξιακής προσέγγισης που σταμπάρεται ως κάτι το επιπόλαιο.

Το έργο τελείωσε το 1818 ωστόσο δεν βρήκε την απήχηση που ευχόταν ο συγγραφέας του. Είκοσι πέντε χρόνια μετά ο Σοπενχάουερ θα επανεκδώσει το έργο του συμπεριλαμβάνοντας τώρα και ένα τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο .

Εδώ ο Σοπενχάουερ προσπαθεί να δώσει απαντήσεις για το αν είναι δυνατόν να αμβλυνθεί ή να παταχθεί ο πόνος του κόσμου. Δυο δρόμοι υπάρχουν κατά τον Σοπενχάουερ σε αυτήν την προσπάθεια. Ο πρώτος είναι δια της τέχνης.

Παρατηρώντας ένα όμορφο έργο τέχνης θαμπωνόμαστε και χαιρόμαστε με την ομορφιά του και αυτό το αίσθημα δεν συνοδεύεται από καμία παρόρμηση όσο παρατηρούμε το έργο τέχνης. Δεν έχουμε την ορμή να το κατακτήσουμε, να το οικειοποιηθούμε. Στην ατένιση ενός έργου τέχνης απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά της θέλησης και κατά συνέπεια από τον πόνο που αυτή συνεπιφέρει. Για λίγες μόνο στιγμές αγγίζουμε μια κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και αγαλλίασης.
Ενώ όμως αυτή η απελευθέρωση από τα δεσμά της βούλησης διαρκεί μόνο για λίγο – όσο βρισκόμαστε μπροστά στο έργο τέχνης – θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και έναν δεύτερο δρόμο για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της βούλησης: Αυτόν της ασκητικής. Μόνο σε αυτήν την κατάσταση δεν επιθυμούμε, άρα δεν υποφέρουμε. Εδώ φαίνεται η αρχική επιρροή του Βουδισμού πάνω στην φιλοσοφική σκέψη του Σοπενχάουερ.

Πέρα από την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πόνο σε προσωπικό επίπεδο, η κοσμοαντίληψη του εισάγει και μια ηθική πρόταση:  ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλη η φύση δεν είναι παρά η φανέρωση της ίδιας της θέλησης. Όλα τα έμβια όντα είναι το αυτό, συνεπώς ο πόνος του ενός , είναι συνάμα και πόνος του άλλου , αφού και τα δύο είναι παράγωγα της ίδιας αιτίας. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι η  διαφορετικότητα του από τον άλλον είναι απλώς μια παράσταση, μια απατηλή εικόνα, ενώ η θέληση ως αιτία της εικόνας είναι κοινή για όλη την φύση . Η φύση μοιράζεται μια κοινή αιτία επομένως ο πόνος του ενός είναι πόνος του άλλου αφού η φύση είναι ενιαία.
Το να μην φας μια μέρα καθόλου διότι έδωσες στον άπορο διπλανό σου είναι μια πράξη συμπόνοιας και ανθρωπιάς.

Στο τέλος της ζωής του ο Σοπενχάουερ κληροδότησε όλη την περιουσία του σε φιλοζωικά ιδρύματα αλλά και σε φιλανθρωπικά , παρότι ο ίδιος βαθιά μισάνθρωπος. Ή μήπως όχι;

πηγή

Advertisements