πόσο κοστίζει στους λαούς το «Ολυμπιακό Ιδεώδες»;

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1997 κατά τις επτά και μισή το απόγευμα η πόλη πνίγηκε ξαφνικά από κορναρίσματα και ζητωκραυγές. Όσοι δεν είχαμε εκείνη τη στιγμή ανοικτό ραδιόφωνο και δεν ακούσαμε τον κ. Σάμαρανκ να αναγγέλλει σε ζωντανή σύνδεση το «νικήτρια πόλη είναι… η Αθήνα» ξαφνιαστήκαμε αρκετά.

Από τότε άλλαξαν πολλά. Σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, οι περισσότεροι έχουν μάλλον αναθεωρήσει γι αυτούς τους πανηγυρισμούς. Στη Βραζιλία αυτό συνέβη πριν καν ανάψει η ολυμπιακή φλόγα. Κι όμως, τα «Olympic Games» όπως είναι η επίσημη επωνυμία της πολυεθνικής ιδιωτικής επιχείρησης που διαχειρίζεται τους αγώνες, συνεχίζουν να αποτελούν γεγονός, η ανάληψη του οποίου πανηγυρίζεται από τους λαούς.

Αρχικά. Γιατί μετά τους αγώνες τα πράγματα είναι συνήθως διαφορετικά.

Πέρα από την εθνική υπερηφάνεια για την διοργάνωση ενός αθλητικού γεγονότος παγκόσμιας εμβέλειας, οι Ολυμπιακοί Αγώνες προβάλλονται στους πολίτες των χωρών που τους διεκδικούν ως μια επένδυση σίγουρης απόδοσης για το μέλλον. Ο ισχυρισμός δείχνει να πείθει. Είναι όμως έτσι;

Το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων βαίνει ραγδαία αυξανόμενο από διοργάνωση σε διοργάνωση. Το 1996 η Ατλάντα πλήρωσε για τους αγώνες μόλις 1,5 δις, το 2000 το Σίδνευ 3,8 δις, η Αθήνα το 2004 9,2 δις, το Πεκίνο το 2008 11,4 δις και το Λονδίνο το 2012 περίπου 13 δις. Το συνεχώς διογκούμενο κόστος δεν οφείλεται τόσο στα έργα υποδομής που θα μείνουν ως κληρονομιά στην διοργανώτρια πόλη αλλά κυρίως σεδαπάνες που χάνουν ολότελα την αξία τους αμέσως μόλις σβήσουν τα φώτα της τελετής λήξης. (βλ. υποσημείωση [1] και [2] στο τέλος του άρθρου)

Δεν είναι μόνο τα υπερπολυτελή και πανάκριβα στάδια, πολλά για αγωνίσματα που οι ντόπιοι δεν είχαν ακούσει ποτέ –ούτε και θα ξανακούσουν– και τα οποία θα ρημάξουν με το πέρας των αγώνων. Ένα σημαντικό ποσό από τα χρήματα των φορολογουμένων ξοδεύονται για την ασφάλεια, ώστε να αντιμετωπιστεί το υπέρμετρο ρίσκο που παίρνει η διοργανώτρια χώρα μην τυχόν και κάτι πάει στραβά αυτές τις δεκαπέντε ημέρες της διοργάνωσης και αμαυρωθεί ανεπανόρθωτα η εικόνα της.

Δεν έχει νόημα να συγκρίνει κανείς τα άμεσα έσοδα της διοργάνωσης με το κόστος της. Διαφήμιση, τηλεοπτικά δικαιώματα, εισιτήρια και έσοδα τουρισμού μαζί, σπάνια ξεπερνούν το 15-20% του κόστους οργάνωσης των αθλητικών γεγονότων. Χώρια που μεγάλο μέρος των εσόδων παρακρατείται από την «Olympic Games». Τι γίνεται όμως με την μακροχρόνια επίδραση της διοργάνωσης στις τοπικές οικονομίες, η οποία αποτελεί και το «πάτημα» της Ολυμπιακής Επιτροπής όταν πλασάρει τους αγώνες στις υποψήφιες χώρες;

Οι έρευνες που συνήθως προβάλλονται κάνουν λόγο για θετικά αποτελέσματα στο ΑΕΠ των διοργανωτριών χωρών. Αναμφισβήτητα, το ΑΕΠ μιας χώρας που αναλαμβάνει ένα τέτοιας κλίμακας έργο αναμένεται να παρουσιάσει βραχυχρόνια βελτίωση. Αυτό όμως που δεν ξεκαθαρίζεται σε αυτές τις έρευνες είναι ότι η αύξηση προκύπτει σχεδόν εξολοκλήρου από εργοδοσίες που εξοφλούνται με υπέρογκο δανεισμό του δημοσίου τομέα. Με χρέος, δηλαδή.

Αυτό κρύβει δύο επικίνδυνες παγίδες για τις διοργανώτριες χώρες.

Πρώτον, όταν οι χώρες είναι αναπτυσσόμενες, ο δημόσιος δανεισμός μπορεί να αποδειχτεί δυσβάστακτος για το μέγεθος του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτό συνεπάγεται πως στο μέλλον θα απαιτηθούν υφεσιακές πολιτικές σε βάρος των φορολογουμένων για να ξεπληρωθούν τα δανεικά.

Δεύτερον, επειδή ένα μικρό μόνο μέρος της επένδυσης θα χρησιμεύσει ως μελλοντική υποδομή και επειδή τα έργα κατασκευάζονται όλα μαζί και εσπευσμένα με συνέπεια να έχουν ακόμη πιο αυξημένο κόστος λόγω των υπερτιμολογήσεων, οι ολυμπιακές δαπάνες έχουν σχεδόν αμελητέο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης για τη χώρα από τη διοργάνωση μιας Ολυμπιάδας.

Αν κάποιος συνδυάσει αυτούς τους δύο παράγοντες καταλήγει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι τα αναπτυσσόμενα κράτη που έχουν αναλάβει αγώνες θα πρέπει να αναμένουν μια μεταολυμπιακή περίοδο ύφεσης στην οικονομία τους, και όχι άνθησης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την επιστημονική έρευνα.

Η πιο ενδιαφέρουσα εργασία πάνω σε αυτό το ζήτημα έγινε από τον καθηγητή Άλεν Σάντερσον από το πανεπιστήμιο του Σικάγο. Ο Σάντερσον έψαξε για τα καθαρά μεσοπρόθεσμα αποτελέσματα στην ανάπτυξη από τη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων. Αυτό ήταν ένα ιδιαιτέρως δύσκολο εγχείρημα γιατί η οικονομική ανάπτυξη, που σαφώς επηρεάζεται από τη διοργάνωση μιας Ολυμπιάδας, δέχεται επιδράσεις κι από άλλους αναρίθμητους παράγοντες. Δεν είναι λοιπόν απλή υπόθεση να απομονωθεί η καθαρή επίδραση ενός μεμονωμένου γεγονότος στην οικονομία.

Για να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο ο Σάντερσον σύγκρινε την οικονομική πορεία μιας διοργανώτριας πόλης προς αυτή μιας «αδελφής πόλης» που δεν διοργάνωσε Ολυμπιάδα αλλά βρισκόταν σε σχετικά κοντινή απόσταση και είχε παρόμοια οικονομικά μεγέθη και τάσεις πριν τη διοργάνωση. Στη μελέτη αυτή ο Σάντερσον δεν βρήκεαπολύτως καμία στατιστικά σημαντική ένδειξη ότι η διοργανώτρια πόλη ευνοήθηκε από τους αγώνες.

Αξιόπιστες κι επιστημονικά έγκυρες μελέτες σαν του Σάντερσον υπάρχουν αρκετές αλλά σπάνια ξεπερνούν τα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ίσως επειδή κανείς δεν ενδιαφέρεται για την άποψη του σκεπτικιστή επιστήμονα πάνω στον ενθουσιασμό από την ανάληψη ενός τέτοιου γεγονότος.

Αντιθέτως, υπάρχει τεράστια ζήτηση για έρευνα που δείχνει τα… αντίθετα αποτελέσματα. Ενδεικτικό είναι πως πριν από το 2012, ύστερα από την αρνητική δημοσιότητα που προέκυψε από την οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ελλάδα μετά το «Αθήνα 2004», οι διοργανωτές του Λονδίνου δημοσίευσαν μια προκήρυξη προσφέροντας γενναιόδωρα κονδύλια σε ερευνητές οικονομολόγους που θα διεξάγουν έρευνες καταδεικνύοντας τα «θετικά» αποτελέσματα της Ολυμπιάδας του 2012 για την Βρετανία.

Σύμφωνα με την επικρατούσα επιστημονική άποψη, οι Ολυμπιακοί αγώνες στην παρούσα τους υπερμεγέθη μορφή μπορούν να εξυπηρετήσουν μια και μόνη οικονομική χρησιμότητα: την επίδειξη οικονομικής δύναμης από τη διοργανώτρια χώρα. Στην οικονομική ορολογία αυτό έχει καθιερωθεί με το όρο «signaling» που σημαίνει ότι κάποιος επιδεικνύει δείγμα του υψηλού του επιπέδου προς τα έξω. Σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα λοιπόν, τo «signaling» μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα για μια χώρα που είναι ήδη ανεπτυγμένη και μπορεί να το αξιοποιήσει.

Λογικό. Αν είσαι φτωχός η επίδειξη… φτωχότερο θα σε κάνει.

Γιατί όμως εδώ και πολλά χρόνια οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο όνομα των υποτιθέμενων μακροχρόνιων οφελών τους διεκδικούνται και δίδονται σε «υπό ανάπτυξη» χώρες;

Υπάρχουν δύο λόγοι. Ο πρώτος είναι ότι η ανάληψη των αγώνων αποτελεί πολιτική επιτυχία για την εκάστοτε ματαιόδοξη τοπική ηγεσία ή ελίτ που επιδιώκει να αποκτήσειδιεθνές πρεστίζ – φυσικά, με έξοδα του φορολογούμενου. Ο δεύτερος είναι πως το ιλιγγιώδες μέγεθος του προϋπολογισμού μιας τέτοιας διοργάνωσης αναπόφευκτα δημιουργεί κίνητρα ώστε να παρουσιάζεται μια εικονική οικονομική πραγματικότηταστους πολίτες για το αποτέλεσμα των αγώνων τόσο από την Ολυμπιακή Επιτροπή, όσο και από τους ντόπιους διοργανωτές και τους εργολάβους.

Σήμερα, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον των αγώνων. Το σίγουρο είναι πως όσο χώρες στις οποίες καταλήγει η Ολυμπιακή φλόγα οδηγούνται στην οικονομική αβεβαιότητα, ο σκεπτικισμός θα εντείνεται. Ίσως αυτό να οδηγήσει σε αλλαγή του μοντέλου των αγώνων – ίσως στο εξής να τους διεκδικούν μόνο ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες που επιθυμούν να σπαταλήσουν χρήμα για την εικόνα τους. Ίσως πάλι να βρεθούν και νέες «παρθένες αγορές» – γιατί τα χρήματα είναι πολλά. Ίσως κάπου στην Μέση Ανατολή και την Αφρική, στον δρόμο που άνοιξαν ήδη άλλοι μικρότεροι αλλά παρόμοιας λογικής «έμποροι του αθλητικού ιδεώδους».

 

*Ο Κοσμάς Μαρινάκης είναι επίκουρος καθηγητής οικονομικής επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας (National Research University – Higher School ofEconomics)

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το κόστος των αγώνων βασίζεται σε στοιχεία από το ΙΟΒΕ. Το ποσό των 9,2 δις που αναφέρεται για την Ολυμπιάδα της Αθήνας αναλύεται ως: οι δαπάνες του «Αθήνα 2004» για τα αθλητικά (2,4 δις), συν τις δαπάνες του προϋπολογισμού (6,5 δις) για τα υποστηρικτικά έργα (όχι μετρό, όχι αεροδρόμια, αλλά μόνο έργα που εντάχθηκαν στον «Αθήνα 2004») και την ασφάλεια, συν τα αυτοχρηματοδοτούμενα έργα του Ολυμπιακού προγράμματος (0,4 δις), τα οποία δεν χρηματοδοτήθηκαν μεν από δημόσιο χρήμα αλλά το κόστος τους θα μετακυληστεί στους φορολογουμένους μέσω του κόστους χρήσης (η χρηματοδότηση ενός πρότζεκτ δεν πρέπει να συγχέεται με την οικονομική του κοστολόγηση).

[2] Η μελέτη της Οξφόρδης (The Oxford Olympics Study, 2016) δεν κάνει ξεχωριστή κοστολόγηση για την Ελληνική Ολυμπιάδα. Χρησιμοποιεί τα ίδια στοιχεία που χρησιμοποιεί και το ΙΟΒΕ αλλά επικεντρώνεται μόνο στο κόστος των αθλητικών (τα 2.4 δις) με σκοπό να συγκρίνει το κόστος μεταξύ διαφορετικών διοργανώσεων. Το γεγονός αυτό έχει σκοπίμως αποσιωπηθεί σε διάφορες αναφορές των ελληνικών ΜΜΕ και συχνά παρουσιάζεται ως εναλλακτική κοστολόγηση της Ελληνικής Ολυμπιάδας, ενώ δεν είναι. Αν και η εν λόγω μελέτη χρησιμοποιείται για να τεκμηριωθεί η ορθότητα της απόφασης της ελληνικής ανάληψης, η ίδια η μελέτη καταλήγει ως εξής: «Με βάση τα αποτελέσματα μας, η πόλη που επιθυμεί να αναλάβει τη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων, αποδέχεται την οργάνωση ενός γιγάντιου γεγονότος με το μεγαλύτερο κόστος και χρηματοοικονομικό ρίσκο που έχει ποτέ υπάρξει, κάτι που πολλές πόλεις και κράτη έχουν μάθει στην πράξη».

πηγή: οικονομική πτυχή

Advertisements