Πώς ένα βιβλίο σώζει μια ζωή

Μου εξιστορούσε φίλος εκδότης ότι πριν από περίπου δεκαπέντε, ίσως δεκαεπτά χρόνια δέχτηκε μια μέρα στο γραφείο του την επίσκεψη ενός καλοβαλμένου άντρα γύρω στα πενήντα, ο οποίος, ευγενικά, ζήτησε να τον ακούσει για λίγο, ζητώντας συγγνώμη εάν αφαιρούσε τον πολύτιμο χρόνο του.

Βεβαίως και τον καλωσόρισε. Αμήχανα και με πολλούς κόμπους στη φωνή ο επισκέπτης άρχισε να του διηγείται τι του είχε συμβεί το τελευταίο διάστημα. Είχε χάσει τη δουλειά του· τα χρέη τον έπνιγαν.

Η σύζυγός του τον εγκατέλειψε μαζί με τα παιδιά του. Πέθανε αιφνιδίως ο αδελφός του, που ήταν γερό ηθικό άμα τε και οικονομικό στήριγμα. Είχε χάσει τα πάντα.

Καθώς ένιωθε κουρασμένος και απογοητευμένος, απομακρυσμένος από τις μικρές έγνοιες και χαρές της ζωής, αποφάσισε ότι δεν είχε πια νόημα η ζωή του. Θα έβαζε τέλος σ’ αυτήν αφού πρώτα επισκεπτόταν τη Θεσσαλονίκη που υπεραγαπούσε.

Τα ‘φερε έτσι η τύχη (;), ο καιρός (;) και θυμάται τον εαυτό του να στέκεται έξω από ένα βιβλιοπωλείο και τη ματιά του καρφωμένη στον υπότιτλο ενός βιβλίου «Για τη γαλήνη της ψυχής».

Ο κύριος τίτλος ήταν το «Περί ευθυμίας» του Πλουτάρχου (περίπου 46-119 μ.Χ.), του σπουδαίου αυτού Βοιωτού συγγραφέα με το πολύτιμο για τους επιγόνους έργο του.

Από απορία περισσότερο μπήκε στο βιβλιοπωλείο και αγόρασε το βιβλίο, στιγμές μόνο πριν απ’ αυτό που είχε σκεφτεί (το απονενοημένο…). Κάθισε στην παραλία και το ξεφύλλισε. Σε λίγο, θυμάται, έπιασε τον εαυτό του να διαβάζει με μανία.

Εσκιζε με λύσσα σχεδόν τις δεμένες σελίδες καθώς ούτε χαρτοκόπτη ούτε κάτι ανάλογο είχε. Μέσα σ’ αυτές τις σκισμένες σελίδες ανακάλυπτε ξαφνικά έναν άλλο κόσμο, μια άλλη σκέψη, ένα πνεύμα φωτεινό, χαρούμενο και αισιόδοξο, που εναντιωνόταν στη θλίψη και την απογοήτευση, που πολλές φορές εισδύουν στ’ ανθρώπινα και σκοτίζουν το μυαλό, σμπαραλιάζοντας ταυτόχρονα κάθε καλή διάθεση για συνέχιση της ζωής.

Διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε… «Οπως με τα χρώματα ενός πίνακα, έτσι και μέσα στην ψυχή μας χρειάζεται να βάζουμε μπροστά μπροστά τα φωτεινά και ευφρόσυνα, και ν’ αποκρύβουμε και να αποδιώχνουμε τα σκυθρωπά· αφού να τα σβήσει κανείς ολότελα και να γλιτώσει είναι αδύνατον. Γιατί «του κόσμου η αρμονία είναι παλίντροπη, όπως του τόξου και της λύρας», και στ’ ανθρώπινα τίποτε δεν υπάρχει καθαρό και άμεικτο».

Φωτίστηκε το μέσα χάος τού παρ’ ολίγον αυτόχειρα. Γεμάτος δημιουργική ταραχή έκλεισε το βιβλίο και κλείστηκε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Διάβαζε και σημείωνε. Τι άγνωστος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά του· όχι, όχι άγνωστος παρά περιφρονημένος από τον ίδιο γιατί τον θεωρούσε αξιοκαταφρόνητο ώς τότε.

Θα ζούσε λοιπόν, αποφάσισε τώρα, σεμνά και ταπεινά, φτωχά μα με αξιοπρέπεια· θα αποτίναζε τη φιλαυτία και τη ματαιοδοξία, την απληστία και τη ζηλοφθονία. Εζησε. Και επισκέφτηκε τον φίλο εκδότη, που άκουγε, μαζί του και δύο-τρεις παρευρισκόμενοι, με ανοιχτό το στόμα. Και με συγκίνηση. Ο απροσδόκητος επισκέπτης του ανήγγειλε πως η επιλογή του να εκδώσει αυτό το βιβλίο τού έσωσε τη ζωή.

Τι τυχερός εκδότης! Τι απίστευτο αντιχάρισμα! Και τι ωραίος, διαχρονικός, ήπιος, καταφάσκων, αισιόδοξος ελληνικός πολιτισμός.

Υπάρχει ακόμη, παντού, παρά τη θλίψη των μνημονίων, ζωή. Η ζωή, που δυστυχώς δεν βλέπουμε όταν χάνουμε -βιαίως- τα πάντα. Μια μικρή προσπάθεια χρειάζεται.

Εκδότης αφηγητής: Ο λυγκέως οξύωψ (o που βλέπει σαν λύκος) και εστέτ της «Στιγμής» Αιμίλιος Καλιακάτσος. Πάντα να ‘ναι καλά.

Πηγή

Advertisements