ΟΙ ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

  Eπεισόδιο 14o

 

Ιερουσαλήμ, 2018

Ο αξιωματικός υπηρεσίας του αεροδρομίου είχε και ανεμιστήρα, εκτός από το aircondition.
Παρατήρησε τους τρεις Έλληνες με προσοχή. Σήκωσε τους ώμους, λέγοντας κάτι σαν «θα χρειαστούμε διερμηνέα». Τους άφησε να καθίσουν.

Ο Μϊκος προσπαθούσε να κάνει αέρα με ένα διαφημιστικό φυλλάδιο. Η Ζαχάρω όρθια, με τη βλοσυρή ματιά της στο κενό. Ο τρίτος νεαρός, όρθιος, έκανε νευρικά κυκλάκια βηματίζοντας αργά.

Η Ζαχάρω έσπασε τη σιωπή, σχολιάζοντας τον αξιωματικό:
«Τι χοντρός που είναι. Και πόσο αηδιαστικά κυλάνε οι σταγόνες στα μάγουλά του…»
«Οι σταγόνες και τα δάκρυα δεν κυλάνε. Τα βλέπεις να κάνουν σβούρες; Ολισθαίνουν…»

Η Ζαχάρω του έριξε μια παγερή ματιά αλλά δεν αντέδρασε.
Ο Μίκος Ατμίκος τον κοίταξε περισσότερη ώρα.
«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε.
«Δεν πρόκειται να σου πω τώρα. Προφανώς έχουν βάλει μικρόφωνο και μας παρακολουθούν…»
Έστρεψαν και οι τρεις το βλέμμα στον αξιωματικό, που διάβαζε κάτι χαρτιά.
«… πάντως, μη φανταστείς κάτι το σπουδαίο. Ένας ταλαίπωρος είμαι. Ο Κ. Κατσιρούμπας.»

Πέρασε λίγη ώρα. Εμφανίστηκε ένας μαυρομάλλης νεαρός αξιωματικός.
«Γεια σας. Μεγάλωσα στην Ελλάδα, άρα μιλώ άπταιστα ελληνικά. Θα προσπαθήσουμε να ξεμπερδέψουμε γρήγορα και ανώδυνα.»
Αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον αξιωματικό υπηρεσίας. Κοίταξαν και κάτι χαρτιά.

«Υπάρχει πρόβλημα…» τους ανέφερε «… κύριε εμμμ… Ατμίκο, ένα ζευγάρι παράνομοι φακοί βρέθηκαν στην κατοχή σας. Θα πρέπει να περάσετε από αυτόφωρο.»
«Και από πότε είναι παράνομο να έχει κάποιος φακούς επαφής;» ρώτησε ο Κατσιρούμπας.
«Από τότε που το διέταξε ο Μεσσίας.»
«Και οι υπόλοιποι τι σχέση έχουμε;» ρώτησε η Ζαχάρω.
«Οι κύριοι έχουν ξανασυναντηθεί. Όσο για σας, καθόσασταν δίπλα τους. Μπορεί να μην είναι τυχαίο. Όλα θα ξεδιαλύνουν σύντομα. Θα παρακαλούσα να περάσετε κάτω, στο φορτηγάκι της αστυνομίας που θα σας μεταφέρει στο αυτόφωρο.»
Η Ζαχάρω αναστέναξε νευριασμένα. Θα μπορούσε άνετα να τον μπαγλαρώσει, αλλά κρατήθηκε.

Βγήκαν στο δρόμο. Ο Ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Ο Μίκος αναρωτήθηκε αν θα περνούσαν και από το σημείο που αιωρούνταν η Φωτεινή Σφαίρα. Μάλλον όχι. Διέσχιζαν δρόμους της νέας πόλης, αν και κάπως στενούς. Σε μια στροφή, από την οποία ξεκινούσε ένα στενό δρομάκι, ένας άντρας βρέθηκε ξαπλωμένος μπροστά τους.
Με αυτόματες και συντονισμένες κινήσεις, οι δύο αστυνομικοί που τους συνόδευαν έπιασαν τα αυτόματά τους και έβαλαν τα δάχτυλα στη σκανδάλη.
«Να απομακρυνθεί ο άντρας, αμέσως» φώναξε ο συνοδηγός με τον τηλεβόα.
Ο άντρας έμεινε μαρμαρωμένος.
«Τι είναι αυτό τώρα;» αναρωτήθηκε ο Ατμίκος.
«Τίποτα το περίεργο για το μέρος εδώ» πληροφόρησε ο ομιλών ελληνικά αξιωματικός που τους συνόδευε.

Ο συνοδηγός έκανε ένα σύντομο τηλεφώνημα. Μετά από λίγο, πάτησε γκάζι.
«Όχι, δεν θα το κάνει. Δεν θα περάσει από πάνω!!!» ούρλιαξε η Ζαχάρω.

Πράγματι, δεν πρόλαβε να περάσει. Δύο φρεάτια άνοιξαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτά. Δυο μασκοφόροι ξεπήδησαν και με αυτόματα ήταν έτοιμοι να πλήξουν το φορτηγάκι.
«Παλαιστίνιοι!» φώναξε ο Κατσιρούμπας. Μέχρι να το πει, οι αστυνομικοί ήταν νεκροί. Οι μασκοφόροι πέταξαν τα όπλα μπροστά στα πόδια των εμβρόνητων Ελλήνων και κρύφτηκαν στα φρεάτια.

Την αμέσως επόμενη στιγμή, τα ουρλιαχτά από τις σειρήνες στόλου περιπολικών που πλησίαζαν έσκισαν τον αέρα. Ταυτόχρονα, δυο γαλάζιες ακτίνες τιμωρίας, προφανώς προερχόμενες από τη Φωτεινή Σφαίρα, έκαναν τα καπάκια των φρεατίων κάρβουνο.

«Θα κατηγορήσουν εμάς. Τρέξτε!» διέταξε η Ζαχάρω.
«Μα πώς; Αφού η Φωτεινή Σφαίρα βλέπει τα πάντα, θα ξέρει ότι…»
«Τρέχα και το φιλοσοφείς άλλη στιγμή…» τον έσπρωξε ο Κατσιρούμπας.

Δευτερόλεπτα αργότερα έπαιρναν τη στροφή, με βροχή από σφαίρες να βρίσκει το διπλανό τους τοίχο. Έτρεξαν ακόμα πιο γρήγορα.
«Πού πάμε; Δεν ξέρουμε τιπ…»
«Εδώ!!! Θα στρίψουμε δεξιά. Πετάξτε τα mod επικοινωνίας, ΤΩΡΑ!» ξαναδιέταξε η Ζαχάρω.
«Ξέρεις τα μέρη; Είσαι…»

Του το πήρε με τη βία. Τον έσπρωξε. Με μια δυνατή κλωτσιά, άνοιξε ένα ακόμα φρεάτιο. Έβαλε τους δύο άντρες μέσα και κατέβηκε τελευταία, με γρήγορες κινήσεις. Άρπαξε έναν κρυμμένο φακό και τους οδήγησε σε έναν διάδρομο κάπως πιο πλατύ.

«Σε περιμέναμε, Αμαζόνα…»

 

chrono14a

 

Ζαρμιζεγεθούσα,  Δακία  118 μ.Χ 

Η οργή του κόσμου ήταν ένα καζάνι που σιγόβραζε.
Όλο και περισσότεροι Δάκες γυρνούσαν στον τόπο καταγωγής τους, την Δακία, κυνηγημένοι και απαξιωμένοι από τους Ρωμαίους στρατιώτες και τους συνεχείς διωγμούς που οργάνωνε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.  Άνθρωποι κυνηγημένοι, άφηναν πίσω τα κτήματα και τις περιουσίες τους, συχνά και τους κοντινούς  συγγενείς,  την  ίδια τους την ζωή τελικά, που τόσο σκληρά είχαν χτίσει όλα αυτά τα χρόνια και ως άλλο κοπάδι εγκατέλειπαν πανικόβλητοι τον τόπο που έζησαν,  μπρος στον φόβο από τα ματωμένα, Ρωμαϊκά δόρατα.
Φυσικά και η Δακία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Είχε υποταχθεί αρκετά χρόνια στο Ρωμαϊκό άρμα όμως η θέληση της κεντρικής εξουσίας της Ρώμης για την ευρύτατη αποίκιση της  περιοχής, είχαν λειάνει τις σκληρές πολεμικές τακτικές σε τούτη την περιοχή, όπου η κοινή γλώσσα των κατοίκων και το συνεχώς αναπτυσσόμενο εμπόριο με την υπόλοιπη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία,  επέτρεπαν μια ομαλότερη συμβίωση.
Η οργή του κόσμου όμως ήταν έκδηλη. Ένα χρυσό κλουβί ήταν η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος τους και αυτό δεν αντιστάθμιζε ούτε στο ελάχιστο την χαμένη ελευθερία τους. Τα νέα που έρχονταν όμως από τον βόρειες χώρες της Ευρώπης ήταν ελπιδοφόρα. Φαίνεται πως κάποιοι λαοί, αμόρφωτοι και αγροίκοι κατά την «ραφινάτη» Ρώμη, δεν  κάμπτονταν στο παραμικρό από την Ρωμαϊκή πολεμική μηχανή και κατά χιλιάδες άρχιζαν να συρρέουν στα κεντρικά της ηπείρου και φτάνοντας ακόμα και στην Σκυθία, κοντινή περιοχή της Δακίας.
Αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Γότθοι που μαζί με τους Ελεύθερους Δάκες, το 275 μ.Χ θα ελευθέρωναν την Δακία και θα ανάγκαζαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να αποσύρει τις λεγεώνες της.
Η Φλάβια και ο Σέλεστος  αντιμετώπιζαν αυτή την κατάσταση με περίσσιο σκεπτικισμό. Η μοίρα τους είχε χρήσει κοινωνούς ενός αρχέγονου μυστικού, που εάν αποκαλύπτονταν και εφαρμοζόταν θα άλλαζε την παγκόσμια πραγματικότητα. Το Ιερό Κειμήλιο φύλαγε καλά τα προαιώνια μυστικά του αλλά συγχρόνως ήταν ένα πυρωμένο σίδερο στα καθαρά χέρια αυτών των δύο ανθρώπων. Η ηθική τους αλλά και η ακεραιότητα του χαρακτήρα τους, τους επέβαλε να προστατεύουν αυτό το μυστικό και να το διαφυλάττουν ακόμα και με κίνδυνο την ζωή τους.
Μετά όμως;
Τι θα γινόταν όταν έφευγαν από την ζωή και οι δυο τους;
Η πρώτη τους σκέψη ήταν τα παιδιά τους να γίνουν οι συνεχιστές του βαρύτιμου έργου τους. Σύντομα όμως εγκατέλειψαν αυτή την ιδέα.
Αγαπούσαν πολύ τα παιδιά τους για να τα εξαναγκάσουν σε μια αγωνιώδη και γεμάτη αγκάθια υπόλοιπη ζωή.

Αθήνα, 2018

Ήταν υπουργός δημόσιας τάξης. Είχε δεχτεί με το ζόρι τη θέση, για να μη χάσει τη θέση του στην πολιτική και το κόμμα. Εκεί τον είχαν στριμώξει οι ισορροπίες των διάφορων τάσεων και ρευμάτων. Δέχτηκε αναγκαστικά, αν και ήταν πολύ δύσκολο να πετύχει. Έπρεπε να είναι και πολύ τυχερός.

Όμως, ήρθαν τα πάνω-κάτω. Έγινε η Δευτέρα Παρουσία και η εγκληματικότητα εξαφανίστηκε. Όχι μόνο τα βαριά περιστατικά, όπως ανθρωποκτονίες και ληστείες, αλλά ακόμα και οι απλές κλοπές.
Οι πόρτες των σπιτιών ήταν ανοιχτές. Κάθε άγνωστος επισκέπτης μπορούσε να ζητήσει ένα πιάτο φαγητό από τον οποιοδήποτε σπιτονοικοκύρη.

Τεντώθηκε νωχελικά στην πολυθρόνα του. Το mod επικοινωνίας έλαμψε, ανακοινώνοντας τη λήψη μηνύματος. Ξεκίνησε να το διαβάζει, τεντώνοντας τα χέρια του και αφήνοντας ένα τεράστιο χασμουρητό να τον χαλαρώσει. Αμ δε… κόπηκε στη μέση.

«Σε λίγες μέρες γυρνά στην Ελλάδα κάποιος Μίκος Ατμίκος. Η αιωνιότητά σου θα εξαρτηθεί από σένα. Μην τον αφήσεις από τα μάτια σου. Ο Μεσσίας σου.»

Ολτένια,  Δακία  119 μ.Χ 

Ο Σάριος, πρώην επίσκοπος Ιερουσαλήμ και πλέον μοναχός, είχε φτιάξει αυτή την μονή σχεδόν μόνος του.
Ερχόμενος στην Ολτένια πριν μερικά χρόνια, κυνηγημένος από τον  3ο μεγάλο Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό διωγμό, που  είχε αρχίσει από τον Τραϊανό, βρήκε σε αυτή την περιοχή την γαλήνη και την ηρεμία που αναζητούσε. Δίπλα στον ποταμό Ολφ, έχτισε ένα τόπο λατρείας και προσήλωσης στην αλήθεια και στο φως, όπως συνήθιζε να λέει, την προσευχή του και τις παρακλήσεις του προς τον Θεό.
Σκεπτικός τώρα, κοιτούσε διερευνητικά τον άντρα και τη γυναίκα που είχαν έρθει να τον επισκεφτούν.
Η έκπληξη και η συγκίνηση που του προκάλεσε αρχικά η αναφορά της Φλάβιας, έτσι ονομαζόταν η γυναίκα, στο πρόσωπο του Συμεών, πρώην επίσκοπου Ιερουσαλήμ και στενού του φίλου, που βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Ρωμαίους, αντικαταστάθηκε γρήγορα από περιέργεια και  προβληματισμό.
Η γυναίκα του διηγήθηκε μια  ιστορία που ο ίδιος δεν θα πίστευε ποτέ εάν στο τέλος δεν του αποκάλυπτε το Ιερό Κειμήλιο.
Έκθαμβος έπιασε στα τρεμάμενα χέρια του αυτόν το παλαιό δερματόδετο πάπυρο και με προσμονή μελέτησε  την παλαιά γραφή.
Πλήθος συναισθήματα τον κατέκλυσαν και ένιωσε την ανάγκη να προσευχηθεί και να μοιραστεί με τον επουράνιο συνομιλητή του, ετούτη την αβάσταχτη αλήθεια.
Μα ήταν δυνατόν;

 

chrono14b

 

 

Ιερουσαλήμ, 2018

«Δεν έχουμε καιρό για κουβέντες. Η Φωτεινή Σφαίρα έχει δώσει κιόλας το στίγμα μας. Οι ειδικές δυνάμεις θα έχουν κιόλας αποκλείσει την περιοχή και μάλλον θα έχουν αρχίσει να κατεβαίνουν κάτω. Γρήγορα στο μυστικό πέρασμα.»

Ο Μίκος Ατμίκος είχε σοκαριστεί με όσα έβλεπε να γίνονται. Η Ζαχάρω Σεληνιάδη, με έμπειρες κινήσεις βετεράνου μαχητή, οδηγούσε την ομάδα. Εκτός από τους δυο Έλληνες είχαν προστεθεί κι άλλοι δυο ντόπιοι.
Είχε πολλά να ρωτήσει αλλά είχε λαχανιάσει, η καρδιά του χτυπούσε τρελά και προσπαθούσε να ακολουθεί τους υπόλοιπους. Ακόμα ένα καπάκι άνοιξε και οι πέντε άνθρωποι κατέβηκαν, σκεπάζοντάς το ξανά.
Σκοτάδι. Ένας φακός άναψε. Ο Μίκος προσπάθησε να διακρίνει το τέλος του σκοτεινού και στενού διαδρόμου, αλλά η ακτίνα του τεχνητού φωτός άπλωνε και εξασθενούσε, μέχρι που την έτρωγε το σκοτάδι.
Περπατούσαν ώρα πολλή. Κανένας δεν μιλούσε. Ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν ήταν από κάποιες σταγόνες βρώμικου νερού που ήθελαν να ξεφύγουν από τη στασιμότητα. Το μοναδικό φως που έβλεπαν ήταν του φακού, κι αυτό ίσα-ίσα για να εντοπίζει τα μεγάλα εμπόδια και να θεριεύει τις σκιές.

Τα πόδια του είχαν κουραστεί. Οι μύες ήταν μουδιασμένοι σε όλο του το σώμα.
Οι ανάσες όλων βάρυναν και σχεδόν αντηχούσαν στον ατέλειωτο διάδρομο. Με ρυθμό αθλητή μεγάλων αποστάσεων η Ζαχάρω προπορευόταν πάντα. Σπάνια, έριχνε μια κλεφτή ματιά προς τα πίσω, φαινόταν να μετράει τα μέλη της ομάδας και μετά επιτάχυνε. Τρεις ή τέσσερεις φορές έστριψαν σε ποιο στενούς διαδρόμους. Το γρήγορο βάδην πρέπει να κράτησε τουλάχιστον δυο ώρες. Ώσπου φάνηκε φως… από τον Ήλιο.

Η υγρασία έδωσε τη θέση της στο εκτυφλωτικό φως και στον καυτό αέρα. Στάθηκαν ανασαίνοντας βαθειά, να ξεπληρώσουν στα κορμιά τους το οξυγόνο που τους χρωστούσαν.
Ο Ατμίκος έτριβε τα πιασμένα του γόνατα. Το βλέμμα του όμως, ήταν στραμμένο στη Ζαχάρω. Έδειχνε, πέρα από την κούραση και λίγο θλίψη, λίγο περιέργεια, αρκετή οργή.

«Ξεκουράσου. Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις κάτι…» τον έκοψε μόλις άνοιξε το στόμα του.
«… Ναι, έμπλεξες πάλι με υπόγειους αντάρτες. Αμφιβάλλεις, αλλά, πίστεψέ με, δεν έγινε η Δευτέρα Παρουσία… ούτε η Φωτεινή Σφαίρα είναι ο Θεός. Όλα είναι ένα καλά μελετημένο σχέδιο. Τον σκοπό δεν θα τον μάθεις ακόμα. Ίσως, κάποτε… Ήμουν κι εγώ σαν κι εσένα, αδιάφορη για όλα αυτά. Μέχρι που είδα την Ούλα να εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια μου, κάποια χρόνια πριν. Έψαξα, ρώτησα, μέχρι που έφτασα σε αυτό το σημείο. Ομαδάρχης στους υπόγειους επαναστάτες.»

Ο Ατμίκος ξέσπασε:
«Θεέ μου, γιατί σε μένα; Μόνο την ησυχία μου θέλω. Αφήστε με ήσυχο, όλοι σας. Δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει θεός, ούτε τι είναι η Φωτεινή Σφαίρα. Την ησυχία μου θέλω και την Τασούλα. Άστε με ΉΣΥΧΟΟΟΟΟ !!!»

«Ηρέμησε. Δεν θέλω τίποτα από σένα. Οι άλλοι σε κυνηγάνε για ένα βίντεο που είδες. Τουλάχιστον, έτσι θέλουν να νομίζεις. Εγώ θέλω μόνο να δεις…»

Έβγαλε ένα σπαθί από τη ζώνη της. Ο Μίκος δεν θυμόταν να την έχει δει να το κρατάει. Προφανώς και δεν το είχε στο αστυνομικό τμήμα. Μάλλον θα το πήρε από κάποια κρύπτη των υπονόμων.
Η Ζαχάρω το έμπηξε στη Γη, χωρίς να το αφήσει. Έσφιξε το άλλο χέρι και χαμήλωσε το κεφάλι. Πήρε βαθιά αναπνοή. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Ήλιο. Μια γαλάζια φλόγα τιμωρίας βγήκε από το σπαθί και έκαψε το πιο κοντινό δέντρο.

«Πώς;… πώς το έκανες αυτό;»
«Φτηνά κολπάκια, αγόρι. Να προσέχεις τον εαυτό σου. Έχεις στα χέρια σου κάτι που δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύτιμο…»

Τρία ελικόπτερα φάνηκαν από το πουθενά.
«Μας εντόπισαν!» φώναξε κάποιος.
«Ποιος έχει mod επικοινωνίας μαζί του;»
Όλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους σαστισμένοι, εκτός από τον Κατσιρούμπα που χαμογελούσε σαρδόνια…

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

Advertisements