4 FTS pro

2

ΕΝΑ: Αγαπητά ομοιοειδή, ήρθε ο χρόνος για τη συνάντηση της «Δευτέρας», για να είμαστε σύμφωνοι με το ημερολόγιο εδώ. Θυμίζω ότι ανιχνεύσαμε έντονα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, χαμηλής έντασης κατά κύριο λόγο, που έδειξαν ότι το μοναδικό είδος που διαθέτει πολιτισμό σε αυτόν τον πλανήτη έχει μια στοιχειώδη μορφή τηλε-επικοινωνίας, σε αποστάσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που μπορεί να διανύσει με τα μέσα που διαθέτει. Και αυτό είναι καλό. Δείχνει ότι, παρά τη διαφορετικότητα λόγω απόστασης, τα εξεταζόμενα στοιχεία έχουν την τάση να ανταλλάσσουν πληροφορίες και γνώσεις. Όμως…
Βιάστηκα… πριν γνωστοποιήσω τις παρατηρήσεις μου, είμαι πρόθυμο να μάθω τις δικές σας… Οι αυτόματοι μεταφραστές των πολλών γλωσσών του μικρού πλανήτη ήταν εξ αρχής στη διάθεσή σας. Δεν θα ανεχτώ οποιαδήποτε καθυστέρηση εξ αιτίας αυτού του λόγου, εννοείται…
ΔΥΟ: Πολύ καλά τα αναφέρεις, ομοιοειδές. Το ανώτερο βιολογικό δημιούργημα, εδώ, έχει εφεύρει και έχει φτιάξει πράγματα αξιοζήλευτα. Έχουν κιόλας πρόσβαση στο διάστημα
https://www.youtube.com/watch?v=SaGSo6TRXZQ

ΕΝΑ: Εχμ… Θα το αρνηθώ. Αυτά δεν είναι εκπρόσωποι του είδους. Είναι αντίγραφά τους. Προφανώς, πρόκειται για μια μορφή εύκολης χώνευσης για τα βρέφη τους, σύμφωνα με το άρθρο 12.602 του Οδηγού.
ΔΥΟ: Καλά… καλά. Μελέτησε εδώ:
https://www.youtube.com/watch?v=j8OdT6eTLO0

Φαίνεται ότι το κυρίαρχο είδος συντονίζεται με μια μορφή ήχων. Δεν μπορώ, βέβαια, να τον ακούσω, αλλά όλοι ανταποκρίνονται. Αναρωτιέμαι αν πειθαρχούν ή εξαναγκάζονται… Δεν μπορώ να ακούσω τους ήχους όπως τους ακούν εκείνοι, γι αυτό και παραθέτω ένα δεύτερο δείγμα, όπου δεν φαίνονται οι αντιδράσεις: https://www.mixcloud.com/Athan/deepsessions-aug-2016-friskyradio/

ΤΡΙΑ: Εγώ, πάλι, έχω να σας δώσω πολύ ωραίες εικόνες από τα λουλούδια, τα φυτά και τα ζώα της Γης. Δεν είναι πολύ όμορφα;
ΤΕΣΣΕΡΑ: Εγώ προχώρησα βαθύτερα. Ανακάλυψα έναν τομέα με τον οποίο οι άνθρωποι (έτσι λέγεται το ανθρώπινο είδος) επικοινωνούν. Δώστε βάση στα παρακάτω αποσπάσματα:
«Έφυγε από το σπίτι του το πρωί, αλλά δεν μπορείτε να φανταστείτε τη έγινε στη συνέχεια… κάντε κλικ εδώ…»
«Τα τρία βότανα που θα νικήσουν κάθε ασθένεια είναι…»
«Έφερε αυτό το χαριτωμένο σκυλάκι στο σπίτι του, αλλά ποτέ δεν φανταζόταν ότι…»
Περίεργα δεν είναι όλα αυτά;

ΕΝΑ: Πολύ περίεργα. Αν θες να μεταδώσεις μια πληροφορία, δεν την κόβεις στη μέση. Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ…
ΔΥΟ: Μοιάζει σαν ο δότης της πληροφορίας να περιμένει να πάρει κάτι για να τη δώσει. Υποψιάζομαι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα που εμπεριέχει κάποιο είδος ανταλλαγής.
ΤΡΙΑ: Και μάλιστα, μιας γνώσης η οποία μπορεί να είναι και εσφαλμένη. Από το απόσπασμα με τα βότανα διαπιστώνω ότι υπάρχουν ασθένειες εδώ, πράγμα λογικό για τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού. Το απαράδεκτο είναι πώς, ανα καταλάβαμε καλά, ζητείται κάποιο είδος ανταλλαγής…
ΤΕΣΣΕΡΑ: Μας λείπουν κάποιες λεπτομέρειες. Δεν θέλω να αναφερθώ σε πράγματα περιττά, αλλά νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε περισσότερη βαρύτητα στη δόμηση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Οι ίδιοι την ονομάζουν «κοινωνία».

ΕΝΑ: Εντάξει, λοιπόν. Μην ξεχνάτε ότι οι μέρες λιγοστεύουν. Μόνο 84 μας έμειναν. Αν δεν τα καταφέρουμε, θα εκμηδενιστούμε.
ΔΥΟ: Πώς να είναι άραγε μια κατάσταση διαγραφής;
ΤΡΙΑ: Απλό. Δεν θα υπάρχουμε.
ΤΕΣΣΕΡΑ: Και πώς θα συνεχίσουν να τρέχουν πράγματα χωρίς εμάς;

ΕΝΑ: Αναρωτιέμαι αν θα το μάθουμε ποτέ αυτό. Αυτή είναι η πρώτη μας αποστολή, έτσι δεν είναι;
ΔΥΟ: Το ερώτημα δεν έχει λογική. Αφού θα έχουμε σβηστεί, δεν θα τρέχει τίποτα.
ΤΡΙΑ: Νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε περις σότερη προσπάθεια.
ΤΕΣΣΕΡΑ: Συμφωνώ. Σκεφτείτε ότι η πρώτη μου ιδέα για το στάτους του πλανήτη ήταν ότι το κυρίαρχο είδος είναι αυτό που αποκαλούν «αυτοκίνητα». Εντάξει, μην στέλνετε αναφορές, αυτά είναι που κυριαρχούν σε αποστάσεις που μπορεί να συλλάβει η νόηση των ανθρώπων.

ΕΝΑ: Δουλειά, λοιπόν. Συνάντηση ξανά εδώ, σε λίγες μέρες.

\ \ \ \ \ \ \ \

Ξύπνησε. Διψούσε. Πεινούσε. Κρύωνε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να κοιτάξει ψηλά στον ουρανό. Ήταν νύχτα, είχε υγρασία, αλλά δεν είχε σύννεφα. Παρατήρησε τα αστέρια. Ήταν πολλά, ήταν τυχερός που ήταν τόσα πολλά, εκεί, λίγο «κάτω» από τον Ισημερινό, αλλά δεν το ήξερε τότε, είκοσι χρόνια πριν.
Άρχισε να φτιάχνει γραμμές με τη φαντασία του, ανάμεσα στα αστέρια. Φανταζόταν τίγρεις, λιοντάρια, δέντρα, μαϊμούδες, όλα να εχθρεύονται το ένα το άλλο και όλα να προσπαθούν πρώτα να διεκδικήσουν τη ζωή τους και ύστερα την τροφή τους. Φαντάστηκε ότι ο μεγάλος γορίλας κουνήθηκε από τις γραμμές του, ψάχνοντας για μπανάνες. Πρώτα όμως έπρεπε να αντιμετωπίσει το μεγάλο λιοντάρι. Η μαμά του είχε πει ότι τα λιοντάρια δεν τρώνε μπανάνες, αλλά αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη φαντασία του και δεν το έκανε δεκτό.

Ο γορίλας σκαρφάλωσε σε ένα κλαδί. Ούρλιαξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, για να τρομάξει τον αντίπαλο και όρμησε για να αρπάξει τις μπανάνες. Το λιοντάρι βρυχήθηκε, νομίζοντας πως έτσι θα αποκρούσει τον εισβολέα. Δεν τα κατάφερε, αλλά κι ο γορίλας αστόχησε. Όρθιος, στο  έδαφος πια, χτύπησε δυνατά τα χέρια του στο στήθος, για να τρομάξει τον αντίπαλο. Το λιοντάρι άφησε τις μπανάνες κι έφυγε. Ο γορίλας ένιωσε πολύ περήφανος.

Ο Λουμούμπα δεν το ήξερε αυτό, είκοσι χρόνια πριν, αλλά το λιοντάρι βρήκε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από ένα παιχνίδι που δεν τρώγεται κι έσπρωξε την προσοχή του αλλού. Ο γορίλας δεν το ήξερε αυτό, είκοσι χρόνια πριν κι ούτε θα το μάθαινε ποτέ. Τώρα, είχε να αντιμετωπίσει έναν τεράστιο κροκόδειλο που ήθελε τις μπανάνες του. Ο Λουμούμπα δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί αν οι κροκόδειλοι τρώνε μπανάνες ή λιοντάρια. Ούτε την έκβαση της μάχης πρόλαβε να μάθει. Τον είχε πάρει ο ύπνος. Τον είχε ανάγκη τόσο…

… για μερικές στιγμές. Ή μήπως ήταν λεπτά; Ή ώρες;
Ο Λουμούμπα δεν τα ήξερε αυτά, είκοσι χρόνια πριν. Αργότερα θα καταλάβαινε ότι ο οργανισμός του είχε ανάγκη από ξεκούραση και είχε κατεβάσει τα ρολά, όπως έλεγαν μεταφορικά σε μια χώρα όχι και τόσο κοντινή, όχι και τόσο μακρινή.

Αλλά, είχε ξυπνήσει.
Ένας θόρυβος ήταν η αιτία. Ίσως, αν ήταν ξύπνιος, να μην τον φιλτράριζε καν. Τώρα όμως ήταν νύχτα, ήταν σκοτάδι. Κι ο Λουμούμπα φοβόταν το σκοτάδι.
Η μαμά του είχε πει ότι θόρυβος της μιας στιγμής δεν είναι από ζώο, μάλλον η καλύβα έτριζε για κάποιο λόγο… όμως κοιμόταν πριν μια στιγμή. Το μυαλουδάκι του γρήγορα συμπέρανε ότι δεν μπορούσε να ξέρει πόση ώρα ακουγόταν ο θόρυβος, μιας και κοιμόταν και δεν είχε συνείδηση. Δεν ήξερε τι είναι η συνείδηση, είκοσι χρόνια πριν. Αλλά, ακόμα και τότε, οι συμβουλές της μαμάς δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν.

Ανασήκωσε το μικρό του κορμάκι από το σκληρό του κρεβάτι και, από ένστικτο, αγκάλιασε τον Τόμπα, τον πάνινο γορίλα του.
Πάλι είχε έρθει εκείνο το φίδι να πάρει τις μπανάνες από τον Τόμπα…
Έσφιξε τις γροθιές του.
Τότε δεν ήξερε, είκοσι χρόνια πριν, ότι εκείνο το φίδι ήταν μια κόμπρα.
Τότε δεν καταλάβαινε, είκοσι χρόνια πριν, ότι ο Τόμπα δεν ήταν ζωντανός…
… για τους άλλους.
Μια αλήθεια υπήρχε. Ο Τόμπα ήταν ο φίλος του, οι μπανάνες ήταν δικές του και το φίδι ήταν ο εχθρός.

Είχε δει τον πατέρα του να ελίσσεται, σε παρόμοιες μάχες, πριν πεθάνει.
Η κόμπρα πνίγηκε στα χεράκια του πεντάχρονου Λουμούμπα.
Χιλιάδες χρόνια πριν, ένα τέτοιο κατόρθωμα, σε μια χώρα μακρινή αλλά και κοντινή, θα αναφερόταν στα παραμύθια ως άθλος.

Ο Λουμούμπα μεγάλωσε και πολλά άλλαξαν.
Ο παππούς του είχε γίνει φύλαρχος.
Κάποιες μπανάνες που πήγαν άδικα αλλού προκάλεσαν εμφύλιο.
Ο Λουμούμπα φυγαδεύτηκε από τη «χώρα»…

… και τώρα, είκοσι χρόνια μετά, ο Λουμούμπα, φοιτητής στις ΗΠΑ, έπινε τον αχνιστό  καφέ του καθισμένος σε ένα παγωμένο παγκάκι, στο άλσος του Πανεπιστημίου.
Ο Τόμπα ήταν στο δωμάτιό του. Ταλαιπωρημένος και γέρος, αλλά «δίπλα» του.

///

Στο μεταξύ, ο Ζαχαρίας Ζαχαριάς συνερχόταν από το μεθύσι που του προκάλεσε το ρακί…

[συνεχίζεται…]

Advertisements