18/10/2012

 

Μια στάλα φως μπήκε στην κάμαρα του.
Ξημέρωσε.
Το ημερολόγιο έγραφε 18 Οκτωβρίου ημέρα Πέμπτη.
Κάτι σκίρτησε μέσα του.

Είχε πολλά να κάνει σήμερα.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Η κυρά ξύπνια από ώρα έκανε δουλειές και είχε όπως πάντα τον καφέ του έτοιμο.
Η μυρωδιά, του χάιδεψε την μύτη.
Βαρύς και μέτριος όπως του άρεσε.
“Αδυνάτισε η καλή μου” σκέφτηκε ενώ παρατηρούσε την αρχόντισσα του σπιτιού του να παιδεύεται με τις καθημερινές της δουλειές. Ένα παράπονο τον έπιασε. Άνεργος μήνες τώρα, τα φέρνανε πολύ δύσκολα. Σωστό μεροκάματο είχε να κάνει πάνω από πέντε χρόνια και το πράγμα δυσκόλευε πολύ.
Κάτι σκίρτησε μέσα του.

Μέρα παρά μέρα, έτρεχε στο λιμάνι μήπως βρει κάτι, μήπως μπορέσει να νοικιάσει τις πλάτες του μερικές ώρες. Τίποτα, χαμένος χρόνος. Κανένας δεν έδινε δουλειά σε έναν ηλικιωμένο, εδώ καλά -καλά δεν είχαν οι νεότεροι του. Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν..
Τώρα έπρεπε να είναι με εγγόνια του και να χαίρεται τους κόπους μιας ζωής. Να έχει μια σύνταξη και να μπορεί περήφανος να τους πάρει ένα δωράκι, μια σοκολάτα, κάτι….        Αλλά αυτός δεν είχε χρήματα να βγάλει τον υπόλοιπο μήνα του και το φαγητό ακόμα, με δυσκολία το εξασφάλιζε. Ένας άνεργος παππούς ήταν σκέφτηκε, ένα ναυάγιο της ζωής που παράτησαν μέσα στην δίνη της αγριεμένης θάλασσας, αυτοί που κληρονόμησαν τούτο τον κόσμο και τον καταχράστηκαν από αυτόν και τα παιδιά του.
Τον πήρε το παράπονο..
Κάτι σκίρτησε μέσα του.

Σήμερα όμως θα κατέβαινε στην πορεία στο κέντρο της Αθήνας. Έπρεπε να πάει, δεν πήγαινε άλλο. Τα πόδια του πονούσαν και η μέση του ζαβή, χρόνια τώρα από τα φορτία και την σκληρή δουλειά. Η φωνή του όμως στεκόταν ακμαία και ο θυμός του την έτρεφε ακόμα περισσότερο. Θα κατέβαινε , έπρεπε και αυτός να φωνάξει σε αυτούς που πήραν το τιμόνι της πατρίδας του και τον πέταξαν στον πρώτο σταθμό.
Άρχισε να διαβαίνει τα σοκάκια του Πειραιά προκειμένου να φτάσει στην στάση του λεωφορείου. Κάποτε στην Αθήνα ανέβαινε με τα πόδια σαν βόλτα.  Άλλα χρόνια τότε, καλύτερα. Τον έτρεφαν τα νιάτα του και τα όνειρα που έκανε για την ζωή του. Δούλευε πολύ και κουραζόταν περισσότερο αλλά κάθε σταγόνα ιδρώτα τον έκανε πιο περήφανο. Φάνταζε σπουδαίος, σωστός γίγαντας στα τρία παιδιά του όταν έμπαινε γεμάτος τρόφιμα για το σπίτι του και μερικές καραμέλες για τα μικρά.
Η πορεία άρχισε στο Αιγάλεω και φτάσαν στο κέντρο της πόλης μετά από μία ώρα. Δίπλα του κρατούσε το πανό ο Μιχάλης, την ντουντούκα ο Πέτρος. Πιο μπροστά η Φανή και τόσοι άλλοι γνωστοί και άγνωστοι, άνθρωποι που πιστεύαν ακόμα στο όνειρο της ενότητας, της δύναμης, της δημοκρατίας. Που έπαιρναν δύναμη από τον σύντροφο τους και έβγαζαν την φωνή τους μέσα από σφιγμένες φλέβες.
Στο κέντρο επικρατούσε χάος από τον κόσμο αλλά και τις δυνάμεις καταστολής σε πλήρη ετοιμότητα με παγωμένα βλέμματα να τους επιβλέπουν. Είχαν αρχίσει για μια φορά ακόμα τα επεισόδια στα γύρω στενά και δυστυχώς ο αέρας άρχισε να μυρίζει χημικά. Μια σκιά πέρασε από τα μάτια του, μαύρη σαν τα πουλιά που φέρνουν την βροχή. Τα μάτια του θόλωσαν, δάκρυσαν. Έπαψαν να βλέπουν τον ορίζοντα και πήραν να κατεβαίνουν προς τον δρόμο.

Έπεσε.
Κάτι σκίρτησε μέσα του.                             
Για τελευταία φορά.

Καλό ταξίδι στον ΑΝΕΡΓΟ, 65ΧΡΟΝΟ ναυτεργάτη που έφυγε στις 18/10/2012.

Advertisements