4 FTS pro (4)

4

ΤΡΙΑ: Στη συμπεριφορά των ανθρώπων υπάρχουν πολλά και περίεργα πράγματα. Ένα ακόμα περίεργο είναι η σιωπηλή πλειοψηφία που σας έλεγα. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι σε θρησκείες και κράτη. Οι διαφορετικές θρησκείες μεταλλάσσουν διαφορετικά τον πολιτισμό, ανάλογα με τον τόπο. Τα διαφορετικά κράτη, το ίδιο. Το περίεργο είναι με τους λειτουργούς της θρησκείας. Οι περισσότεροι δέχονται ότι δεν κάνουν σωστά αυτό που θα έπρεπε να κάνουν, όμως το δέχονται και τους σέβονται με βάση αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να κάνουν. Εδώ έχουμε την πρώτη δύσκολη έννοια, το «θεσμός».
Τα διαφορετικά κράτη έχουν τις ρίζες τους, τα περισσότερα, σε κοινή καταγωγή, άρα και συνήθειες, τα «έθνη». Συνήθως είναι γεωγραφικά προσδιορισμένα. Υπάρχουν όμως και κράτη που βασίζονται σε μια άλλη αρχή, το «χρήμα».
Ένας άλλος θεσμός είναι το «πολίτευμα». Τα περισσότερα κράτη εκλέγουν ηγέτες με βάση το τι θέλουν οι περισσότεροι, όμως οι ηγέτες αυτοί, τις περισσότερες φορές, δεν εκτελούν με βάση αυτά που υποσχέθηκαν να κάνουν. Η ιδέα βασίζεται στη «δημοκρατία», κάτι που υπήρχε πολλές γενιές πριν, όμως τώρα αναπαρίσταται σαν σε θέατρο. Η λέξη αυτή εκπορεύεται από την «ελευθερία», δηλαδή το δικαίωμα να κάνει κάποιος αυτό που θέλει, αρκεί να μην βλάπτει τον άλλον.
Το περίεργο είναι ότι όλοι λένε ότι θα θυσίαζαν μια ακόμα έννοια, τη «ζωή» τους για την ελευθερία και τη δημοκρατία, παρόλο που οι πράξεις των κρατών μέσω των ηγετών δεν φαίνεται να συνάδουν με όλα αυτά. Κάποιοι θα θυσίαζαν και την ψυχή τους, άλλος περίεργος όρος και αυτός.

ΔΥΟ: Ζωή, ελευθερία, δημοκρατία, ψυχή, χρήματα… δεν καταλαβαίνω τίποτα από όλα αυτά…
ΤΡΙΑ: Υπάρχουν κι άλλες έννοιες – «θεσμοί». Η «δικαιοσύνη» και το «δίκαιο» είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες.
ΕΝΑ: Όλοι θα θυσίαζαν τη ζωή τους για την ελευθερία, την «ισότητα» και τη δικαιοσύνη, αλλά όταν κάποιος απειλείται, τότε όλοι δέχονται ότι η «ζωή» είναι το πιο ιερό.
ΔΥΟ: Μα, είναι τόσο παράλογα όλα αυτά… Επιτέλους, ποιο είναι το ανώτερο όλων;
ΕΝΑ: Αυτή την απορία έχω κι εγώ, μετά τη δική μου έρευνα και τα στοιχεία που μου δώσατε. Ίσως η απάντηση βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι έχουν, κατά ομάδες, κοινές ιδέες, αρχές, θρησκεία, γλώσσα και καταγωγή, ιστορία. Όμως, οι έννοιες «ζωή» και «ψυχή» φαίνεται ότι είναι διακεκριμένες για τον καθένα.
ΤΕΣΣΕΡΑ: Μήπως ήρθε η ώρα για το πείραμα;
ΕΝΑ: Δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα γι αυτό. Μπορείς να το ξεκινήσεις, διακριτικά, όμως. Πώς θα καταφέρεις να μην ξεφύγεις από τα δικά τους πλαίσια;
ΤΕΣΣΕΡΑ: Οι άνθρωποι είναι περίεργοι. Άλλα στοιχεία δείχνουν στη ζωή τους όταν τους βλέπουν άλλοι άνθρωποι κι άλλα εμφανίζουν όταν είναι μόνοι τους. Στη δημόσια ζωή τους κυριαρχούν οι έννοιες «πίστη», «αγάπη», «ελευθερία», «ισότητα», «δημοκρατία». Όταν όμως μένουν μόνοι, σκέφτονται μόνο τα χρήματα και το σεξ.
ΔΥΟ: Τι είναι το σεξ;
ΤΕΣΣΕΡΑ: Ο τρόπος με τον οποίο πολλαπλασιάζονται, φτιάχνουν δηλαδή αντίγραφά τους, που τους αντικαθιστούν όταν εκείνοι φθαρούν.
ΔΥΟ: Και αυτό είναι θεσμός;
ΤΕΣΣΕΡΑ: Με κάποιον τρόπο που δεν έχω καταλάβει ακόμα, ο θεσμός του σεξ επηρεάζει όλες τις παραπάνω έννοιες. Η επιλογή συντρόφου με το χαρακτηριστικό «όμορφος», φαίνεται ότι οδηγεί τη ζωή τους. Κυρίως όταν το χαρακτηριστικό αυτό, που μοιάζει να είναι ημι-υποκειμενικό, αναγνωρίζεται από τους άλλους της ίδιας «τάξης». Φυσικά, όλα αυτά μοιάζουν τόσο παράλογα.
ΕΝΑ: Δοκιμάζεις, λοιπόν, επιφανειακά, μια μορφή επικοινωνίας με δείγμα από τους αδικημένους της σιωπηλής μειοψηφίας. Προσοχή, μην ξεφύγουμε από τους θεσμούς τους. Νέα ανάλυση σε λίγο καιρό.
ΤΕΣΣΕΡΑ: Θα κάνω μερικές δοκιμές…

……………

Ο Μούκουλ σταμάτησε για μια στιγμή να μαζεύει ρύζι… Ο πόνος στη μέση τον έπιασε ξανά. Προσπάθησε να μην μορφάσει, να μην ανοίξει το στόμα του για να πάρει αέρα, να μην δείξει στον Αφέντη ότι πονάει…
Έβαλε τα χέρια του στη μέση, σε μια προσπάθεια να παραστήσει ότι κάτι φτιάχνει ή ψαχουλεύει. Μάταια…
«Ο Κινέζος σταμάτησε να δουλεύει…» ακούστηκε μια φωνή. Δυνατή φωνή.
Πανάθεμά σε. Εντάξει, με λέτε όλοι Κινέζο γιατί εδώ έχετε όλοι πιο μαυριδερό δέρμα και πιο κλειστά μάτια. Όμως, είμαι ο Μούκουλ. Κι εμείς οι κίτρινοι είμαστε περισσότεροι σε όλον τον πλανήτη.
Αναρωτήθηκε από πού το ήξερε αυτό. Μνήμες του ασυνείδητου χόρευαν μπροστά από τα στροβιλιζόμενα χρώματα που τα γεννούσε ο πόνος. Κάποιος περίπατος με το ορφανοτροφείο στους πολυσύχναστους δρόμους της Βομβάης, κάποιο κουτί που έβγαζε εικόνα και φωνή μπροστά από την τζαμαρία ενός καταστήματος. Ναι, εκεί είχε μάθει ο Μούκουλ ότι δεν ήταν μόνο αυτός που είχε αυτό το παρουσιαστικό. Ότι σαν κι αυτόν υπήρχαν πάρα πολλοί. Ότι ήταν οι περισσότεροι στη Γη. Δεν ήξερε τι ήταν το «Γη». Ευχήθηκε μόνο να σπάσει το πόδι του ο Αφέντης που ερχόταν απειλητικά προς το μέρος του. Μα την αλήθεια, δεν άντεχε περισσότερο πόνο το κορμάκι του.
Το φαρδύ από πάνω, στενωπό από κάτω καφετί παντελόνι ενός από τους Αφέντες παρουσιάστηκε πρωταγωνιστής στο φτωχό και σκυμμένο οπτικό του πεδίο. Ήθελε να ξεφύγει.
«Τι θα γίνει, μικρέ; Θα δουλέψεις;»
Ο Μούκουλ εστίασε το βλέμμα του στις μπότες του Αφέντη. Μόλις ο Ήλιος ξεπρόβαλλε του φαίνονταν καλογυαλισμένες, τώρα όμως ήταν γεμάτες σκόνη, κολλημένη από τη λάσπη του ποταμού. Θα ήθελε κι αυτός να φορούσε κάτι που να φαινόταν αστραφτερό την αυγή.

Σαν το χαμόγελό της. Σαν τα χείλη της. Δεν ήξερε πώς την έλεγαν, αλλά ήταν κοντά του, μόνο ο Αφέντης ήταν ανάμεσά τους. Κοιτούσε με τα μάτια της ανοιγμένα, με τα χειλάκια της πρησμένα – ναι, ήθελε να τα νοιώσει πάνω στα δικά του κι ας ήταν «παιδί» – θαρρούσε πως αν το είχε αυτό θα ήταν ο βασιλιάς, ότι η ζωή τελείωνε εδώ, στο πάνω όριο της Ευτυχίας.

Ο Αφέντης τον κλώτσησε «ξέπλυνε καλά το ρύζι, μικρέ».
Προσπάθησε να κουμαντάρει το σώμα του. Να δείξει ότι όλα αυτά ήταν ατύχημα. Προσπάθησε να πάρει κάποιο μήνυμα από το πρόσωπό της, κάτι που να δείχνει αν εκείνη νοιάζεται…
Μάταια… το στόμα της έμεινε το ίδιο μισάνοιχτο, τα μάτια της δεν βλεφάρισαν, η ψυχή της δεν έδωσε μήνυμα. Το κορμάκι της έσκυψε στα ρηχά, ζεστά νερά του ποταμού. Να ξεπλύνει το ρύζι…

Κάπου είχε ακούσει για μαγικά χαλιά, αχ να είχε ένα, να το διατάξει να πετάξει, όπως ο Αφέντης διέταζε εκείνον, να αιωρηθεί από πάνω της, με τα μαύρα του παπούτσια να γυαλίζουν…
… να την πάρει μαζί του, να πετάξουν μαζί… Κι εκείνος να βλέπει τα πυκνά μαύρα της μαλλιά να χορεύουν στον αέρα… και να της τα ξεμπλέξει… να τολμήσει να αγγίξει την Ευτυχία… και να την δει να χαμογελά… να τον κοιτάζει στα μάτια… να την δει να του στέλνει Αγάπη…

 

Ουρλιαχτά και παιδικές φωνές των ξύπνησαν. Πολλοί μαζεύονταν σε ένα συγκεκριμένο σημείο της όχθης του Γάγγη…
«Άνθρωπος στο νερό. Πνιγμένος»
Το κουφάρι, σάπιο και γεμάτο κόκκινο αίμα ακόμα, τον ξύπνησε. Εκεί, στον Γάγγη, που έπλεναν το ρύζι… Φοβόταν, αλλά κοιτούσε… κι έψαχνε μια συνάντηση βλεμμάτων με εκείνη… που δεν την ήξερε, αλλά έκανε την καρδιά του να χτυπά πιο πολύ… ο Μούκουλ…

//////

Ο Ζαχαρίας ρεύτηκε δυνατά. Ούτε που ήξερε πόση ώρα κοιμόταν στον καναπέ. Χαμογέλασε λυπημένος, βλέποντας το στομάχι του, που είχε αρχίσει να έχει ιμπεριαλιστικές διαθέσεις και να του κόβει τη θέα.
Γέλασε δυνατά.
«Και γιατί πρέπει να με νοιάζει το κορμί μου; Επειδή αρέσει στις γυναίκες; Σιγά το είδος… πιο καλά μόνος μου, με την ευτυχισμένη μοναξιά μου και τη ρακή μου, έτσι δεν είναι, στομαχάρα;»
Κόμπιασε για λίγο. «το ρακί» ή «η ρακή» ήταν το σωστό; Ξαναγέλασε πιο δυνατά. Το σχεδόν άδειο δωμάτιο έδωσε έναν δυνατό αντίλαλο κι έναν τόνο μεγαλοπρεπή.
Όταν κατάλαβε πως μπορούσε, σηκώθηκε. Στο τραπεζάκι μπροστά του υπήρχαν και 5-6 άδεια μπουκάλια από μπύρες.
«Σκασίλα μου. Ο Μανώλης που έχει το μανάβικο δίπλα είναι από την Κρήτη. Θα τον ρωτήσω. Σκέψου να μου πει  “ο σύντεκνος ο Ρακής…”. Χα-χα-χα»
Το νέο γέλιο που προσπάθησε με τη βία να βγάλει κατέληξε σε κλάμα. Προχώρησε προς το μπάνιο κι έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό του. Σκουπίστηκε αργά. Είδε στον καθρέφτη τα κόκκινα μάτια του.
«Διάολε, τι κάνω τώρα; Γιατί έχασα τη δουλειά μου; Πώς ένα παιδάκι, που δεν θα δουλέψει ποτέ στη ζωή του, με έφερε σε αυτό το χάλι; Γιατί ο κόσμος είναι τόσο άδικος;»

Άνοιξε το μικρό, γέρικο λάπτοπ. Στο μέιλ του δεν έμπαινε σχεδόν ποτέ. Ευτυχώς που ένας κολλητός είχε φροντίσει να φαίνονται ειδοποιήσεις στην επιφάνεια εργασίας.
– Αν δεν σε πειράζει και δεν σε ενοχλώ, θα ήθελα να τσατάρουμε τώρα. Ελπίδα.
Πετάχτηκε κεραυνοβολημένος. Άνοιξε με μανία τη ντουλάπα, πέταξε χάμω όλα του τα ρούχα ώσπου πέτυχε ένα μακρύ πουκάμισο που έκρυβε κάπως τα παχουλά του κάλη.
«Βρε κόπανε, αυτό θα είναι μέιλ μηνών…» σκέφτηκε καθώς επανέρχονταν τα λογικά του. Κι όμως, το μήνυμα δεν είχε ούτε τρία λεπτά που είχε σταλεί.
Χτένισε με την παλάμη τα ακόμα βρεγμένα μαλλιά του, σταύρωσε τα πόδια του ώστε να κρύβει την άθλια (όπως την έβλεπε) κορμοστασιά του και άνοιξε το πρόγραμμα και την κάμερα και τον ήχο. Ανάθεμα κι αν θυμόταν ποιο πρόγραμμα ήταν, ποιο σάιτ ήταν, ευτυχώς τα είχε κανονίσει όλα ο κολλητός.
Όμως, η κάμερα της Ελπίδας ήταν σβηστή.
«Κατάααλαβα. Μου αρέσει που έκανα και όνειρα.»
– Δεν φαντάζομαι να είσαι από αυτούς που τους ενδιαφέρει η όψη. Αν ναι, πήγαινε σε κάποιο από τα πολλά μπαρ της γειτονιάς σου και καμάκωσε. Ελπίδα.
////////////////////

Υποτίθεται ότι παρακολουθούσε τη διάλεξη. Για τους άλλους.
Υποτίθεται ότι περιεργαζόταν το πλήθος. Για τον εαυτό του.
Υποτίθεται ότι σκεφτόταν «γιατί, αφού όλος σχεδόν ο κόσμος θέλει αγάπη, ειρήνη, ησυχία και τροφή, να μην γίνεται αυτό που θέλει όλος σχεδόν ο κόσμος; Τι στο διάτανο λείπει;» Για τη συνείδησή του.
Η αλήθεια ήταν άλλη. Οι εφιάλτες από την παιδική του ηλικία στο Σουδάν τον είχαν βρει ξανά. Έσπαγε τη σκέψη του στα χίλια για να ξεφύγει.

//////

Η Χίλαρυ άκουσε το στομάχι της να γουργουρίζει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Απόψηλά, έβλεπε τους προβολείς των αυτοκινήτων να χορεύουν…
Ο Μούκουλ ήθελε να φύγει. Αλλά πώς;

[συνεχίζεται]

Advertisements