Ο ΚΑΦΕΣ

 

Ήταν 17 Νοέμβρη 2001, σημαδιακή ημερομηνία για να την ξεχάσω και όχι μόνο λόγω της επετείου.
Μετά το βραδινό δελτίο ειδήσεων έχω μείνει μόνος στο control και διαπιστώνω ότι τα φώτα στο plato είναι ακόμη αναμένα. Αποφασίζω να πάω να τα σβήσω.
Με τα κατέβασμα του πρώτου διακόπτη σαν να ενεργοποιήθηκε μια βόμβα. Ένιωσα μια έκρηξη στο στομάχι μου, αφόρητος πόνος που μου έκοβε την ανάσα.
Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη. Αθενοφόρο, νοσοκομείο, χειρουργείο. Το πρωϊ ήρθε ο γιατρός στο κρεβάτι να με δει. «Γιατρέ μόνο ένα πράγμα δεν δέχομαι να κάνω» του είπα, «να κόψω τον καφέ και το τσιγάρο».
«Το τσιγάρο δεν επηρεάζει το στομάχι» μου είπε ο γιατρός «αλλά το Nescafe πρέπει να τον ξεχάσεις». Κατέρρευσε ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου μου. «Πως θα ζήσω χωρίς το καφεδάκι μου»; σκέφτηκα.
Εγώ που είχα κάνει παντιέρα το «ο καφές και η δημοκρατία» του Nesin, που οργάνωνα τη ζωή μου, τοποθετούσα τις σκέψεις μου, κουβέντιαζα με τους φίλους μου, κρατώντας ένα φλυτζάνι καφέ στα χέρια. Πως θα άλλαζα την ρουτίνα μου;
Ο καφές και ειδικά ο Nes, δεν ήταν ένα απλό ρόφημα. Ήταν μια ιεροτελεστεία, μια τέλετη μύησης στο επόμενο δίωρο της ζωής μου. Πολύ συγκεκριμένη δόση ζάχαρης και καφέ στην κούπα ενώ ήδη στο μπρίκι το νερό αρχίζει να βράζει. Λίγο νερό με το κουταλάκι στο μείγμα και χτύπημα. Όχι καλό χτύπημα, ούτε λίγο, ούτε πολύ, αλλά όσο πρέπει για να γίνει το κρεμώδες καϊμάκι του Nes. Το νερό να μη φτάσει στο σημείο βρασμού αλλά λίγο πριν. Να το ρίξω στο φλυτζάνι αργά αργά και ταυτόγχρονα να ανακατεύω. Και μετά η πρώτη γουλιά, το άρωμα να τρυπώνει στα ρουθούνια, η γεύση να καλύπτει τον ουρανίσκο και η ζέστη του να χαϊδεύει τον οισοφάγο.
«Λοιπόν, τι λέγαμε»; Συνήθως αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα μετά την πρώτη γουλιά. Και άρχιζε το θέμα κάθε φορά. Δεν ήταν και πολύ μεγάλο το εύρος των συζητήσεων με τις παρέες μου τότε. Μουσική (κυρίως κιθάρα), μηχανές και γυναίκες. Υπήρχαν και τα πολιτικά αναλόγως την περίοδο. Μετά προστέθηκαν τα λογοτεχνικά, τα φιλοσοφικά και πάει λέγοντας. Μεγάλωναν τα εφηβάκια. Και μεγάλωναν γύρω από ένα φλυτζάνι καφέ. Πως έρχεται λοιπόν ένα γαμημένο στομάχι να αποφασίσει να βγω από τη ρουτίνα τόσων χρόνων;
Την έχουμε ανάγκη τη ρουτίνα μας. Είναι βολική. Δεν έχει εκπλήξεις. Ξέρουμε τη μια στιγμή τι θα συμβεί στην επόμενη. Είναι ένα λιμάνι η ρουτίνα που ακόμα και το πιο περιπετειώδες καράβι την αναζητά. Ο κόσμος γυρίζει γύρω της,αλλάζει, φουντώνει ή μαραζώνει, αλλά η ρουτίνα εκεί, σταθερή αξία. Το κουκούλι που κλείνεται ο καθένας μας.
Τελικά αν προσέξεις τις διαφημίσεις, όχι μόνο του Nescafe, αλλά όλων των προϊόντων, είναι ένας διαρκής ύμνος σε μια ρουτίνα.
«Γιατί να αλλάξω»;
«Μια χαρά είμαι».
«Δεν βαριέσαι»;
Ρου-τί-να. Αχ, όμορφη διαχρονική αξία. Να μας κρατάει εκεί στάσιμους. Να ξέρουν οι άλλοι που θα μας βρουν. Να ξέρουν τι θα τους πούμε, πως θα αντιδράσουμε.
Δεν πειράζει να αλλάξουμε την ρουτίνα μας, αρκεί να την αντικαταστήσουμε με κάποια άλλη. Τόσο ευέλικτη και ανεκτική είναι αυτή η λέξη.
17 Νοέμβρη 2001, κάποιος τράβηξε την κουρτίνα που πίσω της κρυβόμουν. Κάποιος με έβγαλε από την ρουτίνα μου.
Τα χρόνια πέρασαν. Είμαι στο αυτοκίνητο και οδηγώ προς την δουλειά όταν ακούω την είδηση στο ράδιο: «κατά 40% θα αυξηθεί η τιμή του καφέ».
«Στα αρχίδια μου» σκέφτηκα. Άλλαξα σταθμό και διαδρομή για να πάω να συναντήσω την καινούργια μου ρουτίνα.

Ευχαριστούμε τον φίλο Λάσκαρη Αγοραστό για το κείμενο του

 

Advertisements