4 FTS pro (7)

7

Προσπάθησε πολύ για να κοιμηθεί. Όλοι έλεγαν ότι ο αέρας ήταν ζεστός, αλλά εκείνος ένιωθε να κρυώνει. Ίσως έφταιγε και η κοιλιά του, που γουργούριζε συνέχεια. Ίσως και το λινό του σκέπασμα, που ο ίδιος είχε φτιάξει, που ήταν πολύ κοντό και δεν μπορούσε να σκεπάσει τα πόδια του. Ήταν ταλαιπωρημένα τα πόδια του. Βρίσκονταν όλη τη μέρα μέσα στον ποταμό. Με τα χέρια του δεν είχε παράπονο, τα έβλεπε συχνά ο Ήλιος. Περνούσαν τη μισή ώρα βρεγμένα στο νερό και την υπόλοιπη κάτω από τον καυτό βασιλιά. Και το κεφάλι του ήταν καλά φυλαγμένο, με τη βοήθεια του αυτοσχέδιου καπέλου από φύλλα, είχε δει τα μεγαλύτερα αγόρια πώς το φτιάχνουν άλλωστε. Το πρόβλημα ήταν με τα πόδια…

Τελικά, κατάφερε να τον πάρει ο ύπνος. Τον βοηθούσε σε αυτό και το ότι χάιδευε τα κόκαλά του, που εξείχαν σε όλο του το κορμί. Δεν του έδιναν να φάει και πολλά, οι Αφέντες. Νερό είχε να πίνει μπόλικο, όλη μέρα στο ποτάμι. Μέχρι σήμερα, που είδε εκείνον τον πεθαμένο άνθρωπο στο νερό… Δεν ήπιε ξανά νερό από εκείνη τη στιγμή. Ίσως και γι αυτό δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί, το στόμα του το αισθανόταν κατάξερο.

Μόλις βρέθηκε στον κόσμο τον άλλον, σε αυτόν που ήταν ευτυχισμένος ώρες-ώρες, χαμογέλασε. Ήρθε ξανά στο όνειρό του Εκείνη, όπως κάθε βράδυ.
Μόνο που τώρα, το όνειρο ήταν διαφορετικό.
Τις άλλες νύχτες την έβλεπε από μακριά. Δεν τολμούσε να την πλησιάσει, ούτε στο όνειρο. Κι έμενε, ώρες ατέλειωτες, να την κοιτάζει, σιωπηλή, να μαζεύει ρύζι. Δεν ήθελε κάτι άλλο, αυτός ήταν ο παράδεισός του. Αν Αγάπη είναι το τίποτα να μην ζητάς, ο Μούκουλ ήταν πολύ κοντά. Ήθελε μόνο να τη βλέπει. Θα προτιμούσε όμως να την βλέπει ευτυχισμένη να χαμογελάει.
Σήμερα, όμως, ήρθε κοντά του πρώτη εκείνη.
Και μάλιστα του μίλησε.
– Ξέρω ότι σε λένε Μούκουλ. Ξέρω ότι με αγαπάς.
– Εγώωω… σταμάτησε. Το ύφος της ήταν πολύ σοβαρό και μεγαλίστικο.
– Ήρθα να σε αποχαιρετίσω…
– Να… δηλαδή… σε βλέπω που μαζεύεις ρύζι… από πολύ μακριά… δεν μας αφήνουν οι Αφέντες να είμαστε πολύ κοντά τα αγόρια με τα κορίτσια. Έχεις πού όμορφο πρόσωπο. Λυπάμαι που όλη τη μέρα μαζεύεις ρύζι. Θα ήθελα να είσαι ευτυχισμένη. Να είχαμε ένα ζεστό σπίτι, να σε βλέπω συνέχεια αγκαλιά, να έχεις να φας, να μην κρυώνεις. Αλλά, αυτή είναι η μοίρα μας.

Κοιμόταν και δεν αναρωτήθηκε αν θα είχε το θάρρος να τα πει αυτά ξύπνιος.
– Η μοίρα μας είναι πολύ χειρότερη. Ήρθα να σε χαιρετίσω για πάντα.
– Τι λες τώρα;
– Βρέθηκε ένας τυχερός δέκτης νεφρού. Γι αυτό μας έχουν οι Αφέντες. Με σκότωσαν, πριν λίγη ώρα. Δεν προλαβαίνω να σου πω πολλά. Μόνο, άκουσέ με… Κι εγώ σε αγαπούσα. Πολύ θα ήθελα να περάσουμε μαζί σε ένα σπίτι, να κάνουμε οικογένεια, παιδιά, να τρώμε, να γελάμε, να κοιτάμε ο ένας τον άλλον στα μάτια. Έτυχε να φύγω πρώτη. ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ… ο κόσμος δεν είναι μόνο οι Αφέντες κι εμείς. Με άφησαν να πετάξω για λίγο… Είδα έναν κόσμο τεράστιο, με χιλιάδες σκλάβους παντού, να δουλεύουν για άλλους Αφέντες. Είδα ανθρώπους πολλούς, να τρέχουν συνέχεια για να θρέψουν παιδιά, όλο και πιο γρήγορα να τρέχουν. Είδα παιδιά σε χειρότερη μοίρα από εμάς, είδα να μην τα αγαπάνε, είδα έναν μεγάλο κακό κόσμο… Δεν μου μένει πολλή ώρα…
… σου το ξαναλέω, κι εγώ σε αγαπώ… είμαστε παιδάκια όμως, η Αγάπη δεν είναι να θαυμάζει ο ένας το πρόσωπο του άλλου και να ζει από το χαμόγελό του… ένας μεγάλος κόσμος σε περιμένει, εκεί έξω. Μου πήραν το κορμάκι μου, μου πήραν την ψυχή μου. Δεν γνώρισα μαμά και μπαμπά, δεν έχω άλλον να δώσω την ενέργειά μου, μόνο σε σένα. Υπάρχει άλλος κόσμος πέρα από το Ποτάμι. Φύγε, πριν δώσουν το κορμί σου σε άλλον. Εμένα μου πήραν το σωματάκι και τη ζωή. Κάνω κάτι για να ζουν όλα τα παιδάκια ευτυχισμένα και…

Η γυαλιστερή μπότα ενός Αφέντη του σούβλισε την κοιλιά.
Ο Ήλιος, μόλις ξύπναγε κι αυτός και έριχνε τις ακτίνες του οριζόντια στην μεγάλη καλύβα που κοιμόντουσαν το βράδυ τα αγόρια.
Σηκώθηκε γρήγορα, τα πόδια του Αφέντη κλωτσούσαν άσχημα.
– Πώς σε λένε; Πες μου το όνομά σου…
– Κουνήσου, μπασμένο…
Πετάχτηκε όρθιος. Το δωμάτιο γύριζε… ζαλιζόταν.
Ήπιε κάτι σαν γάλα και βρέθηκε στο ποτάμι με τα άλλα αγόρια, το ένα πίσω από το άλλο.

Μάζευε ρύζι. Έβλεπε τις μπότες του κάθε Αφέντη, ζήλευε το γυαλιστερό τους μαύρο. Έβλεπε και τα δικά του πόδια, τα ξυπόλητα – τι τις ήθελε τις μπότες στο ποτάμι….

Ο Ήλιος έφτανε πάνω από το κεφάλι του, το καταλάβαινε από τη σκιά του που μίκραινε. Προσποιήθηκε ότι τον έπιασε η μέση του… σήκωσε το κορμί του και κοίταξε τον ουρανό πρώτα, ολόγυρα μετά… Όχι, δεν την είδε. Εκείνη, εκείνη που αγαπούσε, εκείνη που του μίλησε χτες τη νύχτα, στον αληθινό κόσμο τον Ονείρων, στον Κόσμο που παρακαλούσε να βρεθεί, Εκείνη που κάθε νύχτα διέταζε τον κόσμο του, η Βασίλισσά του, εκείνη δεν ήταν εκεί.
Μπορεί να έκανε και λάθος, πώς να ξέρει κανείς;

Περίμενε μέχρι να τους πάρουν να φάνε το μεσημεριανό: μια φέτα ψωμί με λίγο τυρί και κάτι άλλο, που ποτέ δεν κατάλαβε τι ήταν. Ίσως γιατί ήταν ένας Κινέζος που ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε στην Ινδία, στον ιερό παραπόταμο, να μαζεύει ρύζι.

ΤΡΩΕ!!! Έχουμε δουλειά!
Εκείνη δεν ήταν εκεί. Θα την είχε δει, από μακριά, στις γραμμές που στίβαζαν τα κορίτσια.
ΤΕΛΕΙΩΝΕ!!!
Το πιάτο πήρε τη μορφή της.
– Φεύγω για πάντα, δεν με αφήνουν άλλο εδώ. Αν αλήθεια με αγαπάς, κάνε τονκόσμο Έξω καλύτερο. Σου δίνω και τη δική μου δύναμη. Γεια σου. Σ΄αγαπώ.
– Άντε, ρε ποντίκι. Θες να μείνεις και μετά το σκοτείνιασμα;

Αφέντες…. Είχαν πάρει την Αγάπη του.
Κατάλαβε πως τα ήθελε όλα για εκείνον. Ένιωσε πως δεν αρκεί να βλέπεις ένα όμορφο πρόσωπο μόνο για σένα, δεν σου ανήκει. Εκείνη έφυγε, αλήθεια… και δεν ήθελε άλλα παιδιά στις μπότες του Αφέντη…. Του κάθε Αφέντη.

Έβγαλε μια εσώψυχη κραυγή και πετάχτηκε έξω από την τέντα, την ώρα που τρώγαν τα άλλα παιδιά. Ένα κοπάδι μαύρες, γυαλιστερές μπότες, τον κυνηγούσαν.
Όμως, εκείνος ένιωθε πιο δυνατός τώρα…

Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε… δεν τον ένοιαζε αν πονούσαν τα πόδια του,  τον ένοιαζε όμως αν θα τον έπιαναν. Ήθελε να κερδίσει. Ήθελε να πάρει εκδίκηση. Για εκείνη… Ήθελε να τιμωρηθούν όλοι αυτοί οι κακοί μεγάλοι.

Έτρεχε, έτρεχε. Κάποια στιγμή, διέκρινε σπίτια. Και καθώς έτρεχε και τα πλησίαζε, τα σπίτια γίνονταν ολοένα και περισσότερα.
Άκουσε μηχανές αυτοκινήτων πίσω του. Συνέχισε να τρέχει παράλληλα στο ποτάμι. Ένιωσε ένα χέρι να του αρπάζει τον ώμο. Γύρισε απότομα και το δάγκωσε, με όλη του τη δύναμη.
– Παναθεμά σε, θα σε τσακίσω.
Άκουσε καραμπίνα να γεμίζει…
– Είσαι τρελός; Μπήκαμε στην πόλη, θα μας δουν…
Μόνο τότε κατάλαβε ότι σε αυτά τα πολλά σπίτια ίσως να ήταν ασφαλής. Χώθηκε στα πρώτα στενά, τρέχοντας πάντα. Ο ρυθμός του έπεσε κάπως, μόλις οι δρόμοι πλάτυναν. Τα πόδια του κατάλαβε πια ότι είχαν μουδιάσει. Με το ζόρι υπάκουαν στις εντολές που έδινε το μυαλό του. Είδε ανθρώπους να πηγαινοέρχονται, να συζητούν μεγαλόφωνα, να τρέχουν, ο καθένας για το δικό του λόγο.
Σταμάτησε κοντά σε ένα συντριβάνι. Κοίταξε τα πρησμένα και ματωμένα πόδια του. Για λίγες στιγμές, καθώς ένα αμάξι σαν αυτό που είχαν οι Αφέντες εμφανίστηκε στο δρόμο. Τινάχτηκε σαν ελατήριο κι έτρεξε να κρυφτεί σε ένα μεγάλο κτήριο που βρήκε με ανοιχτές πόρτες.

Μέσα υπήρχαν άνθρωποι πολλοί, δεν ήξερε να μετρήσει πόσοι ήταν. Όλοι τους σχεδόν κρατούσαν μεγάλες τσάντες.
Μια γνώριμη φωνή ακούστηκε… ένας από τους Αφέντες.
– Εδώ μέσα τρύπωσε το μυξιάρικο. Γρήγορα, να τον βρούμε…
Κοίταξε με απόγνωση ολόγυρα. Τότε, είδε ένα τεράστιο αυτοκίνητο, που είχε κολλημένα πίσω του πολλά άλλα αυτοκίνητα. Ήταν τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να δει την άλλη του άκρη. Η πόρτα στα δεξιά του ήταν ανοιχτή και πολλοί άνθρωποι με μεγάλες τσάντες έμπαιναν. Μπήκε κι αυτός.

Πολλοί από αυτούς έψαχναν μια θέση να καθίσουν, ενώ κοίταζαν κι ένα χαρτάκι που κρατούσαν. Έψαξε κι αυτός και μπήκε σε ένα βαγόνι που είχε τέσσερεις θέσεις αλλά ήταν άδειο.

«Το δρομολόγιο Καλκούτα-Βομβάη αναχωρεί άμεσα. Οι επισκέπτες να αποχωρήσουν εντός ενός λεπτού».

Επισκέπτες θα ήταν κι οι Αφέντες. Θα έπρεπε να φύγουν, αλλά, άκουγαν οι Αφέντες διαταγές από μια φωνή που έβγαινε από τον τοίχο;
Ένα πολύ δυνατό σφύριγμα ακούστηκε. Σκέπασε τα αυτιά του με τα χέρια του και το μεγάλο αυτοκίνητο ξεκίνησε.
Ήταν ένα τρένο, ναι, κάπου θυμόταν πως είχε δει μια εικόνα… έτσι το έλεγαν, τρένο.

Έκανε ζέστη. Δεν υπήρχε ποτάμι δίπλα, να δροσιστεί.
Το τρένο ξεκίνησε, το κατάλαβε από το κούνημα κι επειδή άλλαξε ο θόρυβος.
Η πόρτα άνοιξε. Εμφανίστηκε κάποιος ψηλός και αδύνατος. Φορούσε πολύ καλά ρούχα, αλλά δεν έμοιαζε με τους Αφέντες. Και ήταν και… το δέρμα του είχε ένα πολύ περίεργο χρώμα…
– Μικρέ, πώς βρέθηκες εσύ εδώ; Σίγουρα αυτή είναι η θέση σου;
– Εγώ… ναι… πάω Μποβάη.
– Βομβάη.
– Ναι…
– Οι γονείς σου; Είναι στο τρένο;
– Ναι… όχι…είναι Βομπάη. Πάω να τους βρω.
– Ωραία…

Δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Φοβόταν το μαύρο πρόσωπο του άντρα. Τους αφέντες τους είχε συνηθίσει τουλάχιστον.  Χάζευε σαν μαγεμένος τα δέντρα που έτρεχαν δίπλα του. Μακάρι να την είχε δίπλα του, αγκαλιά.
– Το εισιτήριό σας, παρακαλώ…

Τι ήταν πάλι αυτό;

[συνεχίζεται…]

Advertisements