Οι συζητήσεις στο οικογενειακό τραπέζι

Καλησπέρα και καλή βραδιά και καλή χρονιά και ευτυχισμένος ο καινούριος Πάσχας. Τώρα που οι γιορτές σιγά σιγά μας τελειώνουν και αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν έχουμε πια 325 Αυγούστου του 2008- που ήταν και η τελευταία φορά που μετρήσαμε- ας κάτσουμε να κάνουμε μια κουβέντα για τα μεθεόρτια.

Φάγαμε; Σκάσαμε, τολμώ να φανταστώ, να εικάσω και να ψυχανεμιστώ. Κάτι γεμιστές γαλοπούλες βολτάριζαν στα σαλόνια, κάτι τσουρέκια με φλουριά που δεν πρόλαβαν να βρεθούν, ψητά σαλάτες και κρασιά που έφυγαν αδιάβαστα- σε πολλές δε περιπτώσεις και αμάσητα-.

Αυτό που θα μας απασχολήσει όμως σήμερα, δεν είναι αν και πόσο φάγαμε, πόσα κιλά συν θα δείξει η ζυγαριά, πόσα φερμουάρ θα σπάσουν σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ούτε αν η μάνα μου βάζει κιμά στα γεμιστά.

Αυτό που θα αναλύσουμε εκτενώς, απολύτως και ανυπερθέτως, είναι αυτοί που συνόδευσαν τα γιορτινά μας τσιμπούσια. Μετάφραση: οι συγγενείς.

Σε μία μέση οικογένεια του εξωτερικού, στρωνέται τραπέζι για τρία, τέσσερα, άντε πέντε ή έξι άτομα όταν αρχίζει να μεγαλώνει η οικογένεια.

Σε μία μέση ελληνική οικογένεια όμως, το πάρτι θα στηθεί για δεκαπέντε, είκοσι, ίσως και τριάντα στόματα. Γιατί πώς θα γίνουν Χριστούγεννα χωρίς τη θεία Νίτσα, τον ξάδερφο Λάμπη, τον μπατζανάκη της γιαγιάς, την τριτοξαδέρφη του παππού, την ανηψιά της εγγονής του θείου του μπαμπά και την ξαδέρφη Τούλα απ’την Αμερική στο skype;

Σ’αυτά λοιπόν τα τραπεζώματα, που με τόση άνεση κάνατε όλοι εικόνα και μάλιστα κινούμενη και βλέπετε ήδη την κασέτα της ίδιας ταινίας να παίζει σε μια ατέρμονη λούπα μέσα στο κεφάλι σας, ακούγονται κάθε φορά οι ίδιες κουβέντες.

Αφού κωλοκαθίσει το σόι γύρω απ’ το σημαιοστόλιστο τραπέζι, αρχίζουν οι ερωτήσεις για δουλειές, σπουδές, πτυχία, επαίνους, διακρίσεις, διαγγέλματα και αφιερώματα στις ειδήσεις. Αν δεν έχεις προκόψει αρκετά τον τελευταίο μήνα, μάλλον δεν είσαι άξιο τέκνο και απόγονος της οικογενείας.

Aμέσως μετά, το ενδιαφέρον στρέφεται στην αισθηματική ζωή των παρευρισκομένων και μη. Ποιος ερωτεύτηκε, ποιος παντρεύτηκε, ποιος χώρισε, ποια προσπαθεί για παιδί, ποια περιμένει παιδί και ποια έμπλεξε με έναν αλήτη που δε θέλουν οι γονείς της επειδή έχει καταγωγή απ’την Καλαμάτα και μια ξαδέρφη φιλόλογο.

Επειδή όμως τα πιρούνια έχουν βγάλει ήδη το βασικό ωράριο και δουλεύουν υπερωρίες, κάπου εδώ γίνεται ένα μικρό διαφημιστικό διάλειμμα και τα απαραίτητα συχαρίκια και «γεια στα χέρια σου» στην οικοδέσποινα. Κι εκεί που πας ν’αγιάσεις και να καταπιεις το κρασί σου, ξυπνάει ένας απ’τους μακρινούς θείους που μπερδεύεις ποιανού γιος, ανηψιός ή πρωτοξάδερφος είναι και αρχίζει να μιλάει για πολιτικά.

Αυτή η συζήτηση πιθανότατα θα ξεκινήσει τα Χριστούγεννα και θα τελειώσει στις επόμενες εκλογές – ναι, οκ, δηλαδή σύντομα-, θα περιλαμβάνει διαγωνισμό γκαρίδας και απολυτότητας στις απόψεις, ενώ νικητής θα στεφθεί όποιος διακόψει περισσότερες φορές συνομιλητή του ή τον ξαναβαφτίσει με σάλια που θα φεύγουν πάνω στο πάθος της στιγμής.

Στο μεταξύ θα βγούνε τα γλυκά, που θα καταλαγιάσουν κάπως τα πνεύματα, ενώ οι γυναίκες της παρέας, για να ελαφρύνουν και το κλίμα, θα ξεκινήσουν από την προέλευση της συνταγής, θα αρχίσουν να ονειρεύονται το επόμενο ταξίδι τους, θα το ζητήσουν απ’τους άντρες τους και θα καταλήξουν να τσακώνονται τα μισά ζευγάρια μεταξύ τους, πράγμα που θα συνεχιστεί με τη μορφή μουρμούρας μέχρι να φύγει και ο τελευταίος απ’το σπίτι.

Τι ξέχασα να πω; A,ναι. Εβίβα και καλοχώνευτα.

Πηγή

Advertisements