4 FTS pro 12β

4 FTS pro 12β

 

Α

 

Ήταν μιγάς. Στην πραγματικότητα, ήταν 75% λευκός και 25% μαύρος. Τουλάχιστον, έτσι της φάνηκε. Κλασικός μυστικός μπάτσος… τον πρόδωσε η διερευνητική ματιά με το έμπα στην γκαρσονιέρα της (χωρίς να πάρει την άδεια), η οποία ξεκίνησε από το ταβάνι, χωρίς να φτάσει μέχρι το έδαφος… τον πρόδωσε η απαλή κρεμ μακριά καπαρδίνα, η προσπάθεια για άνετο και αργό, σίγουρο βάδισμα, σημάδι αυτοκυριαρχίας.
– Ωραία είσαι εδώ.
– Ναι, δεν βλέπεις; Βλέπω και τα φώτα των αυτοκινήτων από μακριά… να σε κεράσω κάτι;
– Έτσι κερνάς άγνωστους;
– Ως, μωρά μπάτσε…
– Α, ναι, να δείξω το σήμα…
– Δεν χρειάζεται, φαίνεσαι. Άλλωστε, το δείχνετε τόσο γρήγορα που ο καθένας θα δείξει ότι το αναγνώρισε για να μην φανεί στραβός. Καφέ δεν έχω. Μόνο κάτι λουκάνικα έμειναν. Θες ένα χοτ ντογκ;
– Δε μου λες… τη βλέπει ο δικός σου την κουζίνα;
– Αν σου πω ότι ακόμα δεν την έχει δει, θα με πιστέψεις;
Η Χίλλαρυ προσπάθησε να κερδίσει χρόνο. Ο τύπος βρισκόταν στα όρια κουζίνας-καθιστικού και δεν έβλεπε την οθόνη του λάπτοπ της. Η Ινδιάνα ήλπιζε ότι ο Ζαχαρίας θα της έστελνε κάποιο μήνυμα για βοήθεια.
«περιμένω να ακούσω γιατί θα σε κατηγορήσει», έδειχνε η οθόνη.
– Και καλά θα κάνεις να μην του τη δείξεις. Οδήγησέ τον από την αρχή στο κρεβ… αυτό είναι το κρεβάτι σου;
– Ναι… αυτός ο καναπές.
– Μμμ… έχει κέτσαπ, εδώ κι εδώ… και μουστάρδα, εδώ…
– Ναι, ρε φίλε, έχει. Δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς να εισπνέω ατμόσφαιρα καυτού σκύλου. Εσένα, τι σε κόφτει;
– Δεν… για άλλο ήρθα.
– Ακούω…
– Έφυγες από το μπαρ… τσακώθηκες με το αφεντικό σου… άρα, δεν νιώθεις και τα καλύτερα για δαύτον.
– Ούτε κρύο ούτε ζέστη.
– Μάλλον θα συμφωνήσω. Διότι, δεν έμαθες, εδώ και μια βδομάδα που τα βρόντηξες, ότι το αφεντικούλι σου βρέθηκε νεκρό.
Ήταν έμπειρος. Σίγουρα περίμενε ένα μήνυμα από τη γλώσσα του σώματός της. Μια κίνηση, μια ματιά να καρφώνεται κάπου, από αμηχανία ή από…
Πολύ αργά. Σκέφτηκε για μια στιγμή να μην κοιτάξει την οθόνη, αλλά ήταν αυθόρμητο.
Ο μίστερ-καπαρδίνας την τσάκωσε. Με ύφος θριαμβευτικό, γύρισε το λάπτοπ προς το μέρος του.
«Ευτυχώς, δεν έχει σχέση με εμάς» έγραφε η οθόνη.

 

Είχε σκύψει για να διαβάσει. Σήκωσε το κορμί του αργά, σαν τερματοφύλακας που τρώει γκολ από ολέθριο δικό του λάθος και δεν έχει βρει δικαιολογία.
– ΟΚ… ΟΚ… μαύρη πέτρα έριξες, βλέπω. Τα υπόλοιπα δεν με αφορούν και δεν με ενδιαφέρουν. Παρεπιπτόντως, ΑΝ μάθεις κάτι, πάρε την κάρτα μου.
Πάσαρε την κάρτα βάζοντας ένα μεγάλο Χ στο μπλοκάκι του.

 

Φυσικά. Από τη μια, ούτε που ένιωσε κάτι για την είδηση.
Από την άλλη, έπρεπε όντως να τακτοποιήσει την κουζίνα της. Λες να μην την ήθελε ο Ζαχαρίας αν την έβλεπε;
Η πόρτα έκλεισε. Έτρεξε στο λάπτοπ.
– Είσαι πολύ γλυκούλης…
– Δεν χρειάστηκε να κάνω κάτι.
Πώς την έλεγαν… «αυτοπεποίθηση;» σκέφτηκε ο Ζαχαρίας.
– Αστυνομία, ανοίχτε…
Β

 

Ο Λουμούμπα κοίταζε το παιδί…
– Τι διαβάζεις; Το ρώτησε.
– Ιστορία.
– Λοιπόν;
– Ένα σωρό χαμένες ζωές, για ένα σωρό ντουζίνες ψεύτικα σύμβολα.
Μάχες, πόλεμοι, σκοτωμοί… γιατί όλα αυτά;
– Για την ιδέα, ίσως… για το όνειρο…
– Που κάποιοι άλλοι τους έβαλαν στο μυαλό…
– Ίσως… πρόταση;
Του άρεσε που μπορούσαν να ανταλλάσσουν μηνύματα προφορικο΄που λόγου με λίγες λέξεις. Ήταν το γνώρισμα των έξυπνων. Τη μορφή της πρώτης του Αγάπης και το πώς ο μικρός κατάφερε να την σχηματίσει, το είχε αποβάλλει το μυαλό του ως «εκτός λογικής».
– Απλό… δώσε πληροφορία… πληροφορία σωστή. Θα περιμένεις μια γενιά, κάπου 35 χρόνια, σωστά, αλλά θα πάρεις ώριμη απάντηση.
– Δηλαδή;
– Ας πάρουμε το σήμερα. Κάποιοι νομίζουν ότι ζουν στο φως. Έλα, δώσε τσάμπα ίντερνετ και άσε τη γνώση να κυλά. Καταλαβαίνεις ότι γνώση είναι η αξιολόγηση της πληροφορίας… Άσε μια γενιά να έχει πληροφορίες από παντού… Μετά να την κρίνεις…

 

Γ

 

Αισθανόταν άνετος… πολύ…
– Ποιος είναι;
– Ασφάλεια…

Advertisements