Η λεπτή συγκίνηση του αποχαιρετισμού

Robert Musil (1880-1942)

[…]Ένιωθε μια πρωτόγνωρη σιγουριά. Ήταν σχεδόν όπως σ’ ένα μυστηριώδες όνειρο. Κάτι που θα πρέπει να διαμορφώθηκε κρυφά, κάτω απ’ την επίδραση των τελευταίων γεγονότων και που τώρα ξαφνικά, χτυπούσε μ’ επιταχτικά δάχτυλα κάπου μέσα του. Ο Τέρλες βρισκόταν στην κατάσταση εκείνης της γυναίκας, που νιώθει στην κοιλιά της τα πρώτα σκιρτήματα του μωρού της.

Ήταν ένα υπέροχο, απολαυστικό απόγευμα.

Ο Τέρλες έφερε από το συρτάρι του όλα τα ποιήματα που είχε γράψει κατά καιρούς. Κάθισε κοντά στη σόμπα κι έμεινε έτσι, τελείως μόνος κι αθέατος πίσω απ’ το μεγάλο χώρισμα, ξεφυλλίζοντας το ένα μετά το άλλο τα τετράδιά του και ρίχνοντάς τα στη φωτιά, αφού τά ‘σχιζε αργά αργά σε μικρά κομματάκια, σαν να ήθελε ν’ απολαύση τη λεπτή συγκίνηση του αποχαιρετισμού.

Ήθελε με την πράξη αυτή, να πετάξει κάθε αποσκευή του παρελθόντος, σαν να έπρεπε τώρα – απαλλαγμένος από κάθε βάρος -να στρέψει όλη του την προσοχή προς εκείνα τα βήματα, που θα τον πήγαιναν μόνο μπροστά.

*
[-απόσπασμα από: Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο νεαρός Τέρλες, εκδόσεις Ύψιλον, μτφρ: Αλέξανδρος Ίσαρης, 1984]

Πηγή

Advertisements