Οι τζογαδόροι του προποτζίδικου

Εγώ που με διαβάζεις, έχω διατελέσει ανώτατο στέλεχος σε επιχείρηση πώλησης τυχερών παιγνίων.

Μην ψαρώνεις. Υπάλληλος σε προποτζίδικο ήμουνα. Όχι, ό,τι κι ό,τι. Κοτζάμ πρακτορείο στο κέντρο της Αθήνας με όλα τα κομφόρ. Τα Λόττο του, τα Τζόκερ του, τον Ιππόδρομό του, τα Σκρατς του. Με τα όλα του.

Έχω φτιάξει άπειρους καφέδες. Έχω κουνήσει το κεφάλι συγκαταβατικά για να νοιαστώ για τη χασούρα του άλλου. Έχω δει τους ίδιους ανθρώπους να μεταμορφώνονται από ήρεμοι σε ταύρους εν υαλοπωλείο.

Γι’ αυτόν θα σου πω. Για τον τζογαδόρο, τον σωστό, τον πρόστυχο. Αυτόν με τα χίλια πρόσωπα.

Μη βιαστείς να σκεφτείς κάποια σκοτεινή φιγούρα που ξεπουλάει τη ψυχή της στο διάβολο για λίγη τύχη. Γελιέσαι.

Ο τζογαδόρος, αρχικά δεν έχει φύλο. Είναι άντρας. Είναι γυναίκα. Είναι κι έφηβος. Κι ας απαγορεύεται η είσοδος στους κάτω των 18. Φαντάσου 60% άντρες και 40% γυναίκες. Το 40% δεν το λες και λίγο. Σχηματίζει κυβέρνηση.

Μη σε ξεγελάει η θεία που παίζει μόνο στα μεγάλα τζακ-ποτ κάθε Πρωτοχρονιά και Πάσχα. Υπάρχουν κυρίες που παίζουν συστηματικά.

Πουρνό – πουρνό με τον καφέ ανά χείρας, τρέχοντας να προλάβει το λεωφορείο των 9:30, θα μπει να ρίξει ένα δελτίο έτσι για το καλό. Το μεσημέρι γυρνώντας θα ξαναμπεί να δει αν κέρδισε και θα κάτσει να χαλαρώσει δύο ωρίτσες, κοιτάζοντας τις κίτρινες μπίλιες στην τηλεόραση του Κίνο. Συχνά θα χαλαρώσει μέχρι να αδειάσει τελείως το λουστρίνι πορτοφόλι της.

Έπειτα έχουμε τους κύριους. Κάθε λογής. Άνεργο, μετανάστη, πλούσιο, φοιτητή. Όλοι ειδήμονες.

Ο άνεργος θα παίξει τα ψιλά του μπας και πιάσει την καλή. Ο μετανάστης μπας και δει άσπρη μέρα. Ο πλούσιος μπας και γεμίσει τις ανιαρές ώρες του (να ζήσει κι ο προποτζής – κλέφτης να γίνει;). Ο φοιτητής γιατί ξέρει τα πάντα από μπάλα και το 1-χ-2 το ‘χει σίγουρο σήμερα.

Ιδιαίτερη κατηγορία οι παντρεμένοι. Έρχονται συνεχώς σκαστοί. Σκαστοί από τη δουλειά. Σκαστοί από τη γυναίκα. Σκαστοί κι από τη γκόμενα.

Νομίζει η γυναίκα πως κάνουν υπερωρίες κι εκείνοι στοιχηματίζουν το μηνιάτικό τους στον «Αστραχάν», το άλογο που πρέπει να τερματίσει πρώτο στον ιππόδρομο του Μαρκόπουλου. Άλλους τους στέλνουν να πάρουν ψωμί ή το παιδί από το σχολείο και μπαίνουν στο πρακτορείο με ροζ σακίδιο στη πλάτη, τη μπουμπού στο ένα χέρι και το στοίχημα στο άλλο.

«Κάτσε λίγο καρδούλα μου, να γράψει ο μπαμπάς ένα δελτίο κι αν είσαι γουρλού θα δεις τι θα σου αγοράσει.»

Χειρότεροι όλων οι παππούδες. Μη σου τύχει παππούς περίεργος, κουφός και τζογαδόρος. Την πάτησες. Δε θα συνεννοηθείτε ποτέ, θα γκρινιάξει σίγουρα και θα τ’ ακούσεις κι από πάνω.

Περιττό να σου πω ότι όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, είναι προληπτικοί. Ο καθένας έχει τη τυχερή του καρέκλα, το τυχερό του κομπολόι ή το τυχερό σώβρακο. Ακόμη και η γκριμάτσα που θα κάνεις για εκείνους μεταφράζεται σε γρουσουζιά ή τύχη.

Είναι γεγονός πως ο τζόγος είναι αρρώστια. Στο όνομά του έχουν διαλυθεί σπίτια, περιουσίες και οικογένειες. Ο τζογαδόρος είναι εθισμένος ακριβώς όπως κι ένας ναρκομανής. Το μυαλό του είναι συνεχώς στην επόμενη φορά που θα ποντάρει τα λεφτά του.

Όσο πιο πολλά χάνουν, τόσο περισσότερο εθίζονται. Νομίζουν πως θα ξεγελάσουν τη τύχη. Στο τέλος της μέρας αν έχουν χάσει δέκα φορές και κερδίσουν μία, αυτή τη μία τη λογαριάζουν για νίκη. Ακόμη κι αν τα χρήματα που πάρουν πίσω είναι ψίχουλα σε σχέση με αυτά που έχασαν.

Αν έμαθα κάτι, είναι πως η πλειονότητα των παικτών καταλήγει να πηγαίνει στο κουβά κι όχι στο ταμείο. Κι αν θέλω να σου μείνει κάτι είναι μια παροιμία που άκουσα μια μέρα εκεί μέσα: «Του χαρτοπαίκτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο».

Πηγή

Advertisements