4 FTS pro 21

4 FTSpro 21

 https://www.youtube.com/watch?v=GBFqev9GCSk

# Αθήνα, αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

Το αεροπλάνο προσγειώθηκε γρήγορα. Ο Ζαχαρίας Ζαχαριάς έτυχε να κοιτάζει. Φανταζόταν πως από μέσα θα έβγαινε η Χίλαρυ Τραμπ και θα την άγγιζε, θα την αγκάλιαζε επιτέλους. Ήταν σαν να έβλεπε μπροστά του το φορτηγάκι με τη σκάλα να πλησιάζει το σκάφος, την σκάλα να ξεδιπλώνεται, την πόρτα του αεροπλάνου να ανοίγει και την Χίλαρυ να πετάγεται και να κατεβαίνει πρώτη, χωρίς να νοιάζεται για το αν κράτησε τη σειρά της. Κατόπιν, φαντάστηκε ότι αγκάλιασε το παχουλό κορμί της κι ότι επιτέλους φιλήθηκαν αληθινά.
Έκλεισε τα μάτια. Έγλειψε τα χείλη του, στην ιδέα ότι το στόμα της είχε μια μυρωδιά από μουστάρδα και κέτσαπ.
Ώπα, του άρεσε αλήθεια αυτό; Μπορεί, ποιος ξέρει…
Έμεινε έτσι, να κοιτάζει το αεροπλάνο…

… Για πολλή ώρα… υπερβολικά μεγάλη η αναμονή…
Για στάσου, τι γίνεται εκεί; Θα έπρεπε οι επιβάτες να είχαν κιόλας αποβιβαστεί. Όλοι…
Αντί γι αυτό, ο Ζαχαρίας παρατήρησε ότι όλες οι πόρτες έμεναν κλειστές κι ότι κανένα όχημα δεν πλησίαζε για να ξεδιπλώσει τη σκάλα. Το διώροφο σκάφος σαν να του έκλεισε το μάτι χαμογελώντας, τέτοια ήταν η γωνία θέασης που είχε, σε συνδυασμό με το παιχνίδι που έπαιζαν οι ακτίνες του ήλιου καθώς χόρευαν πάνω στο μέταλλο και το έκαναν να αστράφτει από χαρά.

Αντί γι αυτό, όλα έμεναν κλειστά. Κανένα σημάδι δεν φαινόταν, κανένας ήχος δεν ακουγόταν. Ο Ζαχαρίας πρόσεξε τότε ένα μικρό στρατιωτικό τζιπ να πλησιάζει την μπροστινή πόρτα, αυτή του πιλοτήριου. Δεν είχε την κατάλληλη θέση ώστε να βλέπει καθαρά, αλλά το τζιπ απομακρύνθηκε σχεδόν αμέσως.

Το κινητό κουδούνισε. Ή, μάλλον, έβγαλε κάτι σαν ουρλιαχτό στρίγγλας που το έχεις ηχογραφήσει και το έχεις βάλει να παίζει στο γρήγορο.

Αυτό τον ξύπνησε. Κατάλαβε πού βρισκόταν και ποια ήταν η κατάσταση.
Εκείνος ήταν ο Ζαχαρίας, που ονειρευόταν μια παχουλή με πάθος για τα χοτ-ντογκ και όλως τυχαίως είχε κάνει ολόκληρο τον πλανήτη άνω-κάτω το προηγούμενο βράδυ, ακούγοντας οδηγίες από κάτι νούμερα.
Πάσχισε να κάνει τη συσκευή να σωπάσει χωρίς να την καταστρέψει μέσα στον πανικό του.
– Ακόμα στον ιππόδρομο είσαι; Να φέρεις μπρόκολο, από τη λαϊκή. Και κρεμμύδια για στιφάδο, τεμπέλαρε.
– Ναι… δηλαδή ναι, κοκόνα μου, είπε καθώς διάβασε στην οθόνη του κινητού με ποιαν μιλούσε.
Ένα δεκάχρονο τον κοίταξε χαμογελώντας χαζά, ενώ ο πατέρας του μάλλον, ανασήκωσε τους ώμους αμήχανα, σήμα συμπαράστασης.
Χαμογέλασε κι εκείνος, αφού δεν έγινε αντιληπτή η αλήθεια.
Κάτι γινόταν και, κατά 80%, είχε σχέση με αυτόν.
Σκάμπαζε από πιθανότητες, ναι…

# Νέα Υόρκη

Το παιδί μονολογούσε.
Ο Λουμούμπα τον παρατηρούσε. Αθέατος.

Ωραία η Νέα Υόρκη. Δηλαδή, έτσι φαίνεται από ψηλά. Δεν ξέρω αν συμφωνούν και οι άνθρωποι κάτω, έτσι γρήγορα που βαδίζουν. Αν προλαβαίνουν να δουν γύρω τους, αν χαίρονται που είναι ζωντανοί.
Στη Βομβάη δεν μου άρεσε. Ίσως γιατί τα έβλεπα όλα από το χώμα. Δεν ήταν ωραία στο χώμα. Ούτε στα λασπωμένα, βρώμικα νερά ήταν όμορφα. Δεν προλαβαίνεις ούτε  τα μυρμήγκια να παρατηρήσεις, ούτε κάποιο ζώο να κάνεις φίλο. Έτσι κι εγώ, αν και δεν είμαι σίγουρος. Μπορεί από ψηλά να μου άρεσε. Κι η Καλκούτα μου άρεσε, αν και δεν πρόλαβα να τη δω από ψηλά και ήμουν πολύ λυπημένος. Αλήθεια, πώς έγινε και αισθανόμουν καλά εκεί, ενώ στη Βομβάη όχι; Στη Βομβάη σκότωσαν το κορίτσι… δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι δεν θα γίνω ποτέ σκληρός με τους ανθρώπους.
Κοίταξέ τους… όλα τα κάνουν γρήγορα. Ξυπνάνε πριν σηκωθεί ο Ήλιος, όπως και εγώ, τότε που ήμουν σκλάβος. Δουλεύουν ασταμάτητα μέχρι να νυχτώσει, κι ακόμα πιο πολύ, για ένα πιάτο φαΐ. Όπως κι εγώ, τότε που ήμουν σκλάβος. Το μόνο που περιμένουν είναι, κατάκοποι το βράδυ, να δουν μισοκοιμισμένοι στην τηλεόραση τις σαχλαμάρες που επιτρέπουν οι λογαριασμοί των καναλιών. Μισοκοιμισμένοι. Κι αυτό το πράγμα το λένε Ελευθερία.
Όμως, για μια στιγμή… τι ζητούσα εγώ, τότε που ήμουν σκλάβος;
Ένα λεπτό… ένα λεπτό ελευθερίας, στο στρώμα μου. Να έρθει ο Αφέντης, να ουρλιάξει και να σβήσει τα φώτα. Κι εγώ παρακαλούσα τον Θεό να έχω το κουράγιο να μην με πάρει ο ύπνος. Για ένα λεπτό, μόνο για ένα λεπτό. Να κλείσω τα μάτια. Να δω τα χρώματα του Ήλιου, αυτά που κράτησε η κούραση της μέρας, να χορεύουν μέσα στο σκοτάδι. Κι ένα φως να ξεπηδά από το βαθύ μαύρο… και να είναι Εκείνη… Εκείνη που δεν μου έδωσαν την ευκαιρία να την κερδίσω, να χαμογελάσω μαζί της…
Όχι, δεν είναι έτσι εδώ. Αυτοί εκεί κάτω, στο Δρόμο, είναι σίγουροι για τα παιδιά τους. Είναι σίγουροι ότι κάποιοι θα παλέψει γι αυτούς αν αρρωστήσουν.
Φαίνεται, αυτό είναι η Ελευθερία.
Αλλά, γιατί σε κάποια μέρη της Γης τόσος πόνος και βία και εκμετάλλευση; Γιατί; Δεν πήγε από την αρχή κάτι καλά; Πόσο αδύναμος είναι ο άνθρωπος, έχει το μυαλό να συλλάβει μια ιδεατή κοινωνία, αλλά ο ίδιος του ο εαυτός δεν τον αφήνει να την πλάση.
Υπόσχομαι, όταν μεγαλώσω, να μην ζητήσω εκδίκηση. Ορκίζομαι να κάνω τον κόσμο καλύτερο.
Μόνο έτσι Εκείνη θα χαμογελά από τον Ουρανό.

Ο Λουμούμπα έφυγε δακρυσμένος. Έπρεπε να ακούσει ειδήσεις.
Ο κόσμος κρεμόταν από μια κλωστή.

# Τόκιο

Συνεχίζεται, με αμείωτο ενδιαφέρον, η συνάντηση κορυφής του ΟΗΕ. Παρόντες οι ηγέτες όλων σχεδόν των χωρών, όσων βέβαια δεν έχουν ανατραπεί.
Σε δηλώσεις τους, συνιστούν ψυχραιμία σε όλον τον πλανήτη. Η βία που πολλοί θέλουν να ασκήσουν ή ασκούν σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν οδηγεί πουθενά.
Από σύμπτωση βρίσκεται εδώ και ο Πρόεδρος της Βραζιλίας.
– Δεν έχω σχέση με ανεπτυγμένες χώρες. Είμαι ένας άνθρωπος, όπως όλοι. Ίσως κάποιος με εξουσία να μην το καταλάβαινε αυτό τον τελευταίο καιρό. Έτσι είναι. Η καρέκλα σε κάνει να μην αναγνωρίσεις τα όριά σου.
Θέλετε να συμβουλέψω τον κόσμο και τι νομίζω ότι θα γίνει στο άμεσο μέλλον…
Ναι, υπήρξαν ηγέτες που το παράκαναν. Αξίζουν τιμωρία παραδειγματική. Αλλά, η εκτέλεσή τους θα φέρει το χάος. Ας πάνε φυλακή. Κι αυτοί που θα τους αντικαταστήσουν, ας υποσχεθούν ότι θα κυβερνήσουν με σύνεση.
Θυμόμαστε για να αποφύγουμε λάθη στο μέλλον, όχι για να ξεπληρώσουμε λογαριασμούς. Διαφορετικά, ένας νέος πόλεμος θα μας βρει με τόξα και βέλη, όπως είπε κι ένας μεγάλος. Δεν πέρασαν ούτε τρεις γενιές από τον προηγούμενο και κοντεύουμε να ξεχάσουμε τον πόνο… είμαστε άνθρωποι, όχι χρυσόψαρα.

# Σουζάνδη

Ο βασιλιάς απαγχονίστηκε, μόλις έγιναν γνωστά τα χιλιάδες εγκλήματα που είχε διαπράξει. Οι περισσότεροι οπαδοί του κρύβονταν, μερικοί όμως πήραν τα όπλα. Τότε, οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας σχημάτισαν μια άοπλη αλυσίδα. Πολλοί από αυτούς δολοφονήθηκαν ψυχρά, αλλά ένας απελπισμένος λαός δεν είχε τίποτα να χάσει και άντεξε μέχρι το τέλος. Τα όπλα παραδόθηκαν στη μέση του δρόμου και η πράξη της τοπικής κοινωνίας έγινε αστραπιαία είδηση και μεταδόθηκε παντού. Το γεγονός θα έμενε στην Ιστορία και θα ενέπνεε για δεκαετίες.

# Αθήνα, αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

Αστυνομικοί εισέβαλλαν στην αίθουσα αναμονής από παντού. Ανάμεσά τους και δυο που φαινόταν να έχουν το γενικό πρόσταγμα. Από το ασυνήθιστο ντύσιμο για την εποχή, μάλλον ήταν Αμερικάνοι.
– Αυτοί θα ήταν στο αεροπλάνο. Διάολε, ήρθαν για μένα, εμένα θέλουν.
Χωρίς να σκέφτεται, έκρυψε το κινητό στην καπαρντίνα. Λίγες στιγμές αργότερα, μέσα στον πανικό του, το άκουσε να ηχεί από τα βάθη μιας τσέπης.
– Αυτό ήταν. Με πρόδωσε η κοκόνα… Μα, τι λέω, είιναι απλώς ένα κινητό που χτυπάει…

Προσπάθησε πάρα πολύ ώστε οι κινήσεις του να φανούν φυσιολογικές.
– Είμαι κιόλας στη λαϊκή… αγαπούλα.
– Οι τουαλέτες είναι αριστερά σου. Μπες στην δεύτερη από αριστερά, ΤΩΡΑ.
– Μα… αγαπούλα, τι λες;
– Είμαι κάποιος που θέλει να σε βοηθήσει.
Υπάκουσε, δεν έβρισκε κάποια καλύτερη λύση. Συνάντησε έναν άγνωστο άντρα.
– Δεν έχουμε πολύ καιρό.
– Ποιος είσαι;
– Ένας θαυμαστής σου. Σου βγάζω το καπέλο με όλα όσα ξεσκέπασες. Μπράβο, ήθελε μεγάλη τόλμη και τσαμπουκά.
– Πού είναι ο ΤΕΣΣΕΡΑ;
– Δεν ξέρω για ποιον μιλάς… είμαστε μια ομάδα που δημιουργήθηκε και οργανώθηκε αστραπιαία. Εδώ είναι μια σκάλα υπηρεσίας, ξέχασαν να βάλουν φρουρό.
– Πού πάμε.
– Έχουμε καταλάβει το αεροσκάφος.
– ΤΙ;
– Πάμε Αμερική. Θα συναντηθείτε, επιτέλους.

[συνεχίζεται…]

Advertisements