4 FTS pro (23)

4 FTSpro 23

# αεροδρόμιο Ουάσιγκτον

Δεν πρέπει να είχε κλείσει τα δεκαπέντε όταν ένιωσε την καρδιά του να χτυπά τρελά για ένα κορίτσι. Πριν καν περάσει μήνας, ορκιζόταν ότι δεν θα την πατούσε ποτέ ξανά. Αμ δε…
Η καρδιά του χτύπησε ξανά και ξανά, το μυαλό του σταμάτησε ξανά και ξανά. Από τότε όμως, είχαν περάσει τουλάχιστον δυο δεκαετίες. Και να που τώρα, ένα φορτηγάκι του θύμισε τις παλιές μελωδίες της ψυχής.
– Αρχηγέ, όχι. Δεν θα συναντηθείτε σε αυτό το σκάφος. Τα πράγματα είναι ακόμα πολύ εύπλαστα και θα ήταν μεγάλη απερισκεψία από μέρους μας να δώσουμε διπλό στόχο. Καλύτερα να συναντηθείτε αλλού.
– Έχεις κάποια ιδέα;
– Πολλές, αλλά καμιά δεν μου κάνει κλικ. Μήπως εσύ, σαν αρχηγός…
– … να φανώ απρόβλεπτος, ε; Εντάξει λοιπόν, πίσω στην Αθήνα.
– Μα, θα έχουν το νου τους πια εκεί…
– Με τέτοια ζόρια, δεν το νομίζω.
– ΟΚ Αρχηγέ, εσύ αποφασίζεις.
Το φορτηγάκι έστριψε δεξιά. Το αεροσκάφος, λίγη ώρα μετά και αφού γέμισε καύσιμα, αριστερά. Οι μηχανές του γρύλισαν άγρια και το μεταλλικό πουλί άρχησε το τρέξιμο στο διάδρομο απογείωσης.
Ο Ζαχαρίας Ζαχαριάς καθόταν στον πάνω όροφο του boeing 777, ακριβώς πίσω από το πιλοτήριο. Η καρδιά του είχε σταματήσει να χτυπά τόσο γρήγορα, μιας και εκείνος ξεχάστηκε με τη θέα. Ήταν ασύλληπτο το πώς ένας χειριστής ενός τόσο ψηλού σκάφους μπορούσε να έχει οπτική επαφή τόσο μακριά και τόσο σφαιρικά.
– Βρε τον βασιλιά της Σουζάνδης, σκέφτηκε. Ποιος ξέρει πόσες καλλονές φιλοξένησε εδώ μέσα. Ενώ εγώ, για να γνωρίσω τη χοντρούλα μου, πρέπει να κάνω δυο φορές το μισό γύρο της Γης… κι αν τα καταφέρω…
Οι μηχανές έβγαλαν ένα θριαμβευτικό ουρλιαχτό καθώς το σκάφος όρμησε με τη μύτη στα λευκά, πυκνά σύννεφα και χανόταν από την επιφάνεια.

 

# Αθήνα

 

Ο Δίκαιος Φράγκας παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τα λεγόμενα του Αμερικάνου.

Με πολύ μεγάλη προσοχή.
Δεν ήταν ώρα εργασίας. Ήταν βράδυ, Σάββατο βράδυ. Είχε κάνει μπάνιο με βιασύνη, καθώς ο ηλιακός είχε ένα προβληματάκι και ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, παρά το ότι η Άνοιξη είχε μπει για τα καλά, έτσι μαρτυρούσε η μύτη του που φτερνιζόταν συνεχώς. Είχε φορέσει καθαρές πυτζάμες και μια ρόμπα που δεν καταλάβαινε τι χρώμα ήταν, αλλά την είχε διαλέξει η γυναικούλα του.
Μιας και εκείνη ήταν προσωρινά απασχολημένη στην κουζίνα και ο γιος διάβαζε για τις πανελλήνιες, είχε απλώσει και τα ταλαίπωρα ποδαράκια του στο τραπεζάκι του καναπέ, ενώ το κουρασμένο του κορμί, μετά από σιωπηρή συμφωνία με το κυκλοφορικό του, είχε αράξει στην κατάλληλη γωνία του καναπέ.
Έπρεπε να διαλέξει την κατάλληλη ταινία: και εκείνος να μπορεί να την παρακολουθήσει με ενδιαφέρον και το έτερον ήμισυ να μην γκρινιάξει…

Τακ…τακ-τακ…
Αυτό το είχε ξεχάσει. Η ταράτσα χρειαζόταν μια μικρή επισκευή. Μπα, οι βροχές θα σταματούσαν αύριο-μεθαύριο… νέα στρώση μόνωσης δεν μπορούσε να βάλει τώρα, έπρεπε να στεγνώσει πρώτα πολύ καλά ο χώρος από την υγρασία, ήταν και βροχερός ο χειμώνας φέτος.
Ωραίο άλλοθι, κάτι είχε μάθει τόσα χρόνια στην ΔΗΕ. Αναστέναξε αριμάνια και συνέχισε το ψάξιμο στα κανάλια…

Η ζωή πρέπει να είναι μεγάλος σαδιστής, παίζει παιχνίδια πανέξυπνα. Κάποιες φορές, κάποιες στιγμές που τις περιμένεις και τις έχεις από καιρό σκηνοθετήσει στο μυαλό σου, σε αφήνει να νομίζεις ότι η πόρτα του παραδείσου είναι ορθάνοιχτη μπροστά σου.
Κάποιες στιγμές… για κλάσματα του δευτερολέπτου.
Με άλλα λόγια, το κινητό του χτύπησε.
Όχι με τον γλυκό ήχο από το κάλεσμα ενός γνωστού, αλλά από τον ανυπόφορο ήχο ενός περιπολικού που περνά από μπροστά σου τρέχοντας με 2000, ενώ η λάμπα στο καρούμπαλο στριφογυρνά τόσο γρήγορα που οι ριπές από το κόκκινο φως που θα συλλάβουν ατυχώς τα μάτια σου θα γδάρουν τον αμφιβληστροειδή.
Ήταν ο Χάμιλτον… πάλι αυτός ο Χάμιλτον…
– Όου, κύριος Τράγκας…
– Φράγκας…
– Τέλος πάντων. Λυπάμαι ότι πρέπει να διακόψω το ήσυχο βράδυ σας…
– Μα τι λέτε… έχουμε μια αποστολή και πρέπει να είμαστε πάντα σε ετοιμότητα…
– Πολύ σωστά. Οι καταστάσεις αλλάζουν και πρέπει να βάλουμε όλο μας το είναι έτσι ώστε οι όποιες αλλαγές να έρθουν χωρίς βία και αίμα. Το έθνος μας απαιχθάνεται γενικά τη σκληρότητα και το ίδιο και το δικό σας, θαρρώ.
– Βέβαια… σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;
– Έχουμε τον τρόπο μας να παρακολουθούμε τα πάντα…
– Εκπλήσσομαι…
– Οι άντρες μου, αν και νέοι στο πόστο τους, έχουν βάσιμες ηλεκτρονικές ενδείξεις ότι το τυράκι κατευθύνεται ολοταχώς προς Αθήνα.
– Το τυράκι είναι…;
– Οι δημιουργοί του FTS…
– Γιατί ακριβώς τους κυνηγάμε;
– Εχμ… ας μην το αναλύσουμε τώρα, κύριε… ας πούμε, απόπειρα ανατροπής του… του… στάτους.
– Βάσει αποδείξεων όμως, έτσι;
– Σε μια ώρα θέλω οργανωμένη επιχείρηση. Και στο αεροδρόμιο και στην ηλεκτρονική σας υπηρεσία.

Δεν ήξερε ότι υπήρχαν ακόμα ρόλεϋ… και μάλιστα αιχμάλωτα στα μαλλιά μιας γυναίκας.
– Δικαιούλη… σου αρέσω;
– Πρέπει να πάω στην υπηρεσία… μωρό μου.
– ΓΙΑΤΙ;
– Ο κόσμος εξαρτάται από μένα. Όταν με παντρεύτηκες, το ήξερες.
– Οοορίστεεε;
– Βγάλε μου τη σκούρα καπαρδίνα. Και τα γυαλιά ηλίου.
– Είναι βράδυ και βρέχει…
Κοίταξε έξω από το παράθυρο, να δει τον κόσμο που έπρεπε να σώσει. Όμως, ήταν όντως βράδυ, πολύ σκοτάδι, μόνο μια περαστική αστραπή.

Ίσως ήταν η τελευταία βροχούλα της χρονιάς. Το νερό έπεφτε αργά, σαν τα σύννεφα να μην ήθελαν να το αφήσουν πριν το μεγάλο ταξίδι στο νότιο ημισφαίριο του πλανήτη…

 

# Ρίο, Βραζιλία

Προσπαθούσε να καταλάβει τι έβλεπε από το αεροπλάνο. Ήξερε από πριν για το μεγάλο άγαλμα του Ιησού, όμως τώρα δεν μπορούσε να το εντοπίσει.
– Ξέρω τι ψάχνεις. Το μπαλκόνι μας είναι από την άλλη μεριά, δυστυχώς.
– Μικρή σημασία έχει. Άλλο ήθελα να ρωτήσω.
-…
– Τι υποτίθεται ότι ευλογεί το άγαλμα;
– Ξέρεις την ιστορία του;
– Όχι, γι αυτό και ρωτάω. Αν φτιάχτηκε αφού χτίστηκαν οι φαβέλες, είναι ειρωνεία από τη μεριά της εξουσίας. Αν όχι, είναι γιατί κάποιοι απελπισμένοι έχτισαν τα όνειρά τους κάτω από μια άγια σκέπη, ψάχνοντας την ελπίδα. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, δεν θέλω να την μάθω. Αρκετή ιστορία έμαθα, Λουμούμπα.
– Νομίζεις, Μούκουλ. Ούτε τα βασικά δεν ξέρεις ακόμα.
– Για να γίνω ιστορικός, σίγουρα όχι. Αλλά για να μάθω να καλμάρω το αίμα μου που βράζει, μπορεί και ναι. Ξέρεις, εσένα δεν σου πήραν ό,τι αγαπάς. Δεν έφτασες στο σημείο να παρακαλάς να πέσεις σε ένα σκληρό άχυρο, μόνο και μόνο για να χαρείς μια μικρή παύση από μια φριχτή μέρα σε μια νέα, που σίγουρα θα είναι χειρότερη.
– Ε, τότε ήρθε η ώρα να μάθεις την αλήθεια για μένα, νεαρέ. Διότι, αυτά που λες, θα μπορούσε να τα πει και ένας οποιοσδήποτε βιοπαλαιστής του σύγχρονου κόσμου. Λοιπόν, άκου…
Αν και είχε πολύ δρόμο μπροστά του, αυτό το παιδί ήταν γεννημένος ηγέτης. Του άρεσε που διαφωνούσε με τον ίδιο του τον σωτήρα, λίγους μόνο μήνες μετά τη γνωριμία τους.

https://www.youtube.com/watch?v=0D5ah2963cY

# Αθήνα

Όταν ήσουν μικρός και έβλεπες στην τηλεόραση στιγμές πάθους, καταλάβαινες ότι έπρεπε να στρίψεις το κεφάλι αλλού… επιδεικτικά…
… για να καταλάβουν όλοι ότι δεν καταλαβαίνεις αυτά που αναπαριστά το γυαλί, αλλά και για να καταλάβουν όλοι ότι κατάλαβες αυτό που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να καταλάβεις διότι είσαι παιδί και να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν.
Με μια λέξη: ένστικτο.

Όταν είσαι έφηβος και ζεις στιγμές πάθους, προσπαθείς να τις συνδυάσεις με τις φτωχές ψευδο-αναμνήσεις που σου έχει εντυπώσει το γυαλί μέσω της φτωχικής του ανάκλασης και προσπάθησες να τις κάνεις μνήμες.

Όταν είσαι νέος καταλαβαίνεις ότι ζεις το απόλυτο και ότι αυτό που ζεις ξεπερνάει τα ΠΑΝΤΑ που έχουν ζήσει θεοί και θνητοί από τα προ της Μεγάλης Έκρηξης χρόνια.

Όταν είσαι –ήντα παρακολουθείς την κάμερα που προσπαθεί να κεντράρει κουρτίνα ή φωτιστικό, με συνοδεία ρομαντικής μουσικής (αυτή μας μάρανε) και προσπαθεις να ξυπνήσεις αναμνήσεις και να τις κάνεις εντυπώσεις, σκάβοντας με το φτυάρι της σκέψης τις κατολισθήσεις που έχουν μεσολαβήσει.

Όταν είσαι ο Ζαχαρίας Ζαχαριάς, ερωτεύτηκες από μια οθόνη χωρίς αντανάκλαση, έχεις αλλάξει τον κόσμο, βρίσκεσαι στο αυτοκρατορικό αεροπλάνο της Σουζάνδης, περιμένεις την καλή σου να ξεμπουκάρει από φορτηγό γεμάτο κρέας βούβαλου, όλοι σε κυνηγάνε και δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει το επόμενο δευτερόλεπτο, ε…
Ε… βάζεις στα ηχεία του μυαλού σου όλες τις μεγαλόπρεπες φα και λα ματζόρες και μινόρες να χαράξουν τον αέρα γύρω σου, εξαϋλώνεις το περιβάλλον, κεντράρεις στην καλή σου, κλείνεις τα μάτια και βλέπεις… ακούς… μυρίζεις…
– Θεέ μου, τι μυρωδιά είναι αυτή…
Η αλήθεια είναι ότι τα είχε σκηνοθετήσει διαφορετικά.
Η περιπτερού στο Κουκάκι πάντα τον ρωτούσε «τι θες, μάνα μου», η κόρη της το ίδιο αλλά με χροιά με περισσότερα υπονοούμενα, η ταβέρνα στον πλακόστρωτο πεζόδρομο με σπεσιαλιτέ τη μυδόσουπα ήταν πάντα ένα σίγουρο φοιτητο-στέκι για εκείνον και τους κολλητούς του…
… εκεί σκόπευε να τη «γνωρίσει»

Όμως, άλλα τα προγράμματα του μυαλού και άλλα του κορμιού.
Τη συνάντησε για πρώτη φορά εκεί, στον πάνω όροφο του αεροσκάφους.
Εκεί γνώρισε την πιο ονειρική μυρωδιά σάρκας ανθρώπου.
Κι εκείνη το ίδιο.
Η μυδόσουπα είχε περισσότερο χρώμα τομάτας σήμερα.
Άγγιζαν ο ένας τον άλλον, ένιωθαν ο ένας τον άλλον, μύριζαν ο ένας τον άλλον, γευόταν ο ένας τον άλλο.
Κι αν δεν είχαμε σκοπό να καταγράψουμε τα πάντα όσα άλλαξαν τον κόσμο, θα έπρεπε να το παίξουμε κάμερες ενός μπολιγουντιανού στούντιο που επικεντρώνεται σε κουρτίνες, ταπετσαρίες, πορτατίφ ή παράθυρα.

Όμως, διάολε, τη στιγμή της κορύφωσης, της ασύλληπτης για μας, «σήμανε» συναγερμός.
– Έρχονται, αρχηγέ… μας βρήκαν…
[συνεχίζεται]

 

Advertisements