«The Kolpo»

Όλα ξεκίνησαν όταν το 1978 περίπου 1700 Έλληνες του Σίδνεϊ κατηγορήθηκαν για συνομωσία ενάντια στο τμήμα Κοινωνικής Ασφάλισης της χώρας. Οι αρχές της Αυστραλίας είχαν υποψίες ότι οι Έλληνες μετανάστες, με τη βοήθεια γιατρών, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν πλαστά έγγραφα, για να βγουν σε πρόωρη σύνταξη.

Η επιχείρηση ονομάστηκε «Το Κόλπο» («The Kolpo») κυρίως γιατί οι Αυστραλιανές αρχές πίστευαν ότι υπάρχει μία μυστική οργάνωση υπεύθυνη για αυτές τις συντάξεις με το ίδιο όνομα, μια οργάνωση που λίγο ή πολύ την παρομοίαζαν με τη μαφία. Μία τέτοια δίωξη εναντίον των πολιτών μιας χώρας ίσως να φαίνεται απολύτως φυσιολογική, εξάλλου είναι υπόθεση του δικαστηρίου να αποφανθεί αν οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι ή αθώοι.

Με βάση όμως αυτή την κατηγορία άρχισαν οι μαζικές διώξεις των Ελλήνων, κόπηκαν οι συντάξεις σε όλους τους Έλληνες μετανάστες και ακόμα σε ανθρώπους που το όνομά τους φαινόταν να έχει ελληνική ρίζα. Οι κατηγορούμενοι πλέον δεν είχαν τρόπο να συντηρήσουν τις οικογένειές τους και πολλοί καταστράφηκαν οικονομικά, στην καλύτερη των περιπτώσεων ξεκίνησαν από το μηδέν, άλλοι ωστόσο κατέληξαν να ζουν στα όρια της ένδειας και πολλές φορές μάλιστα κατέφυγαν στην επαιτεία.

Οι προσαγωγές των Ελλήνων γίνονταν μπροστά σε οικογένεια και γειτονιά, χωρίς πολλές φορές την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης ή έρευνας στα προσωπικά στοιχεία του κατηγορούμενου. Οι κατηγορούμενοι κατήγγειλαν πως όταν προσήλθαν στα τοπικά αστυνομικά τμήματα κατά την φωτογράφησή τους κρατούσαν μία ταμπέλα με την ένδειξη «Έλληνας». Οι ανακρίσεις γινόντουσαν με υπερβολικό ζήλο από τις αρχές και κάτω από ιδιαίτερη ψυχολογική πίεση, σε σημείο που οι Έλληνες φοβόντουσαν για ενδεχόμενη άσκηση σωματικής βίας. Οι υπεύθυνοι της ανάκρισης συνήθιζαν να γελούν και να κάνουν υποτιμητικά σχόλια για την ελληνική καταγωγή των υπόπτων.

Αυτοί όμως που φέρεται να αδικήθηκαν ιδιαίτερα ήταν οι Έλληνες, που προερχόντουσαν από μικρά χωριά της Ελλάδας, και είχαν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Οι άνθρωποι αυτοί ήξεραν ελάχιστα Αγγλικά και δεν γνώριζαν ή αδυνατούσαν να κατανοήσουν το αυστραλιανό νομικό σύστημα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να υπερασπιστούν σωστά τον εαυτό τους. Μάλιστα, ήταν αυτοί που έκαναν τις βαριές χειρονακτικές εργασίες (σε εργοστάσια κ.τ.λ.) και αυτοί που είχαν υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς, ώστε κατατάσσονταν στα άτομα με μερική ή ολική αναπηρία (γεγονός που θα δικαιολογούσε μια πρόωρη σύνταξη).

Ανάμεσα στους αρχικά κατηγορούμενους υπήρχαν και 8 γιατροί, που υποτίθεται ότι βοηθούσαν στην παροχή δικαιολογητικών για τις συντάξεις (αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ελληνικής καταγωγής). Οι αρχές για να βρουν σχετικές αποδείξεις έβαζαν κοριούς μέσα στα ιατρεία τους, ακούγοντας τις συνομιλίες γιατρών και ασθενών και προχωρούσαν σε κατάσχεση των αρχείων των ασθενών, πράξεις οι οποίες καταργούν το ιατρικό απόρρητο!

Ένας από του γιατρούς, μάλιστα, ο Νίκος Καλτσούνης έβαλε τέλος στη ζωή του για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή. Οι αρχές της Αυστραλίας υποστηρίζουν ότι ο κ.Καλτσούνης εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό ψυχιατρική παρακολούθηση.

Ο Τύπος και το αυστραλιανό κοινό ζητούσε την απέλαση όλων των Ελλήνων χαρακτηρίζοντάς τους ως απατεώνες. Οι εφημερίδες κατακεραύνωναν τους Έλληνες του Σίδνεϊ: «Οι απατεώνες ζουν πολυτελώς στην Ελλάδα» είναι ένας από τους τίτλους εφημερίδας της εποχής. Οι Έλληνες της Αυστραλίας έγιναν θύματα μιας γενικότερης ρατσιστικής επίθεσης.

Από τους 1700 Έλληνες που κατηγορήθηκαν στο πρώτο στάδιο, μόνον οι 181 συνελήφθησαν εν τέλει με την κατηγορία της συνωμοσίας για απάτη έναντι του κράτους. Από αυτούς, τέσσερις καταδικαστήκαν για αυτή την κατηγορία, τρεις δήλωσαν ενοχή, ενώ 33 καταδικάστηκαν για μικρότερες κατηγορίες φοροδιαφυγής. Oι υπόλοιποι 141 Έλληνες κρίθηκαν αθώοι…Οι δίκες αυτές κράτησαν πάνω από μία δεκαετία και δαπανήθηκαν περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ, ποσό πολύ μεγαλύτερο (υπερτριπλάσιο) από αυτό που υποτίθεται ότι καταχράστηκαν αρχικά οι Έλληνες.

Ο Γιάννης Βασιλακάκος, που έζησε τα γεγονότα, έγραψε το βιβλίο «Το Κόλπο» που εξιστορεί τα γεγονότα της εποχής. Πλέον Έλληνες και αυτόχθονες ζουν ειρηνικά, ο Τύπος όπως και οι κυβερνήσεις ζήτησαν επίσημα συγγνώμη από τους Έλληνες μετανάστες, ενώ η υπόθεση αυτή μελετάται ως μέρος του μαθήματος της εγκληματολογίας, λόγω της έκνομης διεξαγωγής της έρευνας.

Πηγή

Advertisements