4 FTS pro [25]

4 FTS pro 25
γράφει ο Μ. Γαρυφάλλης

https://www.youtube.com/watch?v=iQiw_Kg6nh8

 

# Αθήνα

Οι δυο τους, ο Ζαχαρίας Ζαχαριάς και η Χίλαρυ Τραμπ, κάθονταν στο στενό τραπέζι μιας στενής κουζίνας και χλαπάκιαζαν μια πίτσα που, πριν την ελευθερώσουν, ήταν φυλακισμένη σε ένα κυκλικό χάρτινο κουτί.
Α! είχαν και κόκκινο κρασί, αλλά δεν του έδιναν και μεγάλη σημασία…
– Τέλεια! Πίτσα με αντζούγιες! Η αγαπημένη μου!
– Τι είναι οι αντζούγιες, αγαπημένε μου;
– Αυτό εδώ το μικρό ψαράκι, δες…
– Μα… αυτό είναι ψητή πιπεριά…
– Μοιάζουν, αν ο σεφ είναι μάστορας. Αν το ψαράκι δεν είναι αλατισμένο και έχει ψηθεί σωστά, μπορεί όντως να το μπερδέψεις με πιπεριά.
Σταμάτησε να μιλά, παριστάνοντας ότι μασούσε, απολάμβανε γεύση και κατάπινε. Στην πραγματικότητα είχε βρεθεί σε αμηχανία, καθώς μάλλον πιπεριά ήταν το ψαρικό. Είχε αρχίσει να μην βλέπει καλά.
Τουλάχιστον, ήταν ακόμα μάχιμος εραστής. Καλός, πολύ καλός, αν κατάλαβε καλά από τις αντιδράσεις της Ινδιάνας αγαπημένης.
– Ξέρεις πού θα ήθελα να ήμασταν τώρα, Ζαχαρία μου;
– Όχι, μωρό μου. Σ΄ αγαπώ πολύ, αλλά δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό σου, ακόμα…
– Σε ένα εστιατόριο…
– Ααα… απορώ πώς δεν το σκέφτηκα… δηλαδή… κρίμα, δεν μου πέρασε από το μυαλό. Ωραία! Τουλάχιστον, τρώμε.
– Ναι, αλλά δεν ξέρεις πώς θα ήθελα να είναι το εστιατόριο… και τι θα τρώγαμε…
– Τότε, πες μου…
– Εσύ να μαντέψεις…
– Για να μαντέψω, λοιπόν… είναι καλοκαίρι… βρισκόμαστε σε φαγάδικο δίπλα στη θάλασσα, σχεδόν εκεί που σκάει το κύμα… μεσολαβεί μόνο λίγη άμμος, ίσα-ίσα για να ξαπλώσουν μερικά κορμιά και να τα χαϊδέψει ο Ήλιος… έχουμε ζαβλακωθεί από τη ζέστη και κατεβάζουμε μπύρες, πολλές μπύρες… ξανθιές και παγωμένες, ναι… και τρώμε σάντουιτς ελληνικό… με φέτα, ντομάτα, πράσινη πιπεριά ή αγγούρι, τζατζίκι ή σκορδαλιά και … φυσικά… αντζούγιες!
– Αχ, αγαπημένε μου, πόσο κοντά στη σκέψη μου είσαι… άκου… είμαστε, λοιπόν, σε ένα εστιατόριο, αλλά όχι δίπλα στη θάλασσα, μέσα στη θάλασσα… σε μεγάλο βάθος… δελφίνια κολυμπάνε από πάνω μας και δίπλα μας και μας παρατηρούν με περιέργεια… το φως είναι λιγοστό, καθώς βρισκόμαστε σε μεγάλο βάθος… κεριά που τρεμοπαίζουν και στέλνουν ακτίνες μελαγχολικές μας δίνουν μια ιδέα για το περιβάλλον… το τραπέζι είναι μεγάλο και στρογγυλό, στρωμένο με τεράστιο, λευκό τραπεζομάντηλο… λαμπρό, παρά το σκότος… εγώ φοράω… ναι, το βρήκες κι αυτό, αν και δεν το ανέφερες, φοράω ένα φόρεμα που παραπέμπει σε άσπρο δίχτυ… τρώμε όλα αυτά τα ψαρικά με τα γαλλικά ονόματα και πίνουμε σαμπάνια. Τα σκέφτηκες όλα, πόσο ταιριάζουμε !!!
– Ε, ναι, φυσικά. Τόσο κόπο κάναμε να συναντηθούμε, να μην ταιριάζουμε;
Ένα μυρμήγκι είχε εισβάλλει στο χαρτονένιο κουτί της πίτσας, στο οποίο είχαν απομείνει ένα ψίχουλο από τη ζύμι, ένα κλωναράκι πιπεριάς και μια σταγόνα λαδιού. Επέλεξε το ψίχουλο και ξεκίνησε να το κουβαλά, αν και είχε μεγαλύτερο βάρος από το ίδιο.
Η Χίλαρυ το κοίταξε στοργικά κι έπαιξε λίγο μαζί του. Το βοήθησε στο κουβάλημα και το κατέβασε από το τραπέζι, μαζί με το βαρύ του φορτίο.
– Αλήθεια, καραμελίτσα μου, έχεις σκεφτεί τι κάναμε στον κόσμο τις τελευταίες μέρες;
– Ελάχιστα, όπως κι εσύ. Φέραμε τα πάνω-κάτω, αλλά εγώ σήμερα είμαι ενθουσιασμένη μόνο από τη συνάντησή μας. Μπορεί να με θεωρήσεις εγωίστρια, αλλά αυτό αισθάνομαι τώρα. Τα υπόλοιπα στον καιρό τους. Αύριο, ίσως.
– Δεν είσαι εγωίστρια, είσαι αληθινή. Κι εγώ τα ίδια νιώθω. Μπορεί να μην έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα τι έχουμε κάνει. Μπορεί να φταίει το ότι δεν τα οργανώσαμε όλα αυτά μόνοι μας, ήμασταν απλά οι διακόπτες.
– Τι ωραία που τα λες, μωρό μου.
Της έπιασε στοργικά το χέρι. Οι ματιές τους βούτηξαν η μια μέσα στην άλλη. Είναι από τις λίγες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που ο χρόνος σταματά, παγώνει.

 

Όμως, όχι για τους άλλους.
Ένας γδούπος ακούστηκε και η πόρτα παραβιάστηκε.
Αστυνομικοί γέμισαν το λιβινγκρουμάκι.
– Παιδιά, έχω διαταγή να σας συλλάβω. Συγγνώμη κιόλας…
– Γιατί, τι κάναμε; Ποιος είστε;
– Είμαι ο Δίκαιος Φράγκας.
– Και δίκαιος και φράγκας;
– Μου έχουν κάνει αυτή την ερώτηση τουλάχιστον 20.000 φορές τα τελευταία 40 χρόνια. Όμως, εδώ και μια εικοσαετία, έχω την απάντηση. Δίκαιος, που κυνηγά αυτούς που μαζεύουν παράνομα φράγκα.
Κοίταξε για πρώτη φορά τον χώρο γύρω του. Με το έμπειρο και άρτια εκπαιδευμένο ένστικτό του, ρώτησε:
– Καμιά αντζούγια έμεινε;
– Μα… γιατί μας συλλαμβάνετε;
– Γιατί… θα με πάρει πάλι κάποια χρόνια να απαντήσω… Ας πούμε… για τον ίδιο λόγο που τιμωρήθηκε ο Προμηθέας. Ναι, τολμήσατε να φανερώσετε την αλήθεια.
– Και είναι κακό αυτό;
– Δυστυχώς, ναι. Σκεφτείτε ότι δεν μπορώ να το πω αυτό μπροστά στις κάμερες. Ο κόσμος είναι ακόμα εντελώς ανώριμος για την αλήθεια, έπρεπε να το σκεφτείτε αυτό… αλήθεια. Να φανταστείτε ότι θα είναι αρκετό γι αυτούς αν αναφέρω σαν αφορμή σύλληψης το ότι δεν είχατε απόδειξη από την πιτσαρία…
Κοιτάχτηκαν… αγκαλιάστηκαν… φιλήθηκαν… έδωσαν στοργή αορίστου χρόνου ο ένας στον άλλον… αποχωρίστηκαν… σιωπηλά.

# Ουάσιγκτον

Ο Χάμιλτον φανταζόταν ότι τον έπαιρναν οι κάμερες και προσποιήθηκε ότι πουλά εφέ. Μπλε κοστούμι και κόκκινη γραβάτα, ΟΚ. Πολύ σφιγμένη γραβάτα. Υπερβολικά σφιγμένη γραβάτα. Την ξελάσκαρε μιλώντας – και καλά – παθιασμένα μπροστά στην κάμερα.
Το πράσινο φως του διαδρόμου άναψε, τα βήματα κάποιου υπεύθυνου ακούστηκαν και ο Χάμιλτον προσεδαφίστηκε στην πραγματικότητα.
Βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, στον προθάλαμο του Γραφείου του Προέδρου.
Με βιαστικές κινήσεις, στα όρια του πανικού, σουλούπωσε το μεταξωτό φαρδύ πουκάμισο – τόσες πρόβες είχε κάνει γαμ… – ώστε να προϊδεάζεται το και καλά γυμνασμένο του σώμα.
Α, και προσπάθησε να ξανασφίξει την γραβάτα. Την κόκκινη, την μακρουλή και πλατειά. Τελικά, ζεις έναν μύθο όταν είσαι στο γραφείο του Προέδρου.
– Θα σας δεχτεί αμέσως. Να είστε όσο το δυνατόν πιο σύντομος. Δύσκολη μέρα…
Προσπάθησε να εκτελέσει άψογα τα τυπικά.
Καθώς μπήκε στο γραφείο…
Ένας Πρόεδρος με φροντισμένο μαλλί, ακόμα κι εδώ, μακριά από τις κάμερες, μιλούσε με δυο τηλέφωνα συγχρόνως, προσπαθώντας μέσα σε όλα αυτά να ισορροπήσει την στάχτη του τσιγάρου που είχε στο στόμα του.
Ο Χάμιλτον σκέφτηκε αμέσως ότι το όλο σκηνικό του θύμιζε στιγμιότυπο από κωμωδία που είχε δει μικρός, η απίθανη πτήση πρέπει να ήταν.
– Χάμιλτον, ηρέμησε… οι ορμόνες σου είναι στο φουλ, το μυαλό επηρεάζεται και έχει αναλαμπές σε διάφορα σημεία του εγκεφάλου κι έτσι εσύ θυμάσαι άσχετα. Κάλμα, μόνο στο γραφείο του Προέδρου είσαι.
Πήρε μια βαθειά ανάσα και τότε μόνο παρατήρησε μια ντουζίνα τηλεοράσεις να μεταδίδουν χωρίς ήχο τις σκηνές ανατροπής σε όλον τον πλανήτη.
– Κάθισε. Είσαι ο…
– Τα σέβη μου, κύριε.
– Να τα χέσω τα σέβη σου. Ο κόσμος χάνεται και δεν έχω καιρό για χάσιμο.
– Χάμιλτον, υπεύθυνος ηλεκτρονικής ασφαλείας του έθνους.
– Γιατί βρίσκεσαι εδώ;
– Ζητάμε τα φώτα σας… αν η αλήθεια που βρήκαμε πρέπει να γίνει γνωστή στον όχλο. Μια αλήθεια, απίστευτη.
– Η οποία είναι; Την τελευταία φορά με πληροφόρησαν για κάποιους τέσσερεις. Τους ξετρυπώσατε; Πού κρύβονταν, στη Μέση Ανατολή;
– Όχι, Κύριε.
-Πού;
– Κύριε… δεν είναι άνθρωποι.
Το τσιγάρο έπεσε από το στόμα του Προέδρου.
Η στάχτη κατρακύλησε στο οβάλ γραφείο…

[συνεχίζεται]

Advertisements