Όταν οι αποφάσεις δεν ανήκουν στην απόφαση και άλλα ορέα των πανελλαδικών – Αντώνης Γαζάκης

Αν οι -ανοήτως διατηρούμενες και κατ’ ευφημισμόν «αδιάβλητες»- πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν επηρέαζαν άμεσα και έμμεσα τη ζωή τόσων ανθρώπων -και δη νέων- στη χώρα μας, προσλαμβάνοντας μάλιστα το χαρακτήρα μιας ιδιότυπης τελετής ενηλικίωσης, το κείμενο και τα θέματα που δόθηκαν σήμερα (07/06/2017) στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, θα αποτελούσαν απλά και μόνο αντικείμενο άγριου γέλιου. Δυστυχώς όμως, η σημασία που τους προσδίδεται μας αναγκάζει να ασχοληθούμε λιγάκι πιο σοβαρά μαζί τους.
Η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων (ΚΕΕ) λοιπόν επέλεξε για τα δεκαεφτάχρονα ένα κείμενο που εκφώνησε στις 30 Δεκεμβρίου 2003 ο καθηγητής Γρηγόρης Σκαλκέας (στα μισά της όγδοης δεκαετίας της ζωής του τότε) ως πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών (του πιο συντηρητικού, φύσει και θέσει, πνευματικού ιδρύματος της χώρας) κατά την τελετή απονομής των ετήσιων βραβείων της. Η ομιλία είχε τίτλο βγαλμένο από εκθεσιολόγιο της δεκαετίας του ’60 («Επιστήμη και ανθρωπισμός») και περιεχόμενο αντίστοιχα συντηρητικό, μάλλον τεχνοφοβικό και γενικόλογο, με πραγματολογικά λάθη, λογικά άλματα (και σφάλματα), εκφραστικές αστοχίες, διαθέτει όμως και κάποιες οάσεις ενδιαφερουσών ιδεών· όλα αυτά φαίνεται ότι δεν αρκούσαν στην ΚΕΕ, αφού κατάφερε, διασκευάζοντας το κείμενο της (μισής) ομιλίας, να δώσει στις υποψήφιες/ους μια ακόμη χειρότερη εκδοχή του, διατηρώντας τα πιο αδύναμα στοιχεία του και «λογοκρίνοντας» τα πιο ενδιαφέροντα.
Έτσι, το κείμενο που προκύπτει τους πληροφορεί ότι «Επιστήμη, βέβαια, και τεχνολογία δεν ταυτίζονται, διότι η επιστήμη παραμένει προσηλωμένη στην όλο και πιο βαθιά κατάκτηση της γνώσης, ενώ η τεχνολογία έχει ως επιδίωξη την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης για την υπηρέτηση των τρεχουσών, πρακτικών αναγκών του ανθρώπου», αναπαράγοντας έναν τελείως ξεπερασμένο δυϊσμό· ότι ο Αϊνστάιν, αν ζούσε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, θα προβληματιζόταν περισσότερο (από όσο μάλλον προβληματίστηκε όταν είδε να χρησιμοποιείται δις η ατομική βόμβα)· ότι υπάρχει κάποια πλατωνική ιδέα του «ανθρώπου» με βάση την οποία κάποιος μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο άνθρωπος· ότι ο επιστήμονας «οφείλει να προβλέπει οποιοδήποτε πιθανό κίνδυνο που θα μπορούσε να προέλθει από τη χρήση» της γνώσης που παράγει και «να αποφασίζει με άγρυπνη συνείδηση και υπευθυνότητα εάν τα αποτελέσματα των ερευνών του πρέπει τελικά να εφαρμοσθούν» (!!!)· ότι μόνο ο ίδιος ο επιστήμονας επιτρέπεται να ελέγχει την χρησιμότητα κάθε επιστημονικού επιτεύγματος· ότι, για να κλείσουμε με μια πιο εύθυμη νότα αυτή τη σταχυολόγηση, «οι αποφάσεις για τη χρησιμοποίηση από τη σύγχρονη τεχνολογία επιστημονικών γνώσεων και ανακαλύψεων δεν ανήκουν πάντοτε στην απόφαση […]» (άπταιστα ελληνικά από τα Lidl σε μια διαδικασία που υποτίθεται ότι θα «αξιολογήσει» και τη χρήση της ελληνικής γλώσσας).
Το διασκευασμένο κείμενο ολοκληρώνεται με ένα νοητικό στραμπούληγμα όπου για να παραμείνει κάτι όπως ήταν («οι στόχοι της επιστήμης ανθρωποκεντρικοί») πρέπει οπωσδήποτε να επανακαθοριστεί -πράγμα που το κείμενο αφελώς το εναποθέτει σε κάποιους ιδεατά «καλούς» επιστήμονες.
Φυσικά στο εν λόγω κείμενο -αρχικό και διασκευασμένο- δεν γίνεται καμιά -ούτε καν προσχηματική- αναφορά στο ρόλο που παίζει το χρήμα, το κέρδος, οι επενδύσεις, ως κλίμα μέσα στο οποίο «ζει, μεγαλώνει και εργάζεται ο σύγχρονος επιστήμονας». Η επιστήμη και η τεχνολογία εμφανίζονται να αναπτύσσονται εν κενώ, ανταποκρινόμενες στις πρακτικές ανάγκες του ανθρώπου, με μοναδικό πρόβλημα την πιθανή ανευθυνότητα των επιστημόνων, χωρίς να γίνεται πουθενά λόγος πχ. για το ποιοι και γιατί χρηματοδοτούν την επιστημονική έρευνα.
Τα προβλήματα των σημερινών θεμάτων δεν σταματούν στο κείμενο, αλλά συνεχίζονται και στα ερωτήματα που το ακολουθούν. Έτσι, το ερώτημα Β4 ζητά από τις/τους υποψήφιες/ους, α) να απαντήσουν τι επιτυγχάνει ο συγγραφέας με το ασύνδετο σχήμα της τρίτης παραγράφου, να αποδεχθούν δηλαδή ότι εδώ ο συγγραφέας όντως επιτυγχάνει κάτι (αυτό το «κάτι» πρόκειται για αυτό που έχουν μάθει τα παιδιά ότι συνιστά τη λειτουργία του ασύνδετου σχήματος), και β) να εξηγήσουν τι επιδιώκει ο συγγραφέας με τη χρήση του ρητορικού ερωτήματος, δηλαδή, ως άλλα μέντιουμ, να εξηγήσουν τις προθέσεις του συγγραφέα και όχι το κειμενικό αποτέλεσμα που έχουν μπροστά τους.
Και αν τα παραπάνω φαντάζουν -και ίσως είναι- φιλολογικοί σχολαστικισμοί, το θέμα της «παραγωγής λόγου» (αυτό που όλοι λένε «Έκθεση» δηλαδή) δένει γλυκά με το δοθέν κείμενο ως βασικό συστατικό της τελετής ενηλικίωσης, η οποία αν θέλει να σέβεται τον εαυτό της πρέπει να υποχρεώσει τον μυούμενο νέο να αποδεχθεί την κοινωνία των ενηλίκων, ώστε αυτή με τη σειρά της να τον υποδεχθεί με ανοιχτές αγκάλες: η αντιμετώπιση λοιπόν των σημαντικότερων, κατά τη γνώμη των υποψηφίων πάντα, σύγχρονων προβλημάτων είναι θέμα επιστήμης (δηλαδή παιδείας, κατά την προσφιλή άποψη διαφόρων δημοσιολογούντων) και όχι πολιτικής, λες και η επιστήμη δεν έχει δώσει ήδη απαντήσεις και δεν έχει προτείνει λύσεις για αρκετά από αυτά, λες και δεν είναι κυρίως μη επιστήμονες αυτοί που τις απορρίπτουν, και τελικά το όλο ζήτημα ανάγεται στο αν και κατά πόσον ο επιστήμονας έχει τα ηθικά εφόδια για να υπηρετήσει την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων.
Τι κι αν είναι τελείως ανεδαφικά και εκτός πραγματικότητας τα δύο ζητούμενα του θέματος; Η υποψήφια και ο υποψήφιος που θέλουν να μπουν στο πανεπιστήμιο έπρεπε να επιχειρηματολογήσουν -να ηθικολογήσουν δηλαδή- πάνω σε αυτά, λίγες μέρες μετά το τσαλαπάτημα της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα από τον Τραμπ, μιας συμφωνίας που βασίστηκε σε πορίσματα επιστημόνων «με ηθικά εφόδια», κατά τη διατύπωση της ΚΕΕ.
Μπροστά σε αυτή την επιμονή να επαναδιατυπώνεται διαρκώς -έμμεσα και άμεσα- και να ενσταλάζεται με κάθε τρόπο η αντίληψη περί τέλους της πολιτικής (η οποία κρυβόταν πάντα στο ιδεολόγημα περί τέλους της Ιστορίας), δεν έχω παρά να παραθέσω αυτά τα λόγια από τη σημαντικότερη, κατά τον ίδιο, δήλωση του σπουδαίου αστροφυσικού και εκλαϊκευτή Neil deGrasse Tyson (19/4/17):
«Όταν ανέρχονται στην εξουσία άνθρωποι που δεν ξέρουν πολλά από επιστήμη και την απορρίπτουν, αυτό αποτελεί μια συνταγή για την πλήρη αποδιάρθρωση της δημοκρατίας».
Advertisements