Πριν το τέλος

Βερολίνο 1945

Βημάτιζε πάνω-κάτω στο μικρό του δωμάτιο.
Ήταν ένας στενός χώρος, χαμένος στα βάθη του καταφυγίου που τον φιλοξενούσε για τελευταία φορά.
Όλα τελείωσαν.
Το καταλάβαινε, έπρεπε να το παραδεχτεί πλέον.
Ίσιωσε βεβιασμένα την στολή του, το μικρό του μουστάκι πετάρισε νευρικά και του χάρισε μια γκριμάτσα που τον χαρακτήριζε όλα αυτά τα χρόνια.
Είχε μείνει μόνος του. Οι τελευταίοι συνεργάτες του ήταν πια νεκροί. Ακόμα και η γυναίκα που αγάπησε και μόλις την προηγούμενη ημέρα παντρεύτηκε, βρισκόταν δηλητηριασμένη σε διπλανό δωμάτιο.

Κάθισε βαριά στο ξύλινο γραφείο του. Με ένα χέρι να τρέμει ανεξέλεγκτα τοποθέτησε μπροστά του το γυάλινο φιαλίδιο.
Ένα βαθύ μπλε υγρό χρωμάτιζε την αμπούλα και ήταν υπεύθυνο για την νεκρική σιωπή που επικρατούσε στο καταφύγιο.
Δίπλα της τοποθέτησε το πιστόλι του, ένα ΡΡΚ 7,65 χιλιοστών, αφού το χάιδεψε με μια αρρωστημένη λαγνεία.

Είχε φτάσει λοιπόν η ώρα.
Χτύπησε με μανία το χέρι στο γραφείο. Ήταν εξοργισμένος.
Ένιωθε προδομένος από όλους. Με όλους όσους επέτρεψαν, αυτή την στιγμή ο εχθρός, ο κοινός τους εχθρός, να βρίσκεται προ των πυλών.

  • Ανίκανα σκουλήκια, ούρλιαξε με μια αυξανόμενη εσωτερική ένταση που θα κατέληγε ξανά σε νευρική κατάπτωση.
    Σηκώθηκε από την καρέκλα του, ανίκανος να βάλει σε κάποιο λογικό ειρμό τις σκέψεις του και βημάτισε νευρικά.
    Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει,  ούτε καν τώρα, πόσο άσχημα είχαν καταλήξει οι καταστάσεις.

Κάθισε ξανά αποκαμωμένος στο γραφείο του.
Έφερε στο μυαλό του τις μεγαλειώδεις παρελάσεις προς τιμήν του, με χιλιάδες υψωμένα χέρια να τον χαιρετούν σε παράταξη και να αναφωνούν το όνομα του.
Ένα ρίγος περηφάνιας τον διαπέρασε. Συλλογίστηκε τις ματωμένες επελάσεις του ανά την Ευρώπη και τον οίκτο που όλοι εκλιπαρούσαν από αυτόν.

Όμως, ίσως δεν χάθηκε τίποτα.
Ο σπόρος μίσους και βίας που φύτεψε και τον σκέπασε προσωρινά ο χειμώνας της δημοκρατίας, ήξερε πως θα αναπτυχθεί και θα ανθίσει στην πρώτη κρίση.
Στις δύσκολες στιγμές ενός έθνους, οποιουδήποτε έθνους, ακόμα και μετά από χρόνια, ο αγώνας του θα έπιανε τόπο.

Χαμογέλασε αυτάρεσκα.
Ήταν ο μεγάλος νικητής στο παιχνίδι του χρόνου.

Έσπασε την αμπούλα..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.