Όταν οι Κρόνιες καμπάνες…

Κάθε βράδυ, όταν οι Κρόνιες καμπάνες σημάνουν τα μεσάνυχτα, ένα πλάσμα φαίνεται να διασχίζει το βράχο της ακρόπολης. Εμείς από κάτω, από την πόλη, από τις γειτονιές, από το παλάτι, το βλέπουμε να περνάει από πύλες κι από βίγλες κι από σκοπούς, αλλά αν είσαι δίπλα του ούτε που θα το προσέξεις. Το πλάσμα διασχίζει έτσι όλο το μικρό μας κάστρο, φτάνει στο σημείο που παλιά μια βασιλοπούλα δόθηκε σε θυσία στο στοιχειό του τόπου κι εκεί αφού σταθεί για λίγο κι αφουγκραστεί τον άνεμο και τις μυρωδιές από το ποτάμι, πέφτει στο κενό, στο γκρεμό, και χάνεται.

 

Καμιά φορά, λένε ότι το ακούνε να ψιθυρίζει λέξεις παράξενες, που μοιάζουν μ’ αναφιλητά. Άλλες φορές λέει κάποιο όνομα, άλλες απλά αναστενάζει. Τις πιο πολλές φορές όμως το ακούν να κλαίει δίχως λέξεις, σιωπηλά, να ρουθουνίζει και να παίρνει βαθιές ανάσες και τότε είναι που φέρνει το χέρι στο στόμα και δαγκώνει τα δάχτυλα και δίνει τον πήδο και χάνεται στη σκοτεινιά του βάραθρου.

 

Κάθε βράδυ στέκομαι στο παράθυρό μου και το βλέπω, το πλάσμα αυτό το τραγικό, το βασανισμένο. Κάθε βράδυ, όταν οι Κρόνιες καμπάνες σημάνουν τα μεσάνυχτα, ξυπνώ και το κοιτάζω, το βλέπω να διασχίζει την μικρή μας ακρόπολη από τη σιγουριά του δωματίου μου, πίσω από το καφασωτό. Φως κανένα δε χρειάζομαι για να δω πως το πλάσμα φοράει πάντοτε ένα λευκό φουστάνι, άλλοτε πλούσιο, άλλοτε φτωχικό, κάποιες φορές στολισμένο με κορδέλες μεταξωτές και δαντέλα πλεγμένη από σεβάσμιες γριές, κεντημένο με μαργαριτάρια που λαμποκοπούν στο φως του φεγγαριού ή με οπάλια και διαμάντια κι άλλες φορές σα σάβανο απλό, ένα λευκό φουστάνι στριφωμένο με βελονιές χοντρές και σακοράφες.

Κι είναι το φόρεμα ετούτο το λευκό κάθε μα κάθε φορά νυφικό, το πλάσμα παντρεύεται κάθε νύχτα, όταν οι Κρόνιες καμπάνες σημάνουν τα μεσάνυχτα, με το στοιχειό του τόπου, εκείνο το παλιό, εκείνο που πήρε σε θυσία την αρχαία βασιλοπούλα.

Κάθε μα κάθε βράδυ, γυρίζω και κοιτώ το δικό μου νυφικό φόρεμα, κρεμασμένο στην ειδική του κρεμάστρα. Κοιτάζω τις μεταξωτές κορδέλες και τα μαργαριτάρια, τα οπάλια και τα διαμάντια και τις δαντέλες τις κεντημένες από σεβάσμιες γριές. Το κοιτάζω και δεν το αποφασίζω να το φορέσω ποτέ, κι ο πατέρας όλο ρωτάει κλαίγοντας «πότε θα φορέσεις το νυφικό σου φόρεμα, κόρη, να κάνεις το ιερό σου καθήκον;» κι η μάνα όλο αναρωτιέται θρηνώντας «πότε θα φορέσεις το νυφικό σου φόρεμα, κόρη;» Κι εγώ διστάζω, περιμένω στο δωμάτιό μου, πίσω από το καφασωτό, κάθε μα κάθε βράδυ, να δω το πλάσμα να πέφτει στο κενό και να χάνεται.

Με στοιχειώνει αυτή η εικόνα. Την τρέμω και τη φοβάμαι κι όταν τη βλέπω νιώθω φρίκη, αηδία και ντροπή. Αλλά δεν παραλείπω ποτέ να τη βλέπω, κάθε βράδυ σηκώνομαι από τα αρωματισμένα μου σεντόνια και την παρακολουθώ, την αποτυπώνω στη μνήμη μου, την καίω με σίδερο στο μυαλό μου, να μην την ξεχάσω ποτέ, να μην την ξεχάσω ποτέ. Κάθε φορά αναρωτιέμαι αν πονάει πέφτοντας, ή αν ο πόνος είναι περισσότερος ως να φτάσει στην άκρη του γκρεμού. Κάθε φορά αναρωτιέμαι τι σκέφτεται, τι περνάει από το μυαλό του. Κάθε φορά νιώθω τη φρίκη, την αηδία, τη ντροπή.

Δε βγαίνω από το δωμάτιό μου, έχω μέρες να βγω. Μέρες και μέρες, τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να είναι και μήνα ολάκερος. Δε βγαίνω, αν βγω θα είναι μόνο με το νυφικό μου, μόνο για να κάνω το ιερό μου καθήκον. Αλλά δεν το κάνω, δεν το παίρνω απόφαση. Νιώθω φρίκη αηδία και ντροπή, αλλά δεν το παίρνω απόφαση.

Μια νύχτα, σκέφτομαι κάποιες φορές, θα το πάρω απόφαση. Μια νύχτα θα φορέσω το νυφικό μου, θα κάνω το ιερό μου καθήκον. Θα βγω, λίγο πριν χτυπήσουν οι Κρόνιες καμπάνες, θα βγω από το παλάτι του βασιλιά πατέρα μου και θα διασχίσω την πόλη μας. Μια νύχτα, θα ανέβω στο βράχο της Ακρόπολης, θα περάσω από πύλες κι από βίγλες κι από σκοπούς, αλλά κανείς απ’ όσους δίπλα τους θα περάσω δε θα το προσέξει. Θα φτάσω στο σημείο που παλιά μια βασιλοπούλα δόθηκε σε θυσία στο στοιχειό του τόπου. Κι εκεί θα σταθώ λίγο και θ’ αφουγκραστώ τον άνεμο και τις μυρωδιές από το ποτάμι. Θ’ αφήσω να φτάσουν ως εμένα τα κλάματα από την πόλη. Τότε θα κλάψω κι εγώ λιγάκι, να με λυπηθούν οι θεοί για το κακό που έκανα, για τον πόνο που προκάλεσα. Θα νιώσω ξανά την ίδια καθημερινή φρίκη κι αηδία, την ίδια καθημερινή ντροπή.

Θ’ ακούσω τον άνεμο να μου ψιθυρίζει το χρησμό γι’ άλλη μια φορά: «Η βασιλοπούλα να ντυθεί σε φόρεμα νυφικό. Να δοθεί από μόνη της σε γάμο με το στοιχειό του τόπου, με τη βούλησή της ν’ ανανεώσει τους δεσμούς της πόλης με το στοιχειό. Κι αυτό να γίνει την τρίτη μέρα του τρίτου μήνα, όταν οι Κρόνιες καμπάνες σημάνουν τα μεσάνυχτα, πέφτοντας από τον βράχο της ακρόπολης.» Θ’ ακούσω τον άνεμο να μου ψιθυρίζει και την κατάρα: «Αλλά αν αυτό δε γίνει κι ως να γίνει, κάθε βράδυ, μια κοπέλα σε ηλικία γάμου θα φοράει το νυφικό της φόρεμα, θ’ ανεβαίνει στο βράχο και θα πέφτει, στη θέση της βασιλοπούλας, ως εκείνη να φιλοτιμηθεί και να κάνει το ιερό της καθήκον.»

Κι εγώ κάθομαι και βλέπω κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, κι από ένα κορίτσι να πέφτει κι αναρωτιέμαι πότε θα βρω το θάρρος να πάψω να βλέπω ετούτη την εικόνα που με στοιχειώνει.

πηγή: community.sff.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.