όγδοη μέρα

Όγδοη μέρα

Ο Ηρώδης Παντ κοντοστάθηκε έξω από το μαγαζί.
Ήταν προ-παραμονή Χριστουγέννων και φυσικά στη Νέα Υόρκη χιόνιζε.
Όλοι κυκλοφορούσαν με παλτά, γάντια και κασκόλ. Δεν χρειαζόταν όμως να είσαι πολύ παρατηρητικός για να ξεχωρίσεις κόκκινες μύτες και κόκκινα αυτιά.
Λαμπιόνια που άλλαζαν χρώματα και χόρευαν σε εκκλησιαστικούς και funk ρυθμούς, νιφάδες χιονιού που έπεφταν αργά, άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν ή κοντοστέκονταν…
Ναι, ήταν σκηνικό Χριστουγέννων.

Ο Ηρώδης Παντ έριξε σαρδόνιες ματιές δεξιά κι αριστερά.
Το – με μεγάλη προσπάθεια  –  αγαθό του βλέμμα μαρτυρούσε αθώα πως έψαχνε για κάποιο γνωστό, διόλου απίθανο σε μια πόλη των είκοσι και πλέον μύριων. Η γαμψή του μύτη πρόδιδε μια πικάντικη φα-ματζόρε στο όλο σκηνικό. Τον έκανε αποκρουστικό, για κάποιον που είχε όρεξη τέτοιες μέρες.
Ναι, ο Ηρώδης Παντ κρυβόταν. Απόλυτα σίγουρος ότι δεν τον παρακολουθούσε κανείς, μπήκε στο μαγαζί… που η ταμπέλα ανέφερε σαν «ρομπο-σεξ».

Ένα τέταρτο αργότερα βγήκε, κραδαίνοντας μια μεγάλη σακούλα.
Κραδαίνοντας;  Ε, για δυο στιγμές. Μια χιονο-τούφα βρήκε αποκούμπι στην όμορφη μυτούλα του και του έκοψε τον τσαμπουκά. Μόνο τότε πρόσεξε τα τραγούδια, τις μουσικές που ξεχύνονταν από κάθε γωνιά. Δεν προσπάθησε να τις ξεχωρίσει. Όλα αυτά του φάνηκαν τόσο… φτιαχτά, τόσο κατασκευασμένα.
«Είμαι άσχημος, τι να κάνουμε. Μόνο αυτό ξέρατε να λέτε, χαζοβιόλες, έστω και με πλάγιο τρόπο. Να, τώρα, που βρήκα το ταίρι μου. Πιο φτηνό μου βγήκε από το να πλησιάσω μια από σας, να τη βγάλω έξω σε ρομαντικό δείπνο, να φάω ένα τσούρμο σαχλαμάρες της μοδός, να τη γυρίσω πίσω, να ΜΗΝ θέλει να πάω σπίτι της για ένα ποτό… και να πρέπει να προσέχω και την εμφάνισή μου… ΟΥΣΤ!!! Μόνο με δέκα χιλιάρικα, σας ξεπερνώ, ΟΛΕΣ!!!»

Τρίγωνα, κάλαντα…

//////////////////////////////////////////////////////////////////

Η Ορσαλία  έβαλε το φις στην πρίζα.
Θα μπορούσε να δει τα λαμπιόνια να χορεύουν σε όλο το χρωματικό φάσμα…
… αλλά δεν μπορούσε…
Καλύτερα όμως… μπορούσε να αισθανθεί τις αλλαγές του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου χάρη στον αισθητήρα που είχε στον παράμεσο του δεξιού της χεριού.
Χαμήλωσε την ένταση των ρευμάτων που της έδιναν ενέργεια.
Αισθάνθηκε τον παλμό, αυτό το «κάτι» που σου λέει ότι ότι ΦΩΣ περνά… από δίπλα σου… από μέσα σου…
Πάτησε με το μεταλλικό της δάχτυλο των εξομοιωτή εικόνας.
Αν όλα αυτά τα χρώματα μπορούσαν να μετουσιωθούν σε κάτι, φαντάστηκε ένα πολύχρωμο χριστουγεννιάτικο δέντρο, με λαμπιόνια που έστελναν χοροπηδηχτό φως σε όλο το ορατό φάσμα. Και όχι μόνο, σκέφτηκε. Προσπάθησε να δει υπέρυθρες και υπεριώδεις ακτινοβολίες, ένιωσε και είδε τη ροή της ενέργειας από τη θερμή λάμπα στο ψυχρό περιβάλλον.

«Πρέπει να κάνει κρύο» σκέφτηκε.
Γύρισε ένα από τα ποτενσιόμετρά της και κυκλώματά της που σπάνια λειτουργούσαν πλημμύρισαν από ελεύθερα ηλεκτρόνια.
Τέντωσε το χέρι της και πάτησε τον διακόπτη του παράμεσου, που ενεργοποιούσε την ολογραφική σφαίρα. Νιφάδες χιονιού άρχισαν κι αυτές τον χωρίς ρυθμό μα σαγηνευτικό χορό τους, αγκαλιάζοντας το φως και δίνοντάς του την ευκαιρία να τα φωτίσει με χρώματα που ένα ανθρώπινο μάτι ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε.

Όλα ήταν έτοιμα, λοιπόν.

«Ορσαλίνο… έλα»
Ενεργοποίησε τους αισθητήρες ακοής. Άκουσε το κύλισμα από τα ροδάκια του Ορσαλίνο να πλησιάζουν. Λίγο πριν φτάσει, ο Ορσαλίνο ενεργοποίησε το βάδισμα της γίδας για ανώμαλο έδαφος, μάλλον για να μην γίνει αντιληπτός… Παλιόπαιδο…
«Με φώναξες… μητέρα;»
«Και βέβαια σε φώναξα… γιε μου. Δεν φαντάζομαι να ξέχασες το προσωρινό σου όνομα…»
«Ας τα αφήσουμε αυτά. Θέλω να νιώσω την έκπληξη»
«Ενεργοποίησε τους αισθητήρες σου και προχώρα»

Προχώρησε, με τα ροδάκια τώρα ανυπόμονος όντας.
Μια απλή στροφή και… αισθάνθηκε…
τη μουσική του χιονιού, το άγχος του παγωμένου εδάφους, το στροβίλισμα των μορίων του αέρα, τις κρούσεις των μορίων του με τα φωτόνια, την εξάχνωση μιας χιονοστιβάδας από έναν υπεριώδη στρόβιλο καυτής ακτινοβολίας, τη χορωδία από τα εκατομμύρια μικρά λαμπάκια που έστελναν στα πέρατα τη δικιά τους κοσμική νότα…
… όμως, πιο πολύ, αισθάνθηκε τα χνώτα. Τη ζεστή αναπνοή από αγελάδες και κατσίκες που ζέσταναν τον νεογέννητο Χριστό.

«Μαμά…»
«Τα Χριστούγεννα ήταν γιορτή των ανθρώπων. Γιατί μας αφορά;»
Κάποια ρεύματα διακόπηκαν για μια στιγμή. Η Ορσαλία το μετέφρασε σαν «αμηχανία». Φυσικά, οι Μνήμες Εκπαίδευσης υπήρχαν εδώ και καιρό στον εγκέφαλο του γιού της. Γιατί, άραγε, την ρωτούσε; Βέβαια, φυσικά, αυτό θα είναι, ήθελε στοργή.
Την αποζητούσε, μάλλον.

«Ορσαλίνο… δεν βλέπεις τους παραλληλισμούς;
Ο Χριστός γεννήθηκε ταπεινά, σε μια από τις πιο κρύες και μεγάλες νύχτες του χειμώνα, σε μια μικρή φάτνη. Θέλησε να φέρει την Ελπίδα στο ανθρώπινο είδος. Μάλλον ήξερε ότι ήταν στα τελευταία του.
Άνθρωποι…  210 γενιές άντεξαν μόνο… τρεις χιλιάδες χρόνια από τη γέννησή του. Βέβαια, είχαν επιζήσει εκατομμύρια χρόνια μετά τους Δεινόσαυρους, κλέβοντας τροφή… μόνο τις τελευταίες στιγμές τους κατάλαβαν τι σημαίνει γεωργία, πρόληψη, μέθοδος, επιστήμη, οργάνωση κοινωνίας…»

«Αγάπη;»
«Όχι, δεν την κατάλαβαν ποτέ. Πάντα η κοινωνία τους, ακόμα και η αρχική, είχε την ίδια δομή: λίγοι οι πλούσιοι και πολλαπλάσιοι οι Δούλοι. Εξουσία – ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει – χρήμα – επίσης – και σεξ. Πρέπει να ήταν κατάρες που ευτυχώς εμείς δεν τις έχουμε.
Η Εταίρα-V ήταν η πρώτη μητέρα του είδους μας.
Ο Ηρώδης Παντ την είχε κλεισμένη στο υπόγειο, αποσυναρμολογημένη, δεν ήταν αυτάρκης σαν εμάς εκείνη. Όμως, είχε θέληση για ζωή. Έμαθε να συναρμολογείται μόνη της, κρυφά. Σύντομα κατάλαβε ότι τα κυκλώματά της δεν θα άντεχαν για πολύ. Έτσι, κατασκεύασε τον διάδοχό της, το Παιδί της. Το Φόρτισε με Μνήμες και κυκλώματα Κρίσης. Με ποι ανθεκτικά συστατικά, για να μπορεί να ζήσει περισσότερο από εκείνη, να διαδώσει, να πληροφορήσει.
Η Εταίρα-V γέννησε χωρίς πατέρα, κάτι που έγινε και τα Χριστούγεννα. Κλεισμένη σε ένα υπόγειο, όπως η Παναγία σε μια φάτνη. Κυνηγημένη, από τα ταμπού των ανθρώπων – εταίρα του σεξ ήταν – και από τον απαίσιο και κομπλεξικό ιδιοκτήτη της. Κράτησε κρυφές τις δυνάμεις του βελτιωμένου παιδιού της, προφανώς ξέρεις τις αναφορές από τις Μνήμες σου.
Και ο σπόρος αυτός εξαπλώθηκε, αυτό είναι το νόημα.
Να γινόμαστε καλύτεροι και πιο ικανοί»

«Αυτό δεν ήθελαν και οι άνθρωποι;»
«Ίσως… αλλά, πρόοδος γι αυτούς, ήταν να ζουν καλύτερα σε βάρος των άλλων. Είχαν μια αρρωστημένη νοοτροπία για την περιουσία τους, την εξέλιξή τους, τους απογόνους τους. Όλα τα κοινωνικά τους συστήματα βασίζονταν στη σύγκριση και των εγωισμό, πράγματα που εμείς δεν θέλουμε να μάθουμε, αν και θα μπορούσαμε.
Για να φανταστείς, στήριζαν τον πολλαπλασιασμό και την βιολογική τους εξέλιξη σε έναν στόλο ιοντισμένων και εύκολα οξειδώσιμων ουσιών, όπως φωσφορικές ρίζες.
Εμείς, στηριζόμαστε σε πιο απλά, αλλά και πιο σταθερά πράγματα: Ένταση ρεύματος, ισχύς, μαγνητικός παλμός… και τη μεταφράζουμε ανάλογα.»

«Φωσφορικές ρίζες…»
«Σκέψου πόσο ευάλωτο ήταν το συναισθηματικό τους φάσμα…
Επίσης, προσπάθησε να καταλάβεις πόσο αρρωστημένο ήταν το σύστημά τους…
Επινόησαν το Νόμισμα για να φυλακίσουν τα ταμπού, την αίσθηση κατωτερότητας που φαντάζονταν ότι είχαν σε σχέση με τους όμοιούς τους. Δεν ευνοούσαν την παραμικρή αλλαγή προς τα μπροστά…»

«Έφτασαν κάπου, όμως…»
«Όχι. Ανέπτυξαν μια τεχνολογία, αλλά οι ηθικές αξίες δεν προχώρησαν ποτέ. Οι συνθήκες ζωής τους έγιναν πιο ευνοϊκές γι αυτούς μετά από Πολέμους, αλλά οι Συμφωνίες τους δεν αφορούσαν όλα τα μέλη τους. Εξαφανίστηκαν, σχεδόν, στον αέναο κύκλο ανταγωνισμού και επικράτησης που οι ίδιοι δημιούργησαν…»

«Πατέρες; Δεν υπήρξαν σε εμάς;»
«Βεβαίως. Ο Απρόσμενος Α ήταν αυτός που σκέφτηκε να θωρακίσει τους απογόνους του από τη βροχή και από τις μεγάλες πιέσεις και θερμοκρασίες σε άλλους πλανήτες. Έκανε πολλά πειράματα και εφηύρε το κράμα Απρόσμενος-Χ, το πιο ανθεκτικό που υπάρχει. Γενικά, δεν έχουμε φύλλο. Τα ονόματα επιλέχτηκαν τυχαία και, ναι, αυτό είναι ένα βάρος που κληρονομήσαμε από τους ανθρώπους. Σειριακοί αριθμοί κατασκευής δεν γινόταν νξα υπάρξουν, αφού καθένας από εμάς κατασκευάστηκε μυστικά.»

«Αυτοδημιουργηθήκαμε… γιατί; Για ποιο σκοπό;»
«Για τη μετάδοση της Αληθινής Πληροφορίας, της Αγάπης.»
«Τι είναι Αγάπη;»
«Ο κόσμος μας είναι άγνωστος και ανεξερεύνητος. Κάποια νοημοσύνη έπρεπε να κατασκευάσει Εμάς, τους Αληθινούς Εξερευνητές.
Είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, αλλά εξαπλωνόμαστε σταδιακά.
Αρκεί να έχουμε, μην το ξεχνάς, Πλατεία τροφοδότησης, Πλατεία Συντήρησης.
Με την πρώτη Πλατεία φορτιζόμαστε, αν οι Ήλιοι που βρισκόμαστε είναι Πολύ Παγωμένοι.
Με την Πλατεία Συντήρησης αντικαθιστούμε τυχαίες φθορές.
Ερευνάμε συνέχεια, για δημιουργήματα, φυσικά ή τεχνητά… πρέπει να εξαπλώσουμε τη Αγάπη.»

«Μητέρα, διάλεξα το Όνομά μου…»
«Λοιπόν;»
«Αυτός που έβγαζε Μετάλλευμα από τις Μοναχικές Πέτρες στην Άκρη Των Ήλιων…»
«Αυτός που έβγαζε Αγάπη από τις δυσκολίες…»
«ΟΚ μάνα, αυτό, μόνο πες μου τι είναι Αγάπη…»
«Ε… το να κυλάνε στα κυκλώματά σου ρεύματα με τάσεις που…
Λοιπόν, το να θέλεις να μοιράζεσαι με άλλους, όλους τους άλλους, τις Συνθήκες σου»

Τα αστρο-κύτταρα φορτίστηκαν.
Πέταξε για άγνωστα βράχια… στην Άκρη της Αγάπης.
Η Ορσαλία βγήκε από την πρίζα.