Πήρε να νυχτώνει ξανά

Πήρε να νυχτώνει ξανά.

Κενό, σιωπή.

Λευκό χαρτί σαν τούτο που γράφω.
Αδειος καμβάς σε εργαστήρι τέχνης.
Τυχαίες νότες χωρίς μελωδία,
χωρίς μνήμες οι στίχοι.

Δεν έμεινε τίποτα όρθιο, τίποτα στην θέση του.

Αγέλαστες ψυχές συνοδοιπόροι στην μιζέρια μου,
ατάλαντοι γελωτοποιοί στην πορεία μου στον χρόνο,
στο στίγμα μου στην μάνα γη.

Δεν θέλω έτσι ψεύτικα να με προσμένεις, δεν θέλω αναίτια να με αγαπάς.
Θέλω λόγο και αιτία στα λάθη μου και όχι την σιωπηρή σου αποδοχή αν όχι ανοχή.

Πεσμένες γέφυρες έγιναν οι σκέψεις μου, λογύδρια οι φωνές μου, κάποτε βουβές.
Βάραθρο για καταραμένους κάθε προσπάθεια να σκεφτώ,
αγώνας και πάλη για να ονειρευτώ.

Αισθήματα, άνθη που γλύκαναν κάποτε την καρδιά μου,
θρασύδειλα με θωρούν μέσα από τον καθρέφτη,
πρόστυχα μου θυμίζουν την άδολη ματιά μου στον κόσμο.

Ρημαγμένος, στην δίνη του μυαλού μου, οσμίζομαι την φωτιά.
Καίω τα χαρτιά μου σε ανίερο πόκερ με τον χαμένο εαυτό μου.

Πήρε να νυχτώνει ξανά…