Κοντά στον εντοπισμό εξωγήινης ζωής

Οι αποστολές της NASA και του ESA στον Άρη το επόμενο καλοκαίρι, αποτελούν την καλύτερη έως τώρα ευκαιρία της ανθρωπότητας, να πάρει απαντήσεις στο ερώτημα αν είμαστε ή όχι μόνοι μας στο διάστημα.

Την πιθανότητα να ανακαλυφθεί εξωγήινη ζωή ακόμη και μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, επισημαίνει ο επικεφαλής ερευνητής της NASA, Δρ. Τζιμ Γκριν, σε συνέντευξή του στη βρετανική Telegraph. Προειδοποιεί πάντως, ότι ο κόσμος, δεν είναι έτοιμος να αποδεχθεί την ύπαρξη ζωής σε κάποιον άλλο πλανήτη.

Εξήγησε πως το επόμενο καλοκαίρι, δυο ρόβερ της NASA και της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας (ESA), θα σταλούν στον Άρη για να κάνουν γεωτρήσεις βαθιά μέσα στο έδαφος του «Κόκκινου Πλανήτη», με την ελπίδα ότι θα βρουν στοιχεία ζώντων οργανισμών.

Σύμφωνα με τον κ. Γκριν, οι αποστολές αυτές είναι οι καλύτερες έως τώρα ευκαιρίες που είχε ποτέ η ανθρωπότητα για να πάρει απαντήσεις ερώτημα αν είμαστε ή όχι μόνοι μας στο διάστημα.

«Θα είναι όπως όταν ο Κοπέρνικος δήλωσε πως “η γη γυρίζει”. Η απόλυτη επανάσταση. Θα ξεκινήσει νέο τρόπο σκέψης. Δεν νομίζω πως είμαστε έτοιμοι για τα ευρήματα. Δεν είμαστε. Ανησυχούσα για αυτό, γιατί πιστεύω πως είμαστε κοντά στην ανακάλυψη και την ανακοίνωση αυτής», ανέφερε ο Δρ. Τζιμ Γκριν.

Οι επιστήμονες, αναζητούν μεταλλικά στοιχεία, 300 τον αριθμό, τα οποία μπορούν να παραχθούν μόνο όπου υπάρχει ζωή. Οι έρευνες θα πραγματοποιηθούν σε σημείο όπου εικάζεται πως υπήρχε ένας μεγάλος ωκεανός πριν από εκατομμύρια χρόνια, τότε που ο Άρης ήταν μπλε όπως και η γη.

«Όταν ξεκινήσαμε στον τομέα της αστροβιολογίας το ‘90 αναζητούσαμε ενδείξεις ζωής σε ακραίες συνθήκες. Κατεβαίναμε σε ορυχεία 2 μίλια κάτω από την επιφάνεια της γης και όπου υπήρχε νερό, εκεί ήταν γεμάτο ζωή» εξηγεί ο δρ. Γκριν για τον τρόπο που ξεκίνησαν να ερευνούν την πιθανότητα ζωής σε άλλο πλανήτη.

Ο Δρ. Γκριν που εργάστηκε επί 38 χρόνια στη NASA πιστεύει πως μικροοργανισμοί μπορούν να βρεθούν και σε άλλους πλανήτες εκτός από τον Άρη, όπως στον Τιτάνα, τον δορυφόρο του Κρόνου. Κάποιοι πιστεύουν πως ενδεχομένως να έρθουμε αντιμέτωποι με ολόκληρους πολιτισμούς σε όχι και τόσο απομακρυσμένους πλανήτες του γαλαξία μας.

Πηγή: https://www.skai.gr/index.php/news/technology/nasa-eimaste-konta-ston-entopismo-eksogiinis-zois

physicsgg.me

Τσαμπίκα [4/32]

Αθήνα

Όλα είχαν ξεκινήσει από έναν καλοκαιρινό φραπέ στον πεζόδρομο μεταξύ Ακαδημίας και Σόλωνος.
Έναν  φραπέ από τους λιγοστούς που είχαν την πολυτέλεια να απολαύσουν ο Αντώνης κι ο Μηνάς, έστω και με δανεικά.
– Ρε συ, 3.90 ο καφές… Πώς σου πέρασε από το μυαλό να έρθουμε εδώ;
– Γιατί; Ωραίος είναι ο καφές, σκιά έχει, να και μια γλαστρούλα πιο πέρα, ωραίες κοπελίτσες περνάνε, η γκαρσόνα κουκλίτσα με αυθεντικό χαμόγελο… τι άλλο θες;
– Ο καφές έχει τόνους αδιάλυτης ζάχαρης στον πάτο…
– Ας μην τον ήθελες γλυκό.
–… οι κοπελίτσες μοιάζουν όλες με ασκούμενες δικηγορίνες…
– Απλά είναι ωραία ντυμένες, γρουσούζη.
– … η αντηλιά από το τσιμέντο με έχει ζαλίσει, τα αυτοκίνητα μου έχουν σπάσει τα τύμπανα και απόφαση δεν πήραμε…
– Α, ναι… απόφαση.

– Ας ανακεφαλαιώσουμε. Είμαστε άνεργοι.
– Σώωωπα…
– Και θέλουμε να φτιάξουμε ένα σάιτ για να τα οικονομήσουμε από τις διαφημίσεις. Θέλαμε κάτι ειδικό. Υποβρύχιο ψάρεμα και ψαροντούφεκο, ας πούμε, αλλά υπήρχε και εμείς οι δυο δεν είχαμε ιδέα. Αυτοκίνητα, το ίδιο. Σερφ, το ίδιο. Άκρη δεν βρήκαμε.
– Χρειαζόμαστε κάτι που να μην υπάρχει. Μπορεί να μην είναι ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή, έστω, αλλά σε λίγα χρόνια μπορεί να είναι κορυφή. Τι λες για ρομπότ – οικιακούς βοηθούς;
– Δεν σε αντέχω άλλο. Τα λεφτά τα χρειαζόμαστε τώρα, ζεστά. Τι θα πω στη γιαγιά μου, ότι έφαγα τα λεφτά της για να αντιγράφω τις εξελίξεις στη ρομποτική; Σύνελθε, ρε Μηνά.
– Γι αυτό σου λέω… βιντεάκια. Ποιος έχει όρεξη τώρα να διαβάζει και να γράφει. Βιντεάκια παντός είδους.
– Τα βλέπουν και στο youtube.
– Τα δικά μας θα είναι ελληνικά. Και θα μπαίνουν και οι διαφημίσεις στο πλάι. Δεν θα έχουμε αναζήτηση ή παρόμοια, θα μπαίνουν διαφημίσεις στο χώρο που έχει γι αυτά το youtube.
– Δεν βρίσκω άλλη λύση, πανάθεμά σε. Πόσο θα πάει το μαλλί;
– Ο Οδυσσέας μου υποσχέθηκε ότι δεν θα στοιχίσει σχεδόν τίποτα.
– Άλλος κι αυτός… Τέλος πάντων… και πώς να το βαφτίσουμε;
– Δέστε ελληνικά;
– Σιγά μην το βγάλουμε και «δέστε τους»
– Ε, τότε… «δες Ελλάδα»
– Τουριστικό μου φαίνεται…
– «Δες Ελλήνων καμώματα;»
– Πολύ κουλτούρα δείχνει…
– Σωστά. Χρειαζόμαστε κάτι που να υπογραμμίζει ότι τα βίντεο είναι Ελληνικά κι ότι είναι ενδιαφέροντα. Κάτι σαν… κάτι σαν…
– Χα, Ελληνικά κι ενδιαφέρονται στην εποχή της κρίσης… Δεν διαλύεις τη ζαχαρίτσα με το καλαμάκι, λέω εγώ; Πώωωω, δες ένα παιδί που περνάει…
– Σουτ, σκέφτομαι… σκέφτομαι… ΤΟ ΒΡΗΚΑ !!!… «ασκαρδαμυκτί»
– Τι; Αστρανυκτί;
– Α-ΣΚΑΡ-ΔΑ-ΜΥ-ΚΤΙ
– Τι είναι αυτό; Σκορδόπιτα;
– Αρχαία Ελληνική λέξη, άσχετε.
– Και τι σημαίνει; Και πώς θα ενδιαφερθεί ο νετο-θεατής;
– Σημαίνει «Παρακολουθώ κάτι με τα μάτια γουρλωμένα από το ενδιαφέρον.» Ο τίτλος μπορεί να είναι άγνωστη λέξη στους περισσότερους, αλλά προκαλεί την περιέργεια.
– Τι να σου πω… δικιά σου η γιαγιά, δικά της τα φράγκα της… συνεπάγεται, δικιά σου και η απόφαση.
– ΟΚ. Ενημέρωσε τον Οδυσσέα ότι έχει δουλειά. ΑΜΕΣΑ.
– Βεβαίως και πρέπει να δουλέψει και να το κάνει άμεσα.
– Η δικιά σου ενημέρωση να είναι άμεση, εννοώ. Στον Οδυσσέα έχω περισσότερη εμπιστοσύνη. Για δώσε μου το κινητό του, να τον πάρω εγώ.
– Μπα, έχεις και κάρτα;

Γενική ασφάλεια Αττικής

Η ώρα είχε φτάσει 11.
Ο Μάριος αποτελείωνε τον δεύτερο καφέ του, ενώ μελετούσε τις εκκρεμότητες που είχε αφήσει
κατά το διάστημα που έλειπε από την υπηρεσία. Ένα πλήθος χαρτιά έφτιαχναν ένα σκηνικό πλήρους
ακαταστασίας και χάους επάνω στο γραφείο του. «Δεν θα τελειώσω ποτέ με αυτά» αναφώνησε και κούνησε βαριεστημένα το χέρι του με απελπισία.
Πόσο πολύ είχε πεθυμήσει να φύγει για διακοπές. Να χαθεί σε ένα μακρινό νησί, με γαλάζιες ακτές
και μακριά από τους ανθρώπους. Κάνοντας αυτές σκέψεις χτύπησε η πόρτα
«Εμπρός» φώναξε και αμέσως άνοιξε η πόρτα
«Μάριε σε ζητά ο διοικητής» του είπε η χαριτωμένη υπαστυνόμος και του έκλεισε το μάτι.
«Σ’ ευχαριστώ Κατερίνα» αποκρίθηκε ο Μάριος και σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Τι να με θέλει πάλι;
Μόλις σήμερα γύρισα στην υπηρεσία» σκέφτηκε ενώ έπινε τις τελευταίες γουλιές από έναν σχεδόν παγωμένο καφέ.

Έφτασε το γραφείο του διοικητή που ήταν δύο ορόφους πάνω από το δικό του, χτύπησε την πόρτα και μια βραχνή φωνή ακούστηκε να τον καλεί μέσα.
«Καλημέρα κύριε διοικητά» χαιρέτησε ο Μάριος μπαίνοντας στο γραφείο του.
«Καλημέρα κύριε Βαγιανέ, κάθισε σε παρακαλώ» του απαντήσετε και τον κοίταξε διερευνητικά όπως άλλωστε έκανε πάντα, έτσι ώστε ο συνομιλητής του να νιώθει περίεργα και άβολα.
Ήταν κι αυτό ένα παιχνίδι εξουσίας και αυτοεπιβεβαίωσης.

«Μάριε τι γίνεται με εκείνη την υπόθεση που ασχολείσαι τις τελευταίες ημέρες»
«Κύριε Διοικητά γνωρίζετε ότι έλειπα τρεις μέρες ακριβώς γι αυτή την υπόθεση αποκρίθηκε ο Μάριος.
Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει κάτι ακόμα. Είναι πολύ περίεργη υπόθεση, και δεν μπορώ να εξηγήσω το
γεγονός πως χιλιάδες pc απευθύνονται σε ένα  και μονό Server, σε μία και μόνη διεύθυνση χωρίς αυτή
να είναι κάποια αναγνωρισμένη διεύθυνση εταιρίας όπως στοιχήματική, διαφημιστική, τράπεζα ή κάτι τέτοιο.
Το πλέον περίεργο όμως κύριε Διοικητά είναι το γεγονός ότι κάθε φορά που βλέπουμε μια κίνηση προς αυτόν
τον Server, η κίνηση καταγράφεται σε άλλη ημερομηνία. Δεν μιλάμε απλώς για λάθος μερικών λεπτών, ωρών ή ημερών. Μιλάμε για πολλές δεκαετίες. Συγκεκριμένα όποιες κινήσεις έχω ανιχνεύσει τον τελευταίο καιρό προς αυτή τη διεύθυνση καταγράφονται με ημερομηνίες του 1970, του 1972 και γενικά ημερομηνίες που ανήκουν στη δεκαετία του 70.
Θα χρειαστώ κάποιο χρόνο κύριε Διοικητά για να εξετάσω και άλλες παραμέτρους του κώδικα, και πιστεύω σε μια βδομάδα με 10 ημέρες από τώρα να σας έχω κάποια νεότερα.»

Ο διοικητής τον κοίταζε σκεφτικός και αμίλητος όλη αυτήν την ώρα που ο Μάριος εξιστορούσε την κατάσταση. Σηκώθηκε βαρύς και σκυθρωπός, κατευθύνθηκε προς το παράθυρο του γραφείου του και ατένισε την πρωτεύουσα
από ψηλά.
«Άκουσε Μάριε» άρχισε να μιλά με γυρισμένη την πλάτη του, «είσαι ένας λαμπρός αξιωματικός στην υπηρεσία μας και σίγουρα έχεις ένα σπουδαίο μέλλον. Θα ήθελα να μην ασχοληθείς άλλο με αυτήν την υπόθεση. Δεν νομίζω πως αξίζει τον κόπο να μελετάμε τέτοιες υποθέσεις όταν το κοινό έγκλημά, το κοινό ηλεκτρονικό έγκλημα οργιάζει. Παρατήρησες μια μεγάλη μάζα πληροφοριών προς μια διεύθυνση αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε ο διοικητής.
Ο Μάριος δεν πίστευε στα αυτιά του. «Κύριε Διοικητά» έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά ο μεσήλικας Αξιωματικός που ήδη είχε γυρίσει και τον αντίκριζε με μια κοφτή κίνηση του χεριού του τον έκανε να σιωπήσει.
«Κύριε Βαγιανέ κάπου εδώ τελειώνει η συζήτηση μας. Θέλω να σταματήσει τώρα αμέσως αυτή η έρευνα. Είναι διαταγή. Μπορείς να πηγαίνεις τώρα.»

Ο διοικητής είχε καθίσει πάλι στην δερμάτινη καρέκλα του γραφείου του και φορώντας τα γυαλιά του άρχισε να μελετά ένα από τα ντοσιέ που μόλις είχε πάρει από το διπλανό του ράφι. O Mάριος είχε ήδη σηκωθεί όρθιος και αφού κατάφερε να ψελλίσει ένα «Όπως διατάξετε κύριε διοικητά» άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το γραφείο του ανωτέρου του.

Πίσω του άφησε τον ανώτερο αξιωματικό να σχηματίζει έναν πολυψήφιο νούμερο στο κινητό του τηλέφωνο και μια βραχνή φωνή να σιγοψιθυρίζει:
» All are under control»

Αθήνα

Ο Αντώνης κι ο Μηνάς βγήκαν στην κεντρική σκάλα. Τίποτα…
– Ρε χαζέ, από το μπαλκόνι τον άκουσα το θόρυβο.
– Ε, πες το ντε… εσύ πήγαινε πρώτος…

Με προσεκτικές κινήσεις, έψαξαν και στο μπαλκόνι. Τίποτα… Καλού-κακού, άφησαν όλα τα εξωτερικά φώτα ανοιχτά.
– Η ιδέα σου είναι. Δε μου λες, τι πρόβλημα έχεις με το σάιτ;
– Εγώ, πρόβλημα; Τι πρόβλημα να έχω;
– Είπαμε, συμφωνήσαμε μάλλον να το βάλουμε μπρος, να βγάλουμε κάνα φράγκο βρε αδερφέ… Εσύ, όμως, φοβάσαι και τη σκιά σου…
– Τίποτα δεν φοβάμαι. Αλλά… μηνύσεις, απειλές, ήχοι…
– Κατά τα άλλα, δεν φοβάσαι τη σκιά σου. Τεσπα…
– Κακό είναι να ψάξουμε να βρούμε από πού ήρθαν τα βίντεο; Εδώ, οι τύποι λένε ότι δείχνουμε αυτό που είδαν τα ίδια τους τα μάτια…
– Κι εσύ αδερφάκι μου, το έχαψες. Καλά σε λέω ροφό, ώχου… Κάθεσαι και χαύεις οτιδήποτε αμολάει κάποιος στο νετ; Κι αν είναι συνεννοημένοι και σπάνε πλάκα; Αν είναι το ίδιο πρόσωπο και προσπαθεί, μέσα στην ανωνυμία, να μοστράρει σαν κάποιος στον εαυτούλη του; Λες σοβαρά ότι πιστεύεις πως τα βίντεο δείχνουν αυτό που είδαν τα μάτια τους; Σιγά μην τους δείξουμε και το αληθινό χαμόγελο της Μόνα Λίζα, η οποία είναι ο περιπλανώμενος Ιουδαίος και ζει – ακόμα – ανάμεσά μας. Ωχ, αδερφέ…
– Μπορεί να έχεις και δίκιο… Πάμε για μια πίτσα;

Ο Αντώνης ήταν ο αγαθός γίγαντας. Ψηλός και χοντρός. Αγαθός με την ημι-επίσημη και ημι-κυριολεκτική έννοια της λέξης. Εξέταζε κάθε πληροφορία, όχι γιατί ήταν βλάκας ή τόσο «αγαθός», αλλά μάλλον γιατί ήθελε να κοιμάται «τον ύπνο του δικαίου» τα βράδια. «Φασιανός που νομίζει ότι είναι σπουργίτι» ήταν η περιγραφή του Μηνά για τον Αντώνη.

Ο οποίος Μηνάς είχε μέτριο ύψος, μέτριο βάρος, μέτρια νοημοσύνη.
Ήταν μέτρια «μπασμένος» στην κοινωνία, αλλά αυτό το «μέτρια» ήταν άπατο για τον Αντώνη, ο οποίος στο πρόσωπο του Μηνά έβλεπε κάποιον που θα τον έβγαζε στην επιφάνεια σε όλα: στις δημόσιος σχέσεις, στα επαγγελματικά, στις γυναίκες…
Επαγγελματικά; Γι αυτό και το σάιτ.
Γυναίκες; Ούτε με μακαρόνι δεν φαίνονταν στον ορίζοντα, από τη μεριά του Αντώνη, τουλάχιστον.
Διότι ο Μηνάς είχε και κάποιες κατακτήσεις… Αυτές που, ενώ επιστρατεύεις όλο σου το θράσος για να τις κοιτάξεις επίμονα, [κι εκείνες – οι αθεόφοβες –  αντί να ελέγχουν στο χώμα τις τροχιές των μυρμηγκιών, όπως όλες οι εν παρθενία φερόμενες, εκτελώντας την κοσμική τους αποστολή], σε εκτελούσε με το βλέμμα για ένα ολόκληρο δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου. Στην τελευταία περίπτωση ναι, σε είχαν προσέξει. Κι αν, στην τελική, σου είχαν σκάσει και κάποιο χαμογελάκι αδυναμίας ή έστω ενίσχυσης της γυναικείας ματαιοδοξίας, ήσουν σίγουρος ότι μπορούσες, παντού και πάντα, να τις ρίξεις.
Τελευταία χαρακτηριστική περίπτωση η Πόπη της γειτονιάς, αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα της να εμφανιστεί στο έπος…

Με αυτά τα εφόδια προχωρούσαν οι δυο τους. Ο πρώτος στηριζόταν στον δεύτερο κι ο δεύτερος στο κενό. Και η ιδεολογία «όλο και κάτι θα βρεθεί, αδερφέ» κάλυπτε όλες τις ενέργειές τους και τις πράξεις τους.

Ένα χαρτζηλικάκι ήθελαν. Ικανό να ρίξει την Πόπη σε αυτούς και αυτούς στα φανταστικά τους πούπουλα. Πού να ήξεραν σε τι είχαν μπλέξει…

– Ποιος είναι;
– Για μια προσφορά σε κινητά, ίντερνετ και δορυφορική…
– Δε φτάνει που μας ενοχλείτε από το τηλέφωνο, χτυπάτε και κουδούνια τώρα;
– Αυτή η προσφορά είναι σούπερ, λέμε…
– Βρε, άντε και…
– Σε συμβουλεύω να ανοίξεις…

Θα μπορούσε να συνεχίσει το βρίσιμο, αλλά θυμήθηκε πως η λερωμένη φωλιά του είχε πια μάρτυρες για το πόσο λερωμένη ήταν – και βίντεο μάλιστα. Αν και αγνοούσε πως ένα βίντεο δεν ήταν – ακόμα – απόδειξη για την ελληνική δικαιοσύνη, υποχώρησε. Κοίταξε από το ματάκι… Κανένας. Μισάνοιξε την πόρτα… κανένας. Την έκλεισε και την αμπάρωσε.
– Κύριε, θα ανοίξετε επιτέλους ή χάνω την ώρα μου;
– Χάνεις την ώρα σου…

Από περιέργεια και φόβο δεν έφυγε αμέσως, αλλά σκέπασε με το σώμα του την πόρτα όπως κάθε… φοβισμένος; Η πόρτα δεν υποχώρησε από θορυβώδεις πυροβολισμούς ή από κάποιο αθόρυβο όπλο λόγω σιγαστήρα, αλλά από κάποιο δύσκολα διακριτό μπλε-γαλάζιο φως που την έλιωνε από την άκρη…

Ροζ κοντομάνικο πουκάμισο, μπλε γραβατούλα Μίκυ Μάους, ελβιέλες, ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε.
Δημοφιλές άρωμα της οκάς, το τελευταίο πράγμα που μύρισε.
Ζέστη στην κοιλιά, το τελευταίο πράγμα που ένοιωσε.
– Κύριε Θεο…
– Όχι ονόματα.
– Παράσιτο ένα καθαρίστηκε. Πάω για τους δίδυμους.
– Κάνε γρήγορα. Το αεροπλάνο μου πετά την αυγή από εδώ. Ραντεβού σε τρεις μέρες, στο νησί. Κανόνισε να μην λερώσω τα χέρια μου…

[συνεχίζεται…]

Τσαμπίκα [3/32]

Ρόδος, Αύγουστος 30, 2014

Ο Μανώλης είχε το ένα από τα φαρμακεία της γειτονιάς. Με τον Μιχάλη ήταν φίλοι από το γυμνάσιο. Φιλία 35 και βάλε χρόνων, δηλαδή. Κάθονταν στο πιο δροσερό τραπέζι του Ευθύμη, ο οποίος είχε ένα από τα σουβλατζίδικά της γειτονιάς και πάντα φύλαγε το καλύτερο τσίπουρο για τον φαρμακοποιό.
– Δεν πας καλά, διαπίστωσε ο Μανώλης.
– Μια χαρά πάω. Άμα σου λέω…
– Το αποθήκευσες το βίντεο;
– Όχι. Δηλαδή δεν… έ, δεν το σκέφτηκα.
– Μόλις σχολάσουμε από εδώ, να πας να το αποθηκεύσεις. Και να έρθεις σε επικοινωνία με τους υπεύθυνους στο σάιτ αυτό. Στείλε τους μέιλ.
– ΟΚ
– Δε μου λες… έχεις κάνει ποτέ εγχείριση στο κεφάλι;
– Όχι, από αυτά που ξέρω. Άλλωστε, αν μου είχαν χώσει κάτι μέσα στο κρανίο με οποιοδήποτε τρόπο, θα με είχαν βρει σε έλεγχο αεροδρομίου…
– Αδελφέ, δύσκολα μου βάζεις. Να σου πω το ανέκδοτο με τον άσχετο που αγόρασε καρύδες και νόμιζε ότι ήταν αβγά ελέφαντα; Το έχεις ακούσει;

Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 1999, 2μμ.

Μπήκε επιτέλους στο αυτοκίνητο του.

Σήμερα ο Γιάννης είχε μια πολύ δύσκολη ημέρα. Από το πρωί στην εταιρία όλοι ήταν σε αναβρασμό.
Ο Γενικός είχε ζητήσει να συγκεντρωθούν όλοι στην αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου στις 11 π.μ
και επί 2 ώρες τους κατσάδιαζε. Περικυκλωμένος από χαρτιά, διαγράμματα και 2 οθόνες υπολογιστή με
στατιστικά, ο μικρός δικτατορίσκος άναψε και βρόντηξε.
Αναφερόμενος στην πτώση των κερδών κατά 1,2% το τελευταίο τρίμηνο έξαλλος μέσα στο καλοραμμένο
κοστούμι του που μύριζε νύχτα και πληρωμένη παρέα, απείλησε όλους τους παρευρισκόμενους στην αίθουσα
και τον καθένα ξεχωριστά για το μέλλον τους στην εταιρία.
Με κάθε του επίθεση ο Γενικός έσβηνε την φωτιά του με ένα ποτήρι νερό και το μικρό του δάχτυλο να
κοιτά το ταβάνι, δείγμα της σεξουαλικής του έπαρσης και ανδρείας έναντι των φοβισμένων πληβείων που τον περιτριγύριζαν σκυφτοί και κοίταζαν την ανύπαρκτη σκόνη στα παπούτσια τους.

Περίπου στη 1 η ώρα αποφάσισε το φουσκωμένο παγόνι της διοίκησης να σηκωθεί και να φύγει από την αίθουσα αφήνοντας ανθρώπους-αποκαΐδια, παγωνιά και μια δυσάρεστη κακή ενέργεια που ο καθένας τους θα έπαιρνε το ποσοστό που του αναλογούσε μαζί του στο σπίτι του.

Ο Γιάννης είχε ένα ραντεβού στις 13.30μμ που ακυρώθηκε και άλλο ένα στις 17.00μμ. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει από την εταιρία και να πάει κάπου έξω να φάει μεσημεριανό και να πάρει λίγο καθαρό αέρα.

Νάτος λοιπόν στο αυτοκίνητο του να κάνει βόλτες χαμένος στις σκέψεις του. Είχε ανάγκη να φύγει μακριά,
κάποιο ταξίδι ίσως μαζί με την Μαρία που τελευταία δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά. Κοίταξε το ρολόι του,
είχε αρκετό χρόνο ακόμα.
Ασυναίσθητα με ρόδες τις σκέψεις του και όχημα την ψυχική του διάθεση βρέθηκε στην εθνική οδό προς την Λαμία. Άνοιξε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο του σταθμό και ξεχύθηκαν από μέσα κατευναστικές η νότες από το The Passenger του Iggy Pop.
Χαμογέλασε.
Το κατάλληλο τραγούδι την κατάλληλη ώρα. Πάντα του συνέβαινε αυτό. Έστριψε από την εθνική και κατευθύνθηκε προς την Πάρνηθα. Τελικά του βγήκε από το πουθενά μια μίνι εκδρομούλα και το απολάμβανε χτυπώντας ρυθμικά το τιμόνι του αυτοκινήτου στους ρυθμούς του Hit of the moment των Asia που εκείνη την ώρα έπαιζε στο ραδιόφωνο. Τρεις παρά η ώρα και αυτός ανέμελος κι ελεύθερος στην μικρή του απόδραση, να σιγοτραγουδάει παλιές ροκ επιτυχίες με μόνη του έννοια να βρει κάτι να φάει στα γρήγορα.

Βουητό.
«Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ενώ ένας απόκοσμος θόρυβος άρχισε να σκεπάζει τα πάντα.
Ο δρόμος θαρρείς και άρχισε να τρέμει ενώ το αυτοκίνητό του βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα ακυβέρνητο σαν φτερό σε αγριεμένο άνεμο, με τάση να βγει εκτός δρόμου.
Σεισμός, γινόταν σεισμός και ήταν μεγάλος. «Χριστέ μου» αναφώνησε, «σεισμός» ενώ προσπαθούσε να κρατήσει μάταια το τιμόνι καθώς φρενάριζε. Το ραδιόφωνο είχε σιωπήσει και παντού έβλεπε σκόνη και άκουγε φωνές. Κραυγές που καλούσαν σε βοήθεια. Στην σκέψη του ότι αυτό το κούνημα της γης δεν θα σταμάταγε ποτέ, ένας εκκωφαντικός θόρυβος ήχησε τρομακτικά στα αυτιά του και έκανε το κεφάλι του να στραφεί στην πηγή προέλευσης του.
Ένα  ψηλό κτίριο, μάλλον εταιρία, έχανε την μάχη με τούτο το φυσικό φαινόμενο και άρχισε να καταρρέει.

Φωνές κι άλλες φωνές, υστερικές, γεμάτες αγωνία και πόνο. «Βοήθεια» άκουσε τον εαυτό του ο Γιάννης να φωνάζει με δάκρυα στα μάτια και να βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η σκόνη είχε καταπνίξει το τοπίο γύρω του με κάποια δέντρα να κείτονται μέσα στο δρόμο χωρίς ζωή. Προσπαθώντας να βρει το κινητό μέσα στην τσέπη του μπουφάν του-ναι, ήταν από τους λίγους τυχερούς που η εταιρία τους είχε προμηθεύσει με τέτοια τηλέφωνα-κατευθύνθηκε τρέχοντας προς το λαβωμένο κτίριο. Κτίριο κάποτε.
Ένα κακοφτιαγμένο κτίριο που πλέον ήταν συντρίμια, μπάζα και παντοτινή φυλακή σε άψυχα σώματα αθώων εργαζομένων. Προσπάθησε να τηλεφωνήσει αλλά δεν έβγαζε γραμμή με τίποτα. Παντού φωνές και κλάματα. Ξαφνικά διαπίστωσε πόσοι άνθρωποι είχαν φτάσει δίπλα του, πιθανόν από την ίδια εταιρία και προσπαθούσαν να παραμερίσουν τα χαλάσματα και να βοηθήσουν αυτούς που είχαν καταπλακωθεί. Από κάπου μακριά σειρήνες συμπλήρωναν το σκηνικό της καταστροφής και του θανάτου.

Πέταξε το μπουφάν του και έσκυψε να βοηθήσει κι αυτός. Έγινε ένα με τους μέχρι πρότινος άγνωστους αυτούς ανθρώπους για ένα κοινό σκοπό. Κάπου, σε ένα ραδιόφωνο, κάποιος πολιτικός ανακοίνωνε με περηφάνια ότι ευτυχώς δεν είχαμε θύματα σε αυτό τον σεισμό που με 6 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ και επίκεντρο λίγα χιλιόμετρα από την Αθήνα, καλά τα καταφέραμε.

Ο Γιάννης συνέχισε να βοηθά μέχρι αργά το βράδυ. Έγινε μάρτυρας της απώλειας 39 ανθρώπων μόνο στο σημείο που βρισκόταν επί συνόλου 145 ψυχών που χάθηκαν σε ολόκληρη την Αθήνα από τον σεισμό.
Τα μάτια του Γιάννη κατέγραψαν πολλά εκείνη την ημέρα.
Η ζωή του άλλαξε ολοκληρωτικά από εκεί και μετά.
Αυτά που είδε και έζησε τα έθαψε στα μεγαλύτερα βάθη του μυαλού του για να μην θυμάται και πονά.

Τουλάχιστον έτσι νόμιζε…

Ο Θεοχάρης έφτασε λαχανιασμένος στο γραφείο του. Περίεργο, γιατί αν και βρισκόταν στον έβδομο όροφο, το ασανσέρ ήταν ταχύτατο. Όπως και σήμερα.
Άνοιξε το μικρό ψυγείο και έβαλε ένα ποτήρι κρύο νερό. Μεγάλο ποτήρι. Το ήπιε μονορούφι. Το χαρακτηριστικό «ααααχ» από την απόλαυση της δροσιάς δεν τον εμπόδισε να γεμίσει το ποτήρι ξανά. Βημάτισε νευρικά, κάνοντας το γύρο του 6Χ6 δωματίου πριν αφήσει τον εαυτό του να σωριαστεί στην καρέκλα. Λάσκαρε τον κόμπο της γραβάτας του.
Διάολε… Αφού δεν είναι καραμπινάτο παράρτημα μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, αλλά ένα αόρατο κρυφό γραφείο, γιατί έπρεπε να έρχεται κουστουμαρισμένος και γραβατισμένος; Πώς να υποφέρει τον ντάλα καλοκαιριάτικο ήλιο της Αθήνας; Γιατί του φάνηκε τόσο δύσκολο να μάθει να δένει γραβατόκομπους;

Πάτησε την ενδο-επικοινωνία με το ένα χέρι, ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τον καφέ ντοσιέ μπροστά στο γραφείο του – τον έφερε προφανώς η γραμματέας του για υπογραφές.
– Όλγα, κανείς να μην με ενοχλήσει για την επόμενη μισή ώρα…
Δεν περίμενε ούτε το τυπικό «καλημέρα σας» από την διοπτροφορούσα Όλγα. Ώρες-ώρες του θύμιζε κουκουβάγια με τα χοντρά της γυαλιά, αλλά στη δουλειά της ήταν ένα άλλο πτηνό και μάλιστα αρπακτικό – αετός.
Στιγμιαία αναρωτήθηκε πώς να αισθανόταν η γραμματέας του μέσα στα – από τι ύφασμα να ήταν άραγε; – ταγιεράκια της, αλλά μόνο στιγμιαία.
«Για την επόμενη μισή ώρα…». Αναρωτήθηκε γιατί το είπε αυτό, αλλά δεν πρόλαβε να το σκεφτεί για πολύ. Το καφέ τηλέφωνο έκραξε τον χαρακτηριστικό ήχο κλήσης. Εντάξει, δεν ήταν Το Κόκκινο Τηλέφωνο, αλλά για τον Θεοχάρη, αυτός ο χαρακτηριστικός ήχος σήμαινε πραγματικά Κόκκινο Συναγερμό.
Αναστέναξε ξανά, πιο βαθιά αυτή τη φορά. Ξερόβηξε, έτοιμος να αλλάξει γλώσσα και να μιλήσει Αγγλικά. Αμερικάνικα μάλλον.
Ήταν το Αφεντικό. Κολοκύθια αφεντικό πρέπει να ήταν, αλλά ήταν ο μοναδικός με τον οποίο είχε επαφή – κανέναν άλλον δεν ήξερε. Ούτε καν μπορούσε να διαισθανθεί τη θέση του Αφεντικού του στην ιεραρχία της… της;
Ούτε για το όνομά του ήταν σίγουρος. Προφανώς δεν πίστεψε ποτέ ότι ένας τυχαίος Αμερικάνος θα μπορούσε να λέγεται κύριος… Σμιθ…

– Σας ακούω κύριε Σμιθ…
– Φυσικά και με ακούς… Τι κάνεις;
– Προσπαθώ να τα προλάβω όλα… Η κλήση σας δεν ήταν προγραμματισμένη. Υπάρχει κάτι επείγον;
– Εσύ θα μου πεις…

Με όλη την ισχύ του εγκεφάλου του που του είχε απομείνει διαθέσιμη, άνοιξε επιτέλους τον ντοσιέ μπροστά του και προσπάθησε να κατατοπιστεί. Να πάρει, δεν ήταν για υπογραφές…

– Κύριε Θεοχάρη, έχουμε ένα πολύ μεγάλο υποσταθμό πληροφοριών στην Ελλάδα. Όχι ότι δεν έχουμε αντίγραφα κι εδώ, αλλά σε περίπτωση που ανακαλυφθούμε θα μπορούσαμε να γίνουμε εύκολος στόχος… καταλαβαίνεις. Τουλάχιστον, ήμουν σίγουρος ότι στα μέρη σας, που ταλανίζονται από άλλα προβλήματα, δεν θα είχαμε κάποια… εχμ… διαρροή…
– Έχετε απόλυτο δίκιο κύριε Σμιθ. Ήταν μια στιγμιαία κατάρριψη του Τείχους Ασφαλείας, ξέρετε. Οι τεχνικοί μας προσπαθούν να βρουν την αιτία…
– Στιγμιαία… μάλιστα. Αντιλαμβάνεσθε πόσοι γιγατόνοι πληροφοριών μπορούν να διαρρεύσουν σε ένα τόσο τεράστιο χρονικό διάστημα, κύριε Θεοχάρη, έτσι δεν είναι;
– Βεβαίως, βεβαίως. Όμως, η πιθανότητα να δημοσιευτεί κάποιο βίντεο, να το δει ο «δημιουργός» του και να καταλάβει τι έγινε είναι μικρή… ασήμαντη… μηδενικής πιθανότητας.
– Χμμμ… το συμβάν έγινε σε ένα αρκετά γνωστό και κοσμοπολίτικο νησί, θα έλεγα. Κύριε Θεοχάρη, τι θα λέγατε για μια βολτούλα προς – πώς είπαμε το μέρος; – Ρόδο; Το καλοκαίρι σε εσάς δεν έχει περάσει ακόμα…
– Βεβαίως, κύριε Σμιθ, μια χαρά θα μου έρθει…
– Φυσικά, μην ξεχνάς τον χρυσό κανόνα. Ένας το πολύ φτάνει εκεί, ένας εξαφανίζεται από εκεί. Τουλάχιστον… Άλλωστε, θα είμαι κι εγώ εκεί, ίσως…
– Βεβαίως κύριε Σμιθ, το έχω εμπεδώσει αυτό.
– Πολύ ωραία. Καλή σου μέρα. Περιμένω νέα σου σε μια βδομάδα. Διαφορετικά, θα αναγκαστώ να αναλάβω δράση, οπότε καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;
– Βεβ…
– Καλή σου μέρα.

Κλικ…

– Ρε συ, δες αυτό το μήνυμα…
– Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορώ να το δω, ΤΩΡΑ !!! Δε βλέπεις που παιδεύομαι με το… με το βίντεο, πώς το λένε…
– Να σου το διαβάσω;
– Να μου το διαβάσεις…
– Γεια σας. Πολύ θα ήθελα να μάθω πώς βρέθηκε στα χέρια σας το συγκεκριμένο βίντεο. Είναι μια απολύτως προσωπική εμπειρία. Δεν με πειράζει η δημοσίευσή της, αλλά πραγματικά θα ήθελα να ξέρω πώς στο καλό «είδε» η κάμερα αυτό που είδαν τα ίδια μου τα μάτια. Δεν θέλω να καταφύγω σε ακρότητες (δικαιοσύνη), αλλά, πραγματικά, πριν αρχίσω και λύνω τον εγκέφαλό μου ψάχνοντας κάμερες και τσιπάκια, θα ήμουν υπόχρεος αν με διαφωτίζατε.
– Τι λέει, μωρέ, ο ροφός…
– Να σου διαβάσω κι αυτό: ΟΚ, παίδες, είμαι κλέφτης. Αλλά, πώς το καταφέρατε αυτό; Λεπτομέρειες που είδαν τα μάτια μου αλλά δεν έφτασαν στο κεφάλι μου. Θα έδινα το βασίλειό μου για το μυστικό, αλλά σιγά μη σας πω ποιος είμαι. Γι αυτό, το καλό που σας θέλω, σβήστε το βίντεο.
– Καλά…
– Τι «καλά»; Έχουμε μπλέξει. Ο ένας απειλεί με μήνυση και ο άλλος ένας θεός ξέρει με τι…
– Ποιος μας τα έστειλε αυτά;
– Το πρώτο, κάποιος Δούρειος Ίππος. Το άλλο… για στάσου… ακούς ένα σύρσιμο, έξω;

Τσαμπίκα [2/32]

ΤΣΑΜΠΙΚΑ  –2–

– Πωωω, ρε φίλε, δες τι πέρασε ο άνθρωπος…
– Σιγά τα αυγά…
– Μα, εδώ κόντεψε να σκοτωθεί.
– Μπορεί, αλλά η κάμερα είναι μέσα στο αμάξι. Ούτε ένα εξωτερικό πλάνο, κάποιο εφέ ρε αδελφέ… Και, στο κάτω-κάτω, έχει αυτό καμιά σχέση με το σάιτ μας;
– Έλα μωρέ τώρα, υλικό να έχουμε να δίνουμε. Στην αρχή είμαστε ακόμα.
– Δηλαδή, θα γίνει ποικίλης ύλης, τελικά;
– Να δούμε… ποιος το έστειλε;
– Ένας Δούρειος Ίππος…
– Μπα…

Αύγουστος 2014, Αττική, Εκάλη

Όλα ήταν τέλεια σχεδιασμένα. Μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Έμεναν μόνο τα διαδικαστικά. Καθώς οι ιδιοκτήτες έλειπαν, ήταν πανεύκολο γι αυτόν να μπει από την ορθάνοιχτη είσοδο της πολυκατοικίας και να παραβιάσει την εξώπορτα του διαμερίσματος. Τα κοσμήματα ήταν βεβαιωμένο ότι βρίσκονταν στο πατάρι. Μια μικρή σκάλα και – ας είναι καλά οι μικροί φακοί που δένονται στο μέτωπο – όλα εκτελέσθηκαν απόλυτα σωστά.

Επιτέλους, είχε πιάσει την καλή και δεν είχε αφήσει ίχνη. Ας ήταν καλά ο κολλητός που το έπαιζε μέντιουμ σε ηλικιωμένες κυρίες της περιοχής. Κι ας ήταν καλά η πεθερά του ιδιοκτήτη, που είχε την έμπνευση να ζητήσει τα φώτα του μέντιουμ.

Όλα τέλεια… εκτός από το φακελάκι που εισέβαλλε από τη χαραμάδα της δικιάς του πόρτας, δυο μέρες αργότερα. Περιείχε ένα ιδιόχειρο σημείωμα και ένα φλασάκι.

Το σημείωμα έγραφε:
«Θαρρώ πως τα μισά κλοπιμαία είναι αυτοδίκαια δικά μου. Για να μην βρεις μπελά, περίμενε νέο σημείωμα.»
Το φλασάκι περιείχε τη διάρρηξη, όπως  θα την κατέγραφαν… τα ίδια του τα μάτια

Ο κύριος Σμιθ μελετούσε τρία βίντεο…

Το πρώτο, ήταν ένας ασήμαντος διαρρήκτης, κάπου στην Ελλάδα. Κάτι έκλεψε, κάτι άρπαξε. Απλά, όταν γύρισε στο σπίτι του, έλαβε ένα εκβιαστικό σημείωμα.
Το δεύτερο, ήταν ένας απλός αστός, Έλληνας ξανά, που την έβγαζε συνεχώς στο μπαλκόνι του, χαζεύοντας την εκρηκτική γειτόνισσα της απέναντι πολυκατοικίας, μέσα από τα μισάνοιχτα, λόγω καλοκαιριού, παράθυρά της. Βέβαια, δεν έμενε αμέτοχη και αυτή. Η εμφάνισή της θα κόλαζε τον οποιοδήποτε. Ο «αμαρτωλός» γείτονας έλαβε ένα σημείωμα που του γνωστοποιούσε πως έπρεπε να πληρώσει ένα ποσό σε κάποιον για να μη μάθει η σύντροφός του τα καμώματά του. Αστεία πράγματα και συνηθισμένα.

Ο κύριος Σμιθ χαμογέλασε. Πολύ θα ήθελε να μελετήσει πιο διεξοδικά την εμφάνιση και κυρίως τις απίστευτες κινήσεις της κυρίας – εκεί είναι όλη η γοητεία μιας γυναίκας, η θεατρικότητά της όταν δεν την παρακολουθεί κανείς – αλλά δεν είχε καιρό. Αν δεν τα κατάφερνε, οι ώρες του ήταν μετρημένες.
Με τις κινήσεις που μόνο ένας χάκερ του υπόγειου ίντερνετ μπορεί να κάνει, εντόπισε σχεδόν αμέσως τον αποστολέα των χειρόγραφων μηνυμάτων. Ήταν απλό. Βρήκε ποιος «είδε» τα «βίντεο» και βρήκε άμεσα την πραγματική διεύθυνσή του.

Σήκωσε το τηλέφωνο, πληκτρολόγησε και…
«Ιαπετέ, δουλίτσα για σένα. Υπάρχει ρουφιάνος στη γειτονιά σου. Ο ###, που μένει στη διεύθυνση ###, παύει να υπάρχει από χθες. Κανόνισέ το μέχρι το μεσημέρι σας εκεί…»

Όμως, το τρίτο «βίντεο» ήταν διαφορετικό.
Αφενός, ήταν το πρώτο της διαρροής.
Αφετέρου, εντοπίστηκε δημόσια σε ένα ακίνδυνο σάιτ από ακίνδυνο επίσης αποστολέα.
Ένας ταλαίπωρος οδηγός ζει μια μικρή περιπέτεια με το αμάξι του και τελικά σώζει παρά τρίχα την ασήμαντη ζωή του, καθώς και των παιδιών του.
Απολύτως κανείς δεν θα είχε κίνητρο να δημοσιοποιήσει κάτι εντελώς αθώο…
Μια στιγμή… κι αν υπήρξε… διαρροή;
Ανατρίχιασε μόνο με την ιδέα. Αν όντως υπήρξε και το καταλάβαιναν οι ΑπόΠάνω, ήταν τελειωμένος.
Έπρεπε να δράσει άμεσα.
Από το παράθυρό του, έβλεπε μεγάλο μέρος της Νέας Υόρκης.
Είχε να πάει στην Ελλάδα τουλάχιστον δέκα χρόνια.
Μήπως θα ήταν απαραίτητο;
Μπα, τα στοιχεία θα εξαφανίζονταν με τον γνωστό και παραδοσιακό τρόπο…

Γενική ασφάλεια Αττικής

Ο Μάριος έφτασε έξω από το κτίριο της Γενικής διεύθυνσης στις 08:10.
Παρκάρισε και κλείδωσε τη μηχανή του-τι ειρωνεία να φοβάται με τόσους αστυνομικούς τριγύρω-
και κατευθύνθηκε στο μικρό καφέ της γωνίας.

-«Καλημέρα Σοφία», είπε μπαίνοντας στο γωνιακό μαγαζί, «όλα καλά»;
Πίσω από τον πάγκο μια σγουρομάλλα κυρία, πατημένα πενήντα , τον λοξοκοίταξε πριν του χαρίσει
ένα ολόφωτο, ζεστό χαμόγελο.
-«Καλώς τον κούκλο μου», του αποκρίθηκε,» μέρες έχω να σε δω. Που σε είχαν στείλει πάλι;» τον ρώτησε ενώ παράλληλα του ετοίμαζε τον διπλό, σκέτο espresso, όπως ήξερε ότι τον πίνει.
-«Πουθενά δεν με είχαν στείλει Σοφία», αποκρίθηκε ο Μάριος, «σπίτι ήμουν και δούλευα από εκεί.
Τρεις ημέρες μπροστά στον υπολογιστή, μου φύγανε τα μάτια. Τέλος πάντων», είπε και πήρε τον καφέ του, στη μιας χρήσης χαρτονένια συσκευασία, που τον περίμενε αχνιστός πάνω στον πάγκο.

Πλήρωσε και αφού δώρισε ένα πλατύ χαμόγελο στην φίλη του βγήκε από το μαγαζί και κατευθύνθηκε απέναντι, στην είσοδο του πολυώροφου κτιρίου. Εκεί αφού επανέλαβε την καθιερωμένη ρουτίνα της επίδειξης της αστυνομικής του κάρτας και αφού παρατήρησε για άλλη μια φορά τον σφιχτοδεμένο κότσο της Κυρίας Ερμιόνης στην υποδοχή του κτιρίου, κατευθύνθηκε στους ανελκυστήρες που μετά από δύο λεπτά τον μετέφεραν στον όγδοο όροφο. Πλησίασε την δεύτερη πόρτα δεξιά που σε μια ασημόχρυση ταμπέλα έγραφε «Ηλεκτρονικό έγκλημα-Γραφείο 4» και μπήκε μέσα.

Ο Μάριος Βαγιανός ήταν μόλις 27 ετών και η εξωτερική του εμφάνιση δεν θύμιζε σε τίποτα τον τυπικό Έλληνα αξιωματικό της αστυνομίας. Με γένια τριών και βάλε ημερών, με πλούσια ατημέλητα μαλλιά και ντύσιμο άνετο όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο της ηλικίας του, ο υπεύθυνος του γραφείου 4, δεν βοηθούσε κανέναν να καταλάβει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζε στην καταπολέμηση του σύγχρονου ηλεκτρονικού εγκλήματος.
Αριστούχος φοιτητής στο πανεπιστήμιο, στο τμήμα Μαθηματικών αλλά με άπειρες γνώσεις στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τις νέες τεχνολογίες, από τους ανθρώπους που το κράτος θέλει να βάλει στις τάξεις του παρά να τους αντιμετωπίζει απέναντι του.
Έτσι, παρά τον αντισυμβατικό του χαρακτήρα και συμπεριφορά ο Μάριος βρέθηκε στους κόλπους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τιμητικά διορίστηκε από το κράτος αξιωματικός στο τμήμα για την δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

Μπαίνοντας στο γραφείο του και χωρίς να σηκώσει τις γρίλιες από το παράθυρο, αφήνοντας τον χώρο σκοτεινό, χώθηκε βαθιά στην πολυθρόνα του γραφείου του. Στραγγίζοντας τον υπόλοιπο καφέ του, έμεινε να ατενίζει σκεπτικός τον απέναντι τοίχο. Μέρες τώρα, με πολύ προσωπική δουλεία ακόμα και από το σπίτι του τα τρία τελευταία εικοσιτετράωρα, προσπαθούσε να βρει μια λύση σε ένα γρίφο. Εντελώς τυχαία δέκα ημέρες πριν διαπίστωσε μεγάλη κινητικότητα δεδομένων στο internet από χιλιάδες απλά οικιακά pc σε μια συγκεκριμένη διεύθυνση που όμως δεν έδινε περισσότερα στοιχεία όπως την έδρα της αλλά και το είδος των αρχείων που λάμβανε. Το πιό περίεργο όμως ήταν ότι εμφάνιζε την όλη διαδικασία σε παρελθόντα χρόνο και συγκεκριμένα κάπου στην δεκαετία του ’70. Έξυσε το κεφάλι του παραξενεμένος ακόμα και τώρα που το ξανάφερε στο νου του.

Κάτι δεν του άρεσε καθόλου σε αυτή την υπόθεση.
Κάτι πήγαινε πολύ στραβά…

Ρόδος, Αύγουστος 30, 2014

– Πόσες φορές σου έχω πει να μην βλέπεις άλλα κι άλλα στο ίντερνετ;

Δεν έλειψε πάνω από τρία λεπτά και ο γιός του σέρφαρε κιόλας στο δίκτυο. Μάλλον, «σερφάρισμα» δεν ήταν η σωστή λέξη. «Λεηλασία πειρατών» θα ήταν πιο ακριβής όρος. Τα σημερινά παιδιά ρουφάνε σαν σφουγγάρι οποιαδήποτε πληροφορία βρουν εκεί. Σωστή ή λάθος, αληθινή ή ψεύτικη, έγκυρη ή πειραγμένη – λείπει η κρίση από τα μικρά, δυστυχώς.
Μάλλον έχουν δίκιο αυτοί που φωνάζουν για επιτήρηση, συνεχή έλεγχο των παιδιών. Αν και μικρός, ο οκτάχρονος γιος έδειχνε κιόλας σαφή εκτίμηση στις ξανθές γυναίκες με γαλανά μάτια – έτσι τουλάχιστον πρόδιδε το ιστορικό.
Τουλάχιστον, ήταν και η αδελφή του δίπλα του αυτή τη φορά.

– Μπαμπά, δεν έχεις δίκιο, δες τι βρήκαμε αυτή τη φορά, πληροφόρησε η κόρη.

Ο Μιχάλης δεν κοίταξε ακριβώς εκεί. Προτίμησε να δει ποιο σάιτ είχαν ανακαλύψει αυτή τη φορά τα παιδιά του. Η άτιμη η πρεσβυωπία δεν τον άφηνε να δει καθαρά και κλεφτά, ταυτόχρονα. Πρόλαβε μόνο να διαβάσει «βίντεο από την Ελλάδα» ή κάπως έτσι.

– Λοιπόν, μπαμπά, τι έχεις να πεις;
– Τι έχω να πω;
– Ωωωω, πάλι είσαι αφηρημένος. Βάλε το από την αρχή, Νάσο. ΕΔΩ να κοιτάς…

Τι να κάνει, το πήρε απόφαση ότι πρέπει να προσέξει…
– Αααα, τι ωραία, η Παναγιά η Τσαμπίκα. Πόσες φορές έχουμε περάσει από εκεί…
– Μπαμπά, ΑΥΤΟ έχεις μόνο να πεις;
– Ναι. Κι ότι μας θυμούνται κάθε καλοκαίρι, να έρθουν εδώ και να τραβήξουν κάτι για την τηλεόραση. Το χειμώνα, εμείς μεταξύ μας.
– Εδώ δεν είναι τηλεόραση. Για δες λίιιγο πιο προσεκτικά. Τι βλέπεις;
– Βλέπω… βλέπω… ΑΜΑΝ !!! Αυτό δεν είναι το αυτοκίνητό μας, από μέσα;
– Ε, τι σου λέμε τόση ώρα. Αιντέεεεεε…

Το θέμα είχε αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρον. Πολύ ενδιαφέρον.
Ο Μιχάλης ξαναέζησε ολόκληρη την εφιαλτική σκηνή, λεπτό προς λεπτό.
Ξαναείδε το χέρι του, καθώς προσπαθούσε με απόγνωση να ξαναβάλει μπροστά τη μηχανή.
Ξαναείδε τα πόδια του, καθώς πάλευαν απεγνωσμένα να κατεβάσουν τα πετάλια του φρένου και του συμπλέκτη.
Ξαναείδε, στο αριστερό μέρος της οθόνης, την φευγαλέα ματιά που έριξε στον αριστερό δρόμο της διασταύρωσης, ώστε να ξέρει αν όλα θα γίνονταν όπως τα υπολόγισε ή θα τέλειωναν όλα εκεί.
Ακόμα και την λεπτομέρεια που γύρισε πίσω να κοιτάξει πώς πάνε τα παιδιά και είδε ότι ο γιος του δεν είχε συναίσθηση του κινδύνου, καθώς κρατιόταν χαλαρά από το λουρί και χάζευε ανέμελα έξω.

– Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα, μπαμπά; ρώτησε ο γιος.
– Και πού ήταν η κάμερα και δεν την είδαμε; συμπλήρωσε η κόρη.
– Έχω να πω ότι… δεν είναι κάμερα αυτό.
Θεέ μου, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΚΑΜΕΡΑ!!! ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΔΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ !!!

[συνεχίζεται]

Όνειρα και ελπίδες

Κάποτε ένα μικρό αγόρι πήγε σχολείο.

Ενα πρωινό η δασκάλα είπε:
«Σήμερα θα κάνουμε μια ζωγραφιά.»

«Τέλεια !» σκέφτηκε το μικρό αγόρι.
Του άρεσε να ζωγραφίζει όλα τα είδη !
Λιοντάρια και τίγρεις,
Κοτόπουλα και αγελάδες,
Τρένα και βάρκες.

Και έβγαλε το κουτί του με τα κραγιόνια
Και άρχισε να σχεδιάζει.

Αλλά η δασκάλα είπε: «Περιμένετε!»
«Δεν είναι ώρα να αρχίσουμε,ακόμη !»

Και περίμενε μέχρι όλοι να έδειχναν έτοιμοι.

«Τώρα,» είπε η δασκάλα ,
«Θα κάνουμε λουλούδια».

«Τέλεια !» σκέφτηκε το μικρό αγόρι,
Του άρεσε να κάνει όμορφα λουλούδια
Με ροζ, πορτοκαλί και μπλε κραγιόνια.

Αλλά η δασκάλα είπε:
«Περιμένετε!» «Και θα σας δείξω πώς.»
Και ήταν κόκκινο, με ένα πράσινο στέλεχος.

«Ορίστε» είπε η δασκάλα ,
«Τώρα μπορείτε να αρχίσετε.»

Το μικρό αγόρι κοίταξε το λουλούδι της δασκάλας του
Στη συνέχεια κοίταξε το δικό του λουλούδι.
Του άρεσε το λουλούδι του καλύτερα από της δασκάλας
Αλλά δεν το είπε .

Γύρισε το χαρτί του από την άλλη πλευρά ,
Και έκανε ένα λουλούδι σαν της δασκάλας .
Ήταν κόκκινο, με ένα πράσινο στέλεχος.

Μια άλλη μέρα η δασκάλα είπε:
«Σήμερα θα κάνουμε κάτι με πηλό».

«Τέλεια !» σκέφτηκε το μικρό αγόρι
Του άρεσε ο πηλός.
Θα μπορούσε να κάνει πόσα πράγματα με πηλό:
Φίδια και χιονάνθρωπους ,
Ελέφαντες και ποντίκια,
Αυτοκίνητα και φορτηγά
Και άρχισε να πλάθει το κομμάτι του πηλού του .

Αλλά η δασκάλα είπε: «Περιμένετε!»
«Δεν είναι ώρα να αρχίσουμε,ακόμη !»

Και περίμενε μέχρι όλοι να δείχνουν έτοιμοι.

«Τώρα,» είπε η δασκάλα ,
«Θα κάνουμε ένα πιάτο.»

«Τέλεια !» σκέφτηκε το μικρό αγόρι,
Του άρεσε να κάνει πιάτα.
Και άρχισε να κάνει μερικά
Σε όλα τα σχήματα και τα μεγέθη.

Αλλά η δασκάλα είπε
«Περιμένετε!» «Και θα σας δείξω πώς.»
Και έδειξε σε όλους πώς να κάνουν
Ένα βαθύ πιάτο.
«Ορίστε ,» είπε η δασκάλα ,
«Τώρα μπορείτε να αρχίσετε.»

Το μικρό αγόρι κοίταξε το πιάτο της δασκάλας .
Στη συνέχεια κοίταξε το δικό του.
Του άρεσε καλύτερα από της δασκάλας
Αλλά δεν το είπε .

Μετέτρεψε το πηλό του σε μια μεγάλη μπάλα ξανά
Και έκανε ένα πιάτο σαν της δασκάλας .
Ήταν ένα βαθύ πιάτο.

Και πολύ σύντομα
Το μικρό αγόρι έμαθε να περιμένει,
Και να παρακολουθεί
Και να κάνει τα πράγματα ακριβώς όπως η δασκάλα .

Και πολύ σύντομα
Δεν έκανε πια τα δικά του πράγματα.
Τότε συνέβη …

Αυτό το μικρό αγόρι και η οικογένειά του
Μετακόμισε σε άλλο σπίτι,
Σε μια άλλη πόλη,
Και το μικρό αγόρι
Έπρεπε να πάει σε άλλο σχολείο.

Η δασκάλα είπε:
«Σήμερα θα κάνουμε μια ζωγραφιά .»
«Τέλεια !» σκέφτηκε το μικρό αγόρι.
Και περίμενε την δασκάλα
Για να του πει τι να κάνει.
Αλλά η δασκάλα δεν είπε τίποτα.
Περπατούσε στο δωμάτιο.

Όταν έφτασε στο μικρό αγόρι
Ρώτησε,
«Δεν θέλεις να κάνεις μια ζωγραφιά ;»
«Ναι», είπε το μικρό αγόρι.
«Τι θα κάνουμε;»
«Δεν το ξέρω αυτό μέχρι να το κάνεις «, είπε η δασκάλα .
«Πώς θα το κάνω;» ρώτησε το μικρό αγόρι.
«Γιατί ρωτάς ;Όπως θες! «, είπε η δασκάλα .
«Και σε οποιοδήποτε χρώμα;» ρώτησε το μικρό αγόρι. «Οποιοδήποτε χρώμα,» είπε η δασκάλα .

Και άρχισε να κάνει ένα κόκκινο λουλούδι με ένα πράσινο στέλεχος.

Politism;ow T;ypoy 1

Από την ομάδα Διαπροσωπικές Σχέσεις
Πηγή αρχικού κειμένου: https://www.facebook.com/brighterschooling/posts/1218302821672970

Τσαμπίκα [1/32]

ΤΣΑΜΠΙΚΑ  –1–

Ρόδος, 2 Αυγούστου 2014.

Ημέρα Σάββατο. Κι όταν κάποιος έχει δυο μικρά παιδιά, αυτά θυμούνται, τέτοια μέρα, τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό. Δηλαδή, την όμορφη θάλασσα θυμούνται, που βρίσκεται ένα βήμα ακριβώς από την ξύλινη μικρή παράγκα. Τα παιχνίδια στην άμμο νοσταλγούν, το δροσερό αεράκι μόλις ο Ήλιος βρεθεί πίσω από τα βουνά. Τις λιχουδιές μυρίζονται, όχι μόνο της γιαγιάς, αλλά και αυτές που βρίσκονται 500 μέτρα πιο κει, στο Χαράκι, έναν οικισμό που φτιάχτηκε για να αγκαλιάσει το κύμα, το σάλεμα της ουράς της θάλασσας.

Στον Μιχάλη άρεσαν άλλα πράγματα. Το σπουδαιότερο ήταν η νύχτα. Είχε βρει μια θέση εκεί, ανάμεσα σε κάτι δέντρα που έκρυβαν το διπλανό φωτισμένο κάστρο. Ένα παλιό πολυβολείο ήταν αυτοσχέδιος λόφος που έκρυβε το δεύτερο και τελευταίο φωτεινό σημείο της Γης, την Ακρόπολη της Λίνδου. Μισός καθισμένος μισός ξαπλωμένος, κάρφωνε τα μάτια του στον ουρανό.

Μυστήριο πράγμα ο νυχτερινός ουρανός. Αν μείνεις συγκεντρωμένος και τον κοιτάς για λίγο, σου φανερώνει κι άλλα μυστικά. Φανερώνει όλο και περισσότερα αστέρια. Φανερώνει το ποταμάκι του Γαλαξία, την άλω. Κι αν έχεις λίγη υπομονή παραπάνω, βλέπεις τα αστέρια να κουνιούνται κι ίσως και να χορεύουν, όχι με διαταγές δικές σου, αλλά με κινήσεις αυθόρμητες, εκπορευόμενες από εκείνα, αφιερωμένες μόνο σε σένα.

Αυτά πριν την κρίση. Γιατί τώρα, ο Μιχάλης κοίταξε τον δείκτη της βενζίνης. Δεν θα έφτανε. Το αυτοκίνητο είχε σβήσει μια-δυο φορές και ο μηχανικός του είχε πει ότι μάλλον η βενζίνη δεν ήταν καλής ποιότητας. Αναστέναξε. Θα έβαζε βενζίνη από αλλού, λοιπόν.
– Να πάρουμε και ένα γαλάκτωμα για τα μαλλιά, είπε η κόρη του, η Βάλια.
Μάλιστα. Απρόβλεπτο έξοδο. Αναρωτιόταν πώς θα τα έβγαζε πέρα αυτόν τον μήνα.
Κοίταξε την κόρη του. Είχε μεγαλώσει πολύ, στα μάτια του τουλάχιστον, αν και ήταν μόλις 10 χρονών.
Στο πρώτο παιδί δεν μπορείς να αρνηθείς τίποτα, τελικά, έστω κι αν ζητά και ορισμένη μάρκα.

Το δρομολόγιο δεν ξεκίνησε καλά, καθώς, σε μια προσπάθεια να αλλάξει μπαταρία στην ατμοπίπα του, το καπάκι της έπεσε και χώθηκε κάπου μεταξύ χειρόφρενου και κιβωτίου ταχυτήτων. Εκνευρίστηκε, αλλά θα το έβρισκε στο τέλος της διαδρομής. Έγινε η αγορά, μπήκε και η βενζίνη και το ταξίδι συνεχίστηκε χωρίς απρόοπτα. Άλλωστε, η διαδρομή ήταν απλή: ακολουθείς την εθνική οδό μέχρι να φτάσεις στο χωριό. Ο δρόμος είχε διαπλατυνθεί πρόσφατα, αν και οι εργασίες κράτησαν πολύ καιρό. Είχαν ξεκινήσει μόλις είχε γεννηθεί η κόρη του.
Ο Μιχάλης αναρωτήθηκε αν έχει κάνει τη διαδρομή πάνω ή κάτω από χίλιες φορές. Υπολόγισε, χοντρικά, ότι έπρεπε να είναι κάπου τόσες.

Ήρθε η στιγμή που δεν περίμενε. Μια στιγμή που, χωρίς να καταλάβει το γιατί, ένοιωσε κάτι μέσα στο μυαλό του. Το κάτι έδωσε εντολή στο κεφάλι του να γυρίσει το βλέμμα δεξιά. Το θεώρησε περιττό. Εκείνη τη στιγμή πρόσεχε την οδήγηση, καθώς βρίσκονταν σε μια ανηφόρα με στροφές. Που σημαίνει, ότι βρίσκονταν ακριβώς έξω από τη Μονή της Παναγιάς Τσαμπίκας.
Ακολουθούσε μια τεράστια κατηφόρα, κατάλληλη για μεγάλες ταχύτητες που περνούσε από μια πολύ απότομη στροφή, όπου πολλοί άνθρωποι είχαν χαθεί από απροσεξία, για να καταλήξει στη διασταύρωση Χαράκι – Μαλώνας, που επίσης ανέφερε δεκάδες νεκρούς. Μάλιστα, εδώ και ένα μήνα είχε φτιαχτεί ένα στρογγυλό που έδειχνε σε όλους STOP. Μετά, δυο χιλιόμετρα ίσιος δρόμος και ο προορισμός τους περίμενε.

Ασυναίσθητα, έκανε το σταυρό του. Ήταν η πρώτη φορά που συνέλαβε τον εαυτό του να το κάνει. Και το έκανε τη χιλιοστή – ίσως – φορά που περνούσε από εκεί.
Δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να οδηγά.
– Μπαμπά, η Βάλια δεν έκανε το σταυρό της, τον απέσπασε ο οκτάχρονος γιος, ο Νάσος.
– Δεν πειράζει, παιδί μου, δεν είναι υποχρεωτικό. Μπορεί να τον έκανε από μέσα της.

– Μπαμπά, υπάρχει Θεός;
Πράγματι, η κόρη του είχε μεγαλώσει. Το θέμα «Θεός» είχε χρόνια να τον απασχολήσει. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν υπήρχε Θεός ήθελε να μείνει κρυφός, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί. Αν πάλι δεν υπήρχε, πάλι δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί, όσο κι αν έψαχνε κάποιος.
Θεωρούσε ανόητους τους ανθρώπους των δύο άκρων. Και αυτούς που προσκυνούσαν και μονολογούσαν – ο φόβος του θανάτου; – και αυτούς που με άνεση δήλωναν άθεοι και άφοβοι.
Δεν απάντησε στην κόρη του. Φαινόμενο συνηθισμένο. Όταν ο μπαμπάς οδηγά, σημαίνει ότι οδηγά.

Και τότε, έσβησε η μηχανή. Στην αρχή της μεγάλης κατηφόρας…

Ο μηχανικός είχε μαρσάρει λίγο όταν την ξανάνοιξε και μάλλον το σκουπιδάκι απομακρύνθηκε τότε, αφού στη συνέχεια όλα λειτουργούσαν κανονικά.
Όμως τώρα η μηχανή δεν άναβε. Έκανε κάτι εκνευριστικά «χρρρρ… χρρρρ» σαν να είχε τελειώσει η μπαταρία. Συγχρόνως, το αμάξι είχε αναπτύξει ταχύτητα λόγω της κατηφόρας και η απόσταση από το προπορευόμενο όχημα μειωνόταν ανησυχητικά…
Ο Μιχάλης σκέφτηκε να πατήσει τα φρένα. Όμως, αυτά είχαν σκληρύνει και δεν ανταποκρίνονταν.
Αργότερα θα του έλεγαν κάτι για νεκρά και κάτι για χειρόφρενο.
Αλλά, εκείνη την ώρα, τέτοια ώρα τέτοια λόγια…
Η αλήθεια είναι ότι το χειρόφρενο το σκέφτηκε κι εκείνος.
Είχε ακούσει ότι αν το τραβήξεις απότομα… θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνεις.
Είχε ακούσει ότι αν το ανεβάσεις σιγά-σιγά μάλλον το αυτοκίνητο σταματά.
Αλλά δεν ήταν ώρα για πειράματα. Δεν μπορούσε να το ρισκάρει με τα παιδιά πίσω.

Συνειδητοποίησε με φρίκη ότι έφταναν στη μεγάλη διασταύρωση έξω από το χωριό Μαλώνα, όπου υπήρχε STOP στην κατεύθυνσή του. Η ταχύτητα ολοένα και μεγάλωνε…
Πληροφόρησε τα παιδιά για το πρόβλημα και τους είπε να πάρουν θέσεις ανάλογες με αυτές της αναγκαστικής προσγείωσης και να κρατηθούν σφιχτά. Μάλλον δεν είχαν καταλάβει και πολλά, γιατί δευτερόλεπτα αργότερα γύρισε πίσω να κοιτάξει και είδε ότι ο μικρός Νάσος απλά κρατούσε τη λαβή πάνω από το παράθυρο, ενώ είχε κατεβάσει και το τζάμι ώστε να τον δροσίζει ο αέρας στο πρόσωπο.

Είχε λίγα δευτερόλεπτα πριν τη διασταύρωση. Σκέφτηκε…
Μοναδική ελπίδα ήταν να μην περνά κάποιος στην κάθετη λωρίδα. Αν περνούσε, θα του έκανε νόημα με τα χέρια, καθώς ούτε η κόρνα ήταν σε λειτουργία. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα έστριβε δεξιά και κάπου – σε κάποια ανωμαλία του δρόμου – θα κατάφερνε να σταματήσει το όχημα.
Επιλογές δεν υπήρχαν άλλες. Το κοντέρ έδειχνε 140…

Η στιγμή ερχόταν. Με την άκρη του ματιού είδε ότι δεν θα συναντούσε κάποιον άτυχο.
Πρόσταξε τα παιδιά να κρατηθούν ακόμα πιο σφιχτά ενώ – μηχανικά – άναψε το φλας για δεξιά στροφή. Αμ δε… ούτε αυτό λειτουργούσε.
Η στροφή έγινε με 110. Έπιασε το αντίθετο ρεύμα του έρημου – ευτυχώς – δρόμου. Ξαναγύρισε στο δικό του μέρος του δρόμου και ακόμα πιο δεξιά, ανάμεσα σε πέτρες μέσα σε ένα χωραφάκι στο επίπεδο του δρόμου. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα ήρθε το πολυπόθητο σταμάτημα.

Ο Μιχάλης άφησε το τιμόνι και κατάλαβε ότι τα χέρια του έτρεμαν. Βγήκε έξω, ανάσανε βαθιά, έκλαψε, ευχαρίστησε την Παναγία. Βρήκε το καπάκι της ηλεκτρονικής του πίπας, τράβηξε δυο βαθιές τζούρες  και άναψε τη μηχανή.
Είχαν μείνει πια 2 χιλιόμετρα ίσιου δρόμου.
– Δεν πας καλά που ξαναξεκινάς, τον παρατήρησε η Βάλια.

Μετά από λίγες ώρες είχε συνέλθει κάπως. Οι σκέψεις ωρίμασαν στο μυαλό του.
Πώς η απόσταση από το μπροστινό αμάξι δεν μειωνόταν;
Πώς το τιμόνι ήταν το μόνο που μπορούσε να χειριστεί;
Πώς τα 140 χιλιόμετρα την ώρα έγιναν 110 πάνω στη στροφή, αντί να αυξηθούν κι άλλο;
Γιατί αυτός και τα παιδιά ήταν οι τυχεροί ενώ κάποιοι άλλοι όχι;

Από εκείνη την ημέρα, πολλά άλλαξαν μέσα του…
Πρώτα από όλα, το πώς έβλεπε τον εαυτό του. Ένα τίποτα, όπως την ώρα που σωριαζόταν μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης της πιο κοντινής εκκλησίας, γεμάτος δέος.
Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να ξαναζήσει την ένταση εκείνης της στιγμής.

[συνεχίζεται…]

Μια σταγόνα κύλησε πάνω στο φύλλο και έπεσε στην μάνα γη τερματίζοντας το μακρινό της ταξίδι. 

Όταν ξεκίνησε ήταν σύννεφο γκρίζο και αγριεμένο που χορεύοντας ένα σκληρό βαλς με τον άνεμο κοίταζε υπεροπτικά 
τον κόσμο μας. Αγνάντεψε τα φαλακρά βουνά, μισοφαγωμένα από την φωτιά και την ανθρώπινη κουταμάρα. 

Έψαξε άδικα για λίγο πράσινο μέσα στον γκρίζο ορίζοντα των τσιμεντένιων οικοδομημάτων, αυτό το συνονθύλευμα σάρκας, 
γυαλιού και πλαστικού που κάποιοι ονόμασαν «πόλη». Αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν μέσα σε αυτά τα τέρατα, τα βράδια 
κάποιοι να ονειρεύονται;
Πως είναι δυνατόν στα κάστρα ετούτα της απομόνωσης, τα άδολα μάτια των παιδιών να γεμίζουν εικόνες και χρώματα; 

Πριν γίνει βροχή, το συννεφάκι μας αναζήτησε τον Ήλιο, το ζεστό χαμόγελο του Θεού για το δημιούργημα του, που με τόση υπομονή 
κι αγάπη έπλασε. 
Τίποτα. 
Σκοτάδι γεννημένο πρόωρα από την άβυσσο της ημιμάθειας κι αμετροέπειας. 
Σκοτάδι και παγωνιά. Άρωμα μοναξιάς που τύλιξε τις ψυχές με τις αλυσίδες του χρόνου και τις αιχμαλώτισε μέσα σε πανάκριβες οθόνες. 
Εικονικός κόσμος βυθισμένος σε πλαστή ευδαιμονία, στριμωγμένος στην πρώτη σειρά των θέσεων για να παρακολουθήσει έναν θίασο με κίβδηλους πρωταγωνιστές, σε δολερούς ρόλους. Τα τραύματα όμως είναι αληθινά κι όταν παγώσουν πονάνε πολύ. 

Άλλη μια ριπή του ανέμου που λυσσομανά μεταμόρφωσε το σύννεφο σε ένα μωσαϊκό από άπειρα δάκρυα, τα δάκρυα του ουρανού για την ανθρωπότητα. 
Αρκούν όμως για να ξεπλύνουν τόσο αίμα; 
Φτάνουν για να καταλαγιάσουν τόσο θυμό από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο;

Yιοθετεί όσα καρκινοπαθή παιδιά εγκαταλείπουν στα νοσοκομεία οι γονείς τους

Ονομάζεται Mohamed Bzeek (Mπζικ). Όποιο παιδάκι μπήκε στο σπίτι του, πέθανε. «Ο αληταράς», «ο μπιπ», «ο έτσι» θα σκεφτεί κανείς, πριν ακούσει την ιστορία του. Και όμως…

γράφει ο Athanasios Kletsas 

Στα 62 του διαγνώστηκε με καρκίνο του εντέρου. Πολέμησε την κακιά αρρώστια, πάλεψε με τις πιθανότητες και -ω του θαύματος- βγήκε νικητής..!!! Έγινε εντελώς καλά αβοήθητος -η γυναίκα του είχε ήδη πεθάνει κι ο γιος του έχει κάποιου είδους σοβαρή αναπηρία.

Στο νοσοκομείο, που βρισκόταν, διαπίστωσε ότι πολλά παιδάκια στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου αφήνονταν απ’ τους γονείς τους να πεθάνουν κυριολεκτικά μόνα τους. Ήταν μια αλήθεια, που τον εξέπληξε και ταυτόχρονα τον πείσμωσε.

Μόλις έδιωξε από πάνω του και τα τελευταία σημάδια της νόσου, αποφάσισε το απίστευτο: να υιοθετήσει όσα παιδιά εγκαταλείπονται στα νοσοκομεία από τους γονείς τους αβοήθητα, για να πεθάνουν μόνα τους. Και το έκανε αφειδώς.

Έως τώρα έχουν πεθάνει στην μεγάλη του αγκαλιά 10 παιδιά. Δέκα εγκαταλελειμμένες παιδικές ψυχές, πριν αφήσουν το θνητό και σακατεμένο απ’ την αρρώστια κορμάκι που τους έλαχε, ένιωσαν ζεστασιά και απέραντη αγάπη.

Δέκα παιδικά, φαλακρά απ’ τις χημειοθεραπείες, κεφαλάκια ένιωσαν ένα τρυφερό χάδι, αντί για το ψυχρό μαξιλάρι του νοσοκομείου.

Δέκα παιδικά ζευγάρια μάτια -πριν δουν τον κόσμο- είδαν το τρυφερό πρόσωπο της ανιδιοτελούς Αγάπης και έκλεισαν από κάποιο υγρό απ’ τα δάκρυα χέρι.

Δεν ξέρεις τι να πρωτοσκεφτείς για τη Μοίρα αυτών των παιδιών. Το ότι φεύγουν πρόωρα από καρκίνο ή ότι τα παρατάνε οι γονείς τους στο τελευταίο στάδιο της αρρώστιας. Η μόνη Σταθερά σ’ αυτή την ιστορία είναι η αγάπη αυτού του Ανθρώπου.

Σε μια εποχή, όπου ο κάθε ένας θαυμάζεται σαν είδωλο και ο κάθε τραγουδιστής/ηθοποιός προκαλεί φρενίτιδα, υπάρχουν περιπτώσεις που σε κάνουν να αναθεωρείς το ύψος του πήχη στο αξιακό σου σύστημα, να αναθεωρήσεις το ποιόν της έννοιας Άνθρωπος.

Δεν θα τον δείξουν τα κανάλια, θα έχει περάσει στα ψιλά γράμματα των ειδήσεων, οι περισσότεροι θ’ αδιαφορήσουν ακόμα και για την ανάρτηση αυτή -εφόσον δεν υπάρχει σέλφι ή ήλιος και θάλασσα, αλλά αυτός θα συνεχίσει να βοηθά αγγέλους και να εμπνέει ανθρωπιά.

 

amea-care.gr