Τσαμπίκα [1/32]

ΤΣΑΜΠΙΚΑ  –1–

Ρόδος, 2 Αυγούστου 2014.

Ημέρα Σάββατο. Κι όταν κάποιος έχει δυο μικρά παιδιά, αυτά θυμούνται, τέτοια μέρα, τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό. Δηλαδή, την όμορφη θάλασσα θυμούνται, που βρίσκεται ένα βήμα ακριβώς από την ξύλινη μικρή παράγκα. Τα παιχνίδια στην άμμο νοσταλγούν, το δροσερό αεράκι μόλις ο Ήλιος βρεθεί πίσω από τα βουνά. Τις λιχουδιές μυρίζονται, όχι μόνο της γιαγιάς, αλλά και αυτές που βρίσκονται 500 μέτρα πιο κει, στο Χαράκι, έναν οικισμό που φτιάχτηκε για να αγκαλιάσει το κύμα, το σάλεμα της ουράς της θάλασσας.

Στον Μιχάλη άρεσαν άλλα πράγματα. Το σπουδαιότερο ήταν η νύχτα. Είχε βρει μια θέση εκεί, ανάμεσα σε κάτι δέντρα που έκρυβαν το διπλανό φωτισμένο κάστρο. Ένα παλιό πολυβολείο ήταν αυτοσχέδιος λόφος που έκρυβε το δεύτερο και τελευταίο φωτεινό σημείο της Γης, την Ακρόπολη της Λίνδου. Μισός καθισμένος μισός ξαπλωμένος, κάρφωνε τα μάτια του στον ουρανό.

Μυστήριο πράγμα ο νυχτερινός ουρανός. Αν μείνεις συγκεντρωμένος και τον κοιτάς για λίγο, σου φανερώνει κι άλλα μυστικά. Φανερώνει όλο και περισσότερα αστέρια. Φανερώνει το ποταμάκι του Γαλαξία, την άλω. Κι αν έχεις λίγη υπομονή παραπάνω, βλέπεις τα αστέρια να κουνιούνται κι ίσως και να χορεύουν, όχι με διαταγές δικές σου, αλλά με κινήσεις αυθόρμητες, εκπορευόμενες από εκείνα, αφιερωμένες μόνο σε σένα.

Αυτά πριν την κρίση. Γιατί τώρα, ο Μιχάλης κοίταξε τον δείκτη της βενζίνης. Δεν θα έφτανε. Το αυτοκίνητο είχε σβήσει μια-δυο φορές και ο μηχανικός του είχε πει ότι μάλλον η βενζίνη δεν ήταν καλής ποιότητας. Αναστέναξε. Θα έβαζε βενζίνη από αλλού, λοιπόν.
– Να πάρουμε και ένα γαλάκτωμα για τα μαλλιά, είπε η κόρη του, η Βάλια.
Μάλιστα. Απρόβλεπτο έξοδο. Αναρωτιόταν πώς θα τα έβγαζε πέρα αυτόν τον μήνα.
Κοίταξε την κόρη του. Είχε μεγαλώσει πολύ, στα μάτια του τουλάχιστον, αν και ήταν μόλις 10 χρονών.
Στο πρώτο παιδί δεν μπορείς να αρνηθείς τίποτα, τελικά, έστω κι αν ζητά και ορισμένη μάρκα.

Το δρομολόγιο δεν ξεκίνησε καλά, καθώς, σε μια προσπάθεια να αλλάξει μπαταρία στην ατμοπίπα του, το καπάκι της έπεσε και χώθηκε κάπου μεταξύ χειρόφρενου και κιβωτίου ταχυτήτων. Εκνευρίστηκε, αλλά θα το έβρισκε στο τέλος της διαδρομής. Έγινε η αγορά, μπήκε και η βενζίνη και το ταξίδι συνεχίστηκε χωρίς απρόοπτα. Άλλωστε, η διαδρομή ήταν απλή: ακολουθείς την εθνική οδό μέχρι να φτάσεις στο χωριό. Ο δρόμος είχε διαπλατυνθεί πρόσφατα, αν και οι εργασίες κράτησαν πολύ καιρό. Είχαν ξεκινήσει μόλις είχε γεννηθεί η κόρη του.
Ο Μιχάλης αναρωτήθηκε αν έχει κάνει τη διαδρομή πάνω ή κάτω από χίλιες φορές. Υπολόγισε, χοντρικά, ότι έπρεπε να είναι κάπου τόσες.

Ήρθε η στιγμή που δεν περίμενε. Μια στιγμή που, χωρίς να καταλάβει το γιατί, ένοιωσε κάτι μέσα στο μυαλό του. Το κάτι έδωσε εντολή στο κεφάλι του να γυρίσει το βλέμμα δεξιά. Το θεώρησε περιττό. Εκείνη τη στιγμή πρόσεχε την οδήγηση, καθώς βρίσκονταν σε μια ανηφόρα με στροφές. Που σημαίνει, ότι βρίσκονταν ακριβώς έξω από τη Μονή της Παναγιάς Τσαμπίκας.
Ακολουθούσε μια τεράστια κατηφόρα, κατάλληλη για μεγάλες ταχύτητες που περνούσε από μια πολύ απότομη στροφή, όπου πολλοί άνθρωποι είχαν χαθεί από απροσεξία, για να καταλήξει στη διασταύρωση Χαράκι – Μαλώνας, που επίσης ανέφερε δεκάδες νεκρούς. Μάλιστα, εδώ και ένα μήνα είχε φτιαχτεί ένα στρογγυλό που έδειχνε σε όλους STOP. Μετά, δυο χιλιόμετρα ίσιος δρόμος και ο προορισμός τους περίμενε.

Ασυναίσθητα, έκανε το σταυρό του. Ήταν η πρώτη φορά που συνέλαβε τον εαυτό του να το κάνει. Και το έκανε τη χιλιοστή – ίσως – φορά που περνούσε από εκεί.
Δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να οδηγά.
– Μπαμπά, η Βάλια δεν έκανε το σταυρό της, τον απέσπασε ο οκτάχρονος γιος, ο Νάσος.
– Δεν πειράζει, παιδί μου, δεν είναι υποχρεωτικό. Μπορεί να τον έκανε από μέσα της.

– Μπαμπά, υπάρχει Θεός;
Πράγματι, η κόρη του είχε μεγαλώσει. Το θέμα «Θεός» είχε χρόνια να τον απασχολήσει. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν υπήρχε Θεός ήθελε να μείνει κρυφός, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί. Αν πάλι δεν υπήρχε, πάλι δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί, όσο κι αν έψαχνε κάποιος.
Θεωρούσε ανόητους τους ανθρώπους των δύο άκρων. Και αυτούς που προσκυνούσαν και μονολογούσαν – ο φόβος του θανάτου; – και αυτούς που με άνεση δήλωναν άθεοι και άφοβοι.
Δεν απάντησε στην κόρη του. Φαινόμενο συνηθισμένο. Όταν ο μπαμπάς οδηγά, σημαίνει ότι οδηγά.

Και τότε, έσβησε η μηχανή. Στην αρχή της μεγάλης κατηφόρας…

Ο μηχανικός είχε μαρσάρει λίγο όταν την ξανάνοιξε και μάλλον το σκουπιδάκι απομακρύνθηκε τότε, αφού στη συνέχεια όλα λειτουργούσαν κανονικά.
Όμως τώρα η μηχανή δεν άναβε. Έκανε κάτι εκνευριστικά «χρρρρ… χρρρρ» σαν να είχε τελειώσει η μπαταρία. Συγχρόνως, το αμάξι είχε αναπτύξει ταχύτητα λόγω της κατηφόρας και η απόσταση από το προπορευόμενο όχημα μειωνόταν ανησυχητικά…
Ο Μιχάλης σκέφτηκε να πατήσει τα φρένα. Όμως, αυτά είχαν σκληρύνει και δεν ανταποκρίνονταν.
Αργότερα θα του έλεγαν κάτι για νεκρά και κάτι για χειρόφρενο.
Αλλά, εκείνη την ώρα, τέτοια ώρα τέτοια λόγια…
Η αλήθεια είναι ότι το χειρόφρενο το σκέφτηκε κι εκείνος.
Είχε ακούσει ότι αν το τραβήξεις απότομα… θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνεις.
Είχε ακούσει ότι αν το ανεβάσεις σιγά-σιγά μάλλον το αυτοκίνητο σταματά.
Αλλά δεν ήταν ώρα για πειράματα. Δεν μπορούσε να το ρισκάρει με τα παιδιά πίσω.

Συνειδητοποίησε με φρίκη ότι έφταναν στη μεγάλη διασταύρωση έξω από το χωριό Μαλώνα, όπου υπήρχε STOP στην κατεύθυνσή του. Η ταχύτητα ολοένα και μεγάλωνε…
Πληροφόρησε τα παιδιά για το πρόβλημα και τους είπε να πάρουν θέσεις ανάλογες με αυτές της αναγκαστικής προσγείωσης και να κρατηθούν σφιχτά. Μάλλον δεν είχαν καταλάβει και πολλά, γιατί δευτερόλεπτα αργότερα γύρισε πίσω να κοιτάξει και είδε ότι ο μικρός Νάσος απλά κρατούσε τη λαβή πάνω από το παράθυρο, ενώ είχε κατεβάσει και το τζάμι ώστε να τον δροσίζει ο αέρας στο πρόσωπο.

Είχε λίγα δευτερόλεπτα πριν τη διασταύρωση. Σκέφτηκε…
Μοναδική ελπίδα ήταν να μην περνά κάποιος στην κάθετη λωρίδα. Αν περνούσε, θα του έκανε νόημα με τα χέρια, καθώς ούτε η κόρνα ήταν σε λειτουργία. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα έστριβε δεξιά και κάπου – σε κάποια ανωμαλία του δρόμου – θα κατάφερνε να σταματήσει το όχημα.
Επιλογές δεν υπήρχαν άλλες. Το κοντέρ έδειχνε 140…

Η στιγμή ερχόταν. Με την άκρη του ματιού είδε ότι δεν θα συναντούσε κάποιον άτυχο.
Πρόσταξε τα παιδιά να κρατηθούν ακόμα πιο σφιχτά ενώ – μηχανικά – άναψε το φλας για δεξιά στροφή. Αμ δε… ούτε αυτό λειτουργούσε.
Η στροφή έγινε με 110. Έπιασε το αντίθετο ρεύμα του έρημου – ευτυχώς – δρόμου. Ξαναγύρισε στο δικό του μέρος του δρόμου και ακόμα πιο δεξιά, ανάμεσα σε πέτρες μέσα σε ένα χωραφάκι στο επίπεδο του δρόμου. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα ήρθε το πολυπόθητο σταμάτημα.

Ο Μιχάλης άφησε το τιμόνι και κατάλαβε ότι τα χέρια του έτρεμαν. Βγήκε έξω, ανάσανε βαθιά, έκλαψε, ευχαρίστησε την Παναγία. Βρήκε το καπάκι της ηλεκτρονικής του πίπας, τράβηξε δυο βαθιές τζούρες  και άναψε τη μηχανή.
Είχαν μείνει πια 2 χιλιόμετρα ίσιου δρόμου.
– Δεν πας καλά που ξαναξεκινάς, τον παρατήρησε η Βάλια.

Μετά από λίγες ώρες είχε συνέλθει κάπως. Οι σκέψεις ωρίμασαν στο μυαλό του.
Πώς η απόσταση από το μπροστινό αμάξι δεν μειωνόταν;
Πώς το τιμόνι ήταν το μόνο που μπορούσε να χειριστεί;
Πώς τα 140 χιλιόμετρα την ώρα έγιναν 110 πάνω στη στροφή, αντί να αυξηθούν κι άλλο;
Γιατί αυτός και τα παιδιά ήταν οι τυχεροί ενώ κάποιοι άλλοι όχι;

Από εκείνη την ημέρα, πολλά άλλαξαν μέσα του…
Πρώτα από όλα, το πώς έβλεπε τον εαυτό του. Ένα τίποτα, όπως την ώρα που σωριαζόταν μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης της πιο κοντινής εκκλησίας, γεμάτος δέος.
Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να ξαναζήσει την ένταση εκείνης της στιγμής.

[συνεχίζεται…]

Μια σταγόνα κύλησε πάνω στο φύλλο και έπεσε στην μάνα γη τερματίζοντας το μακρινό της ταξίδι. 

Όταν ξεκίνησε ήταν σύννεφο γκρίζο και αγριεμένο που χορεύοντας ένα σκληρό βαλς με τον άνεμο κοίταζε υπεροπτικά 
τον κόσμο μας. Αγνάντεψε τα φαλακρά βουνά, μισοφαγωμένα από την φωτιά και την ανθρώπινη κουταμάρα. 

Έψαξε άδικα για λίγο πράσινο μέσα στον γκρίζο ορίζοντα των τσιμεντένιων οικοδομημάτων, αυτό το συνονθύλευμα σάρκας, 
γυαλιού και πλαστικού που κάποιοι ονόμασαν «πόλη». Αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν μέσα σε αυτά τα τέρατα, τα βράδια 
κάποιοι να ονειρεύονται;
Πως είναι δυνατόν στα κάστρα ετούτα της απομόνωσης, τα άδολα μάτια των παιδιών να γεμίζουν εικόνες και χρώματα; 

Πριν γίνει βροχή, το συννεφάκι μας αναζήτησε τον Ήλιο, το ζεστό χαμόγελο του Θεού για το δημιούργημα του, που με τόση υπομονή 
κι αγάπη έπλασε. 
Τίποτα. 
Σκοτάδι γεννημένο πρόωρα από την άβυσσο της ημιμάθειας κι αμετροέπειας. 
Σκοτάδι και παγωνιά. Άρωμα μοναξιάς που τύλιξε τις ψυχές με τις αλυσίδες του χρόνου και τις αιχμαλώτισε μέσα σε πανάκριβες οθόνες. 
Εικονικός κόσμος βυθισμένος σε πλαστή ευδαιμονία, στριμωγμένος στην πρώτη σειρά των θέσεων για να παρακολουθήσει έναν θίασο με κίβδηλους πρωταγωνιστές, σε δολερούς ρόλους. Τα τραύματα όμως είναι αληθινά κι όταν παγώσουν πονάνε πολύ. 

Άλλη μια ριπή του ανέμου που λυσσομανά μεταμόρφωσε το σύννεφο σε ένα μωσαϊκό από άπειρα δάκρυα, τα δάκρυα του ουρανού για την ανθρωπότητα. 
Αρκούν όμως για να ξεπλύνουν τόσο αίμα; 
Φτάνουν για να καταλαγιάσουν τόσο θυμό από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο;