Τσαμπίκα [4/32]

Αθήνα

Όλα είχαν ξεκινήσει από έναν καλοκαιρινό φραπέ στον πεζόδρομο μεταξύ Ακαδημίας και Σόλωνος.
Έναν  φραπέ από τους λιγοστούς που είχαν την πολυτέλεια να απολαύσουν ο Αντώνης κι ο Μηνάς, έστω και με δανεικά.
– Ρε συ, 3.90 ο καφές… Πώς σου πέρασε από το μυαλό να έρθουμε εδώ;
– Γιατί; Ωραίος είναι ο καφές, σκιά έχει, να και μια γλαστρούλα πιο πέρα, ωραίες κοπελίτσες περνάνε, η γκαρσόνα κουκλίτσα με αυθεντικό χαμόγελο… τι άλλο θες;
– Ο καφές έχει τόνους αδιάλυτης ζάχαρης στον πάτο…
– Ας μην τον ήθελες γλυκό.
–… οι κοπελίτσες μοιάζουν όλες με ασκούμενες δικηγορίνες…
– Απλά είναι ωραία ντυμένες, γρουσούζη.
– … η αντηλιά από το τσιμέντο με έχει ζαλίσει, τα αυτοκίνητα μου έχουν σπάσει τα τύμπανα και απόφαση δεν πήραμε…
– Α, ναι… απόφαση.

– Ας ανακεφαλαιώσουμε. Είμαστε άνεργοι.
– Σώωωπα…
– Και θέλουμε να φτιάξουμε ένα σάιτ για να τα οικονομήσουμε από τις διαφημίσεις. Θέλαμε κάτι ειδικό. Υποβρύχιο ψάρεμα και ψαροντούφεκο, ας πούμε, αλλά υπήρχε και εμείς οι δυο δεν είχαμε ιδέα. Αυτοκίνητα, το ίδιο. Σερφ, το ίδιο. Άκρη δεν βρήκαμε.
– Χρειαζόμαστε κάτι που να μην υπάρχει. Μπορεί να μην είναι ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή, έστω, αλλά σε λίγα χρόνια μπορεί να είναι κορυφή. Τι λες για ρομπότ – οικιακούς βοηθούς;
– Δεν σε αντέχω άλλο. Τα λεφτά τα χρειαζόμαστε τώρα, ζεστά. Τι θα πω στη γιαγιά μου, ότι έφαγα τα λεφτά της για να αντιγράφω τις εξελίξεις στη ρομποτική; Σύνελθε, ρε Μηνά.
– Γι αυτό σου λέω… βιντεάκια. Ποιος έχει όρεξη τώρα να διαβάζει και να γράφει. Βιντεάκια παντός είδους.
– Τα βλέπουν και στο youtube.
– Τα δικά μας θα είναι ελληνικά. Και θα μπαίνουν και οι διαφημίσεις στο πλάι. Δεν θα έχουμε αναζήτηση ή παρόμοια, θα μπαίνουν διαφημίσεις στο χώρο που έχει γι αυτά το youtube.
– Δεν βρίσκω άλλη λύση, πανάθεμά σε. Πόσο θα πάει το μαλλί;
– Ο Οδυσσέας μου υποσχέθηκε ότι δεν θα στοιχίσει σχεδόν τίποτα.
– Άλλος κι αυτός… Τέλος πάντων… και πώς να το βαφτίσουμε;
– Δέστε ελληνικά;
– Σιγά μην το βγάλουμε και «δέστε τους»
– Ε, τότε… «δες Ελλάδα»
– Τουριστικό μου φαίνεται…
– «Δες Ελλήνων καμώματα;»
– Πολύ κουλτούρα δείχνει…
– Σωστά. Χρειαζόμαστε κάτι που να υπογραμμίζει ότι τα βίντεο είναι Ελληνικά κι ότι είναι ενδιαφέροντα. Κάτι σαν… κάτι σαν…
– Χα, Ελληνικά κι ενδιαφέρονται στην εποχή της κρίσης… Δεν διαλύεις τη ζαχαρίτσα με το καλαμάκι, λέω εγώ; Πώωωω, δες ένα παιδί που περνάει…
– Σουτ, σκέφτομαι… σκέφτομαι… ΤΟ ΒΡΗΚΑ !!!… «ασκαρδαμυκτί»
– Τι; Αστρανυκτί;
– Α-ΣΚΑΡ-ΔΑ-ΜΥ-ΚΤΙ
– Τι είναι αυτό; Σκορδόπιτα;
– Αρχαία Ελληνική λέξη, άσχετε.
– Και τι σημαίνει; Και πώς θα ενδιαφερθεί ο νετο-θεατής;
– Σημαίνει «Παρακολουθώ κάτι με τα μάτια γουρλωμένα από το ενδιαφέρον.» Ο τίτλος μπορεί να είναι άγνωστη λέξη στους περισσότερους, αλλά προκαλεί την περιέργεια.
– Τι να σου πω… δικιά σου η γιαγιά, δικά της τα φράγκα της… συνεπάγεται, δικιά σου και η απόφαση.
– ΟΚ. Ενημέρωσε τον Οδυσσέα ότι έχει δουλειά. ΑΜΕΣΑ.
– Βεβαίως και πρέπει να δουλέψει και να το κάνει άμεσα.
– Η δικιά σου ενημέρωση να είναι άμεση, εννοώ. Στον Οδυσσέα έχω περισσότερη εμπιστοσύνη. Για δώσε μου το κινητό του, να τον πάρω εγώ.
– Μπα, έχεις και κάρτα;

Γενική ασφάλεια Αττικής

Η ώρα είχε φτάσει 11.
Ο Μάριος αποτελείωνε τον δεύτερο καφέ του, ενώ μελετούσε τις εκκρεμότητες που είχε αφήσει
κατά το διάστημα που έλειπε από την υπηρεσία. Ένα πλήθος χαρτιά έφτιαχναν ένα σκηνικό πλήρους
ακαταστασίας και χάους επάνω στο γραφείο του. «Δεν θα τελειώσω ποτέ με αυτά» αναφώνησε και κούνησε βαριεστημένα το χέρι του με απελπισία.
Πόσο πολύ είχε πεθυμήσει να φύγει για διακοπές. Να χαθεί σε ένα μακρινό νησί, με γαλάζιες ακτές
και μακριά από τους ανθρώπους. Κάνοντας αυτές σκέψεις χτύπησε η πόρτα
«Εμπρός» φώναξε και αμέσως άνοιξε η πόρτα
«Μάριε σε ζητά ο διοικητής» του είπε η χαριτωμένη υπαστυνόμος και του έκλεισε το μάτι.
«Σ’ ευχαριστώ Κατερίνα» αποκρίθηκε ο Μάριος και σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Τι να με θέλει πάλι;
Μόλις σήμερα γύρισα στην υπηρεσία» σκέφτηκε ενώ έπινε τις τελευταίες γουλιές από έναν σχεδόν παγωμένο καφέ.

Έφτασε το γραφείο του διοικητή που ήταν δύο ορόφους πάνω από το δικό του, χτύπησε την πόρτα και μια βραχνή φωνή ακούστηκε να τον καλεί μέσα.
«Καλημέρα κύριε διοικητά» χαιρέτησε ο Μάριος μπαίνοντας στο γραφείο του.
«Καλημέρα κύριε Βαγιανέ, κάθισε σε παρακαλώ» του απαντήσετε και τον κοίταξε διερευνητικά όπως άλλωστε έκανε πάντα, έτσι ώστε ο συνομιλητής του να νιώθει περίεργα και άβολα.
Ήταν κι αυτό ένα παιχνίδι εξουσίας και αυτοεπιβεβαίωσης.

«Μάριε τι γίνεται με εκείνη την υπόθεση που ασχολείσαι τις τελευταίες ημέρες»
«Κύριε Διοικητά γνωρίζετε ότι έλειπα τρεις μέρες ακριβώς γι αυτή την υπόθεση αποκρίθηκε ο Μάριος.
Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει κάτι ακόμα. Είναι πολύ περίεργη υπόθεση, και δεν μπορώ να εξηγήσω το
γεγονός πως χιλιάδες pc απευθύνονται σε ένα  και μονό Server, σε μία και μόνη διεύθυνση χωρίς αυτή
να είναι κάποια αναγνωρισμένη διεύθυνση εταιρίας όπως στοιχήματική, διαφημιστική, τράπεζα ή κάτι τέτοιο.
Το πλέον περίεργο όμως κύριε Διοικητά είναι το γεγονός ότι κάθε φορά που βλέπουμε μια κίνηση προς αυτόν
τον Server, η κίνηση καταγράφεται σε άλλη ημερομηνία. Δεν μιλάμε απλώς για λάθος μερικών λεπτών, ωρών ή ημερών. Μιλάμε για πολλές δεκαετίες. Συγκεκριμένα όποιες κινήσεις έχω ανιχνεύσει τον τελευταίο καιρό προς αυτή τη διεύθυνση καταγράφονται με ημερομηνίες του 1970, του 1972 και γενικά ημερομηνίες που ανήκουν στη δεκαετία του 70.
Θα χρειαστώ κάποιο χρόνο κύριε Διοικητά για να εξετάσω και άλλες παραμέτρους του κώδικα, και πιστεύω σε μια βδομάδα με 10 ημέρες από τώρα να σας έχω κάποια νεότερα.»

Ο διοικητής τον κοίταζε σκεφτικός και αμίλητος όλη αυτήν την ώρα που ο Μάριος εξιστορούσε την κατάσταση. Σηκώθηκε βαρύς και σκυθρωπός, κατευθύνθηκε προς το παράθυρο του γραφείου του και ατένισε την πρωτεύουσα
από ψηλά.
«Άκουσε Μάριε» άρχισε να μιλά με γυρισμένη την πλάτη του, «είσαι ένας λαμπρός αξιωματικός στην υπηρεσία μας και σίγουρα έχεις ένα σπουδαίο μέλλον. Θα ήθελα να μην ασχοληθείς άλλο με αυτήν την υπόθεση. Δεν νομίζω πως αξίζει τον κόπο να μελετάμε τέτοιες υποθέσεις όταν το κοινό έγκλημά, το κοινό ηλεκτρονικό έγκλημα οργιάζει. Παρατήρησες μια μεγάλη μάζα πληροφοριών προς μια διεύθυνση αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε ο διοικητής.
Ο Μάριος δεν πίστευε στα αυτιά του. «Κύριε Διοικητά» έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά ο μεσήλικας Αξιωματικός που ήδη είχε γυρίσει και τον αντίκριζε με μια κοφτή κίνηση του χεριού του τον έκανε να σιωπήσει.
«Κύριε Βαγιανέ κάπου εδώ τελειώνει η συζήτηση μας. Θέλω να σταματήσει τώρα αμέσως αυτή η έρευνα. Είναι διαταγή. Μπορείς να πηγαίνεις τώρα.»

Ο διοικητής είχε καθίσει πάλι στην δερμάτινη καρέκλα του γραφείου του και φορώντας τα γυαλιά του άρχισε να μελετά ένα από τα ντοσιέ που μόλις είχε πάρει από το διπλανό του ράφι. O Mάριος είχε ήδη σηκωθεί όρθιος και αφού κατάφερε να ψελλίσει ένα «Όπως διατάξετε κύριε διοικητά» άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το γραφείο του ανωτέρου του.

Πίσω του άφησε τον ανώτερο αξιωματικό να σχηματίζει έναν πολυψήφιο νούμερο στο κινητό του τηλέφωνο και μια βραχνή φωνή να σιγοψιθυρίζει:
» All are under control»

Αθήνα

Ο Αντώνης κι ο Μηνάς βγήκαν στην κεντρική σκάλα. Τίποτα…
– Ρε χαζέ, από το μπαλκόνι τον άκουσα το θόρυβο.
– Ε, πες το ντε… εσύ πήγαινε πρώτος…

Με προσεκτικές κινήσεις, έψαξαν και στο μπαλκόνι. Τίποτα… Καλού-κακού, άφησαν όλα τα εξωτερικά φώτα ανοιχτά.
– Η ιδέα σου είναι. Δε μου λες, τι πρόβλημα έχεις με το σάιτ;
– Εγώ, πρόβλημα; Τι πρόβλημα να έχω;
– Είπαμε, συμφωνήσαμε μάλλον να το βάλουμε μπρος, να βγάλουμε κάνα φράγκο βρε αδερφέ… Εσύ, όμως, φοβάσαι και τη σκιά σου…
– Τίποτα δεν φοβάμαι. Αλλά… μηνύσεις, απειλές, ήχοι…
– Κατά τα άλλα, δεν φοβάσαι τη σκιά σου. Τεσπα…
– Κακό είναι να ψάξουμε να βρούμε από πού ήρθαν τα βίντεο; Εδώ, οι τύποι λένε ότι δείχνουμε αυτό που είδαν τα ίδια τους τα μάτια…
– Κι εσύ αδερφάκι μου, το έχαψες. Καλά σε λέω ροφό, ώχου… Κάθεσαι και χαύεις οτιδήποτε αμολάει κάποιος στο νετ; Κι αν είναι συνεννοημένοι και σπάνε πλάκα; Αν είναι το ίδιο πρόσωπο και προσπαθεί, μέσα στην ανωνυμία, να μοστράρει σαν κάποιος στον εαυτούλη του; Λες σοβαρά ότι πιστεύεις πως τα βίντεο δείχνουν αυτό που είδαν τα μάτια τους; Σιγά μην τους δείξουμε και το αληθινό χαμόγελο της Μόνα Λίζα, η οποία είναι ο περιπλανώμενος Ιουδαίος και ζει – ακόμα – ανάμεσά μας. Ωχ, αδερφέ…
– Μπορεί να έχεις και δίκιο… Πάμε για μια πίτσα;

Ο Αντώνης ήταν ο αγαθός γίγαντας. Ψηλός και χοντρός. Αγαθός με την ημι-επίσημη και ημι-κυριολεκτική έννοια της λέξης. Εξέταζε κάθε πληροφορία, όχι γιατί ήταν βλάκας ή τόσο «αγαθός», αλλά μάλλον γιατί ήθελε να κοιμάται «τον ύπνο του δικαίου» τα βράδια. «Φασιανός που νομίζει ότι είναι σπουργίτι» ήταν η περιγραφή του Μηνά για τον Αντώνη.

Ο οποίος Μηνάς είχε μέτριο ύψος, μέτριο βάρος, μέτρια νοημοσύνη.
Ήταν μέτρια «μπασμένος» στην κοινωνία, αλλά αυτό το «μέτρια» ήταν άπατο για τον Αντώνη, ο οποίος στο πρόσωπο του Μηνά έβλεπε κάποιον που θα τον έβγαζε στην επιφάνεια σε όλα: στις δημόσιος σχέσεις, στα επαγγελματικά, στις γυναίκες…
Επαγγελματικά; Γι αυτό και το σάιτ.
Γυναίκες; Ούτε με μακαρόνι δεν φαίνονταν στον ορίζοντα, από τη μεριά του Αντώνη, τουλάχιστον.
Διότι ο Μηνάς είχε και κάποιες κατακτήσεις… Αυτές που, ενώ επιστρατεύεις όλο σου το θράσος για να τις κοιτάξεις επίμονα, [κι εκείνες – οι αθεόφοβες –  αντί να ελέγχουν στο χώμα τις τροχιές των μυρμηγκιών, όπως όλες οι εν παρθενία φερόμενες, εκτελώντας την κοσμική τους αποστολή], σε εκτελούσε με το βλέμμα για ένα ολόκληρο δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου. Στην τελευταία περίπτωση ναι, σε είχαν προσέξει. Κι αν, στην τελική, σου είχαν σκάσει και κάποιο χαμογελάκι αδυναμίας ή έστω ενίσχυσης της γυναικείας ματαιοδοξίας, ήσουν σίγουρος ότι μπορούσες, παντού και πάντα, να τις ρίξεις.
Τελευταία χαρακτηριστική περίπτωση η Πόπη της γειτονιάς, αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα της να εμφανιστεί στο έπος…

Με αυτά τα εφόδια προχωρούσαν οι δυο τους. Ο πρώτος στηριζόταν στον δεύτερο κι ο δεύτερος στο κενό. Και η ιδεολογία «όλο και κάτι θα βρεθεί, αδερφέ» κάλυπτε όλες τις ενέργειές τους και τις πράξεις τους.

Ένα χαρτζηλικάκι ήθελαν. Ικανό να ρίξει την Πόπη σε αυτούς και αυτούς στα φανταστικά τους πούπουλα. Πού να ήξεραν σε τι είχαν μπλέξει…

– Ποιος είναι;
– Για μια προσφορά σε κινητά, ίντερνετ και δορυφορική…
– Δε φτάνει που μας ενοχλείτε από το τηλέφωνο, χτυπάτε και κουδούνια τώρα;
– Αυτή η προσφορά είναι σούπερ, λέμε…
– Βρε, άντε και…
– Σε συμβουλεύω να ανοίξεις…

Θα μπορούσε να συνεχίσει το βρίσιμο, αλλά θυμήθηκε πως η λερωμένη φωλιά του είχε πια μάρτυρες για το πόσο λερωμένη ήταν – και βίντεο μάλιστα. Αν και αγνοούσε πως ένα βίντεο δεν ήταν – ακόμα – απόδειξη για την ελληνική δικαιοσύνη, υποχώρησε. Κοίταξε από το ματάκι… Κανένας. Μισάνοιξε την πόρτα… κανένας. Την έκλεισε και την αμπάρωσε.
– Κύριε, θα ανοίξετε επιτέλους ή χάνω την ώρα μου;
– Χάνεις την ώρα σου…

Από περιέργεια και φόβο δεν έφυγε αμέσως, αλλά σκέπασε με το σώμα του την πόρτα όπως κάθε… φοβισμένος; Η πόρτα δεν υποχώρησε από θορυβώδεις πυροβολισμούς ή από κάποιο αθόρυβο όπλο λόγω σιγαστήρα, αλλά από κάποιο δύσκολα διακριτό μπλε-γαλάζιο φως που την έλιωνε από την άκρη…

Ροζ κοντομάνικο πουκάμισο, μπλε γραβατούλα Μίκυ Μάους, ελβιέλες, ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε.
Δημοφιλές άρωμα της οκάς, το τελευταίο πράγμα που μύρισε.
Ζέστη στην κοιλιά, το τελευταίο πράγμα που ένοιωσε.
– Κύριε Θεο…
– Όχι ονόματα.
– Παράσιτο ένα καθαρίστηκε. Πάω για τους δίδυμους.
– Κάνε γρήγορα. Το αεροπλάνο μου πετά την αυγή από εδώ. Ραντεβού σε τρεις μέρες, στο νησί. Κανόνισε να μην λερώσω τα χέρια μου…

[συνεχίζεται…]