Τσαμπίκα [5/32]

– Τι έχουμε για σήμερα;
– Κολοκύθια…
– Εντάξει, μπορείς να γίνεις λίιιγο πιο αισιόδοξος, σε παρακαλώ;
– Αισιόδοξος είμαι και την αλήθεια σου λέω. Το μόνο που μας ήρθε είναι ένα βίντεο από μια σαλεμένη που θέλει να κάνει καριέρα μαγείρισσας. Φοράει ΜΟΝΟ την ποδιά της και βράζει κολοκύθια.
–  Ααα… είναι καλή, τουλάχιστον;
– Μπορεί πριν σαράντα χρόνια να ήταν…
– Μάλιστα. Κάποια διαφήμιση;
– Τσου…
– Ωχ! Ακόμα τίποτα, ε; Αλλά, κι εσύ δεν κοιτάς καθόλου το μέιλ…
– Τι να κοιτάξω μωρέ; Ορίστε… τίποτ… ώπα! Για στάσου…
– Ποιος το στέλνει και τι γράφει;
– «Ενδιαφερόμαστε πολύ να διαφημιστούμε στο σάιτ σας. Σας προσκαλούμε, στις 7 και 8 Σεπτεμβρίου 2014, για ένα διήμερο στη Ρόδο. Φασματική – κατασκευαστική»
– Αυτά είναι νέα! Η πρώτη μας διαφήμιση.
– Τι να σου πω τώρα, ότι σωθήκαμε;
– Όχι να μην πεις τίποτα και να πας να ετοιμάσεις βαλίτσα. Ένα φανταστικό διήμερο και κοπελίτσες μας περιμένουν.
– Καλά, τραγούδα… τζάπα θα είναι;
– Ε, αφού μας καλούν…
– Κι αυτήν την «Φασματική – κατασκευαστική» την έχεις ξανακούσει;
– Ναι, σε μια από τις πολυκατοικίες που χτίζω… Σε μισώ !

Ο Θεοχάρης μπήκε στο γραφείο του και έβγαλε με βιαστικές κινήσεις τη γραβάτα, όπως συνήθιζε. Πριν κάνει κάτι άλλο, άναψε την κρυφή κάμερα και περιεργάστηκε τη γραμματέα του. Ποτέ δεν του άρεσε ιδιαίτερα. Δεν την είχε επιλέξει καν ο ίδιος. Σήμερα όμως, του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο είχε σταυρώσει τα πόδια της.
Μπα… τα πόδια της του φάνηκαν πολύ αδύναμα.
Μασούλαγε ένα σάντουιτς. Μεγάλη η εφεύρεση του λόρδου για κάποιον που έχει πολλή δουλειά γραφείου. Δουλειά; Μα, αυτή, ένα περιοδικό μόδας ξεφύλλιζε… Χα… και τη στιγμή που μπήκε εκείνος στο γραφείο, εκείνη βρισκόταν μπροστά σε μια στοίβα χαρτιά που δακτυλογραφούσε.
Τώρα, το τι χαρτιά ήταν αυτά, μόνο εκείνη και τα αληθινά αφεντικά της εταιρείας ήξεραν.
Βρε, μπας και η Θεοδώρα ήξερε περισσότερα από αυτόν;
Μπας και οι άγνωστοι κάτοχοι της εταιρείας της είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη;
Μάλλον έπρεπε να την ελέγχει περισσότερο. Όχι τίποτε άλλο, αλλά θα μπορούσε να την αντικαταστήσει, κάποια στιγμή, με μια πιο θελκτική ύπαρξη… Πάτησε το record της κάμερας…

Όταν χτύπησε το κόκκινο τηλέφωνο, είχε ταυτισθεί με την ηρωίδα του βίντεο. Αντί για το σάντουιτς, άρχισε να μασουλά νευρικά και γρήγορα τη γραβάτα του. Δυο στιγμές αργότερα επανήλθε στην πραγματικότητα, φόρεσε τη γραβάτα και απάντησε με φωνή που έσταζε μέλι:

– Σας ακούω, κύριε Σμιθ.
– Δεν έχω καιρό. Πώς πάει το πράγμα;
– Έχουν καθαρισθεί σχεδόν όλοι.
– Έχει μείνει ο σπουδαιότερος. Ο τύπος από το περιστατικό της Ρόδου δεν είναι γραμμένος στα μητρώα. Δεν είναι ούτε δέκτης, ούτε ενδιάμεσος πομπός.
– Θα το κανον…
– Επίσης, οι δυο τύποι του ηλίθιου σάιτ εξακολουθούν να υπάρχουν. Διορία μέχρι 10 Σεπτεμβρίου. Διαφορετικά…
– Μάλιστ…

Κλικ…

Κοίταξε το ρολόι του. Πέντε μέρες προθεσμία…

Ρόδος, 6/9/2014

– Πολλή ποδαρίλα στο σαλόνι του πλοίου, αδελφάκι μου.
– Εμ, εγώ σου έλεγα να έρθεις μαζί μου στο κατάστρωμα, αλλά εσύ δεν ήθελες…
– Γιατί, για να πεθάνω από το κρύο;
– Ποιο κρύο μωρέ, καλοκαίρι είναι ακόμα εδώ; Αφήσαμε την Αθήνα μουντή κι εδώ ο ουρανός είναι απόλυτα καθαρός, δεν βλέπεις;
– Δεν είναι καλοκαίρι. Καθώς πλησιάζουμε προς τη Σαχάρα, ο Ήλιος γίνεται πιο καυτός, αλλά η θερμοκρασία το βράδυ πέφτει πολύ. Γι αυτό δεν κοιμήθηκα έξω χθες.
– Εσύ δεν παίζεσαι, πια. Ποιος πλησιάζει στη Σαχάρα, άνθρωπέ μου; Λίγα χιλιόμετρα πιο νότια ήρθαμε. Αλλά βέβαια, πού να καταλάβεις εσύ ότι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου έρχονται εδώ, ακόμα και τέτοια εποχή.
– Τέτοια εποχή, μόνο τα γερόντια έχουν μείνει. Έτσι διάβασα κάπου ότι συμβαίνει στη Ρόδο.
– Μπα… για δες κι αυτές τις ποδάρες δεξιά πίσω σου… θυμήσου και χτες στο καράβι…
– Δεν μπορώ να δω τίποτα. Ο ιδρώτας πάνω στο φρύδι δεν με αφήνει…
– Βέβαια…
– … και πού είναι ένα ρημάδι ταξί;
– Ολόκληρος στόλος από πολυτελή ταξί μπροστά μας. Η γκρίνια σου δεν σε αφήνει να βλέπεις ούτε μπροστά σου.
– Δεν είναι γκρίνια. Είναι αντικειμενική περιγραφή της κατάστασης. ΤΑΞΙ !!!
– Λυπάμαι κύριε. Έχω δεχθεί κλήση από τον κύριο πίσω σας.

Αύγουστος 2014, Αθήνα

Είχαν περάσει 15 χρόνια από τα τραγικά συμβάντα του σεισμού της Αθήνας , που άφησε πίσω του 145 χαμένες ψυχές και πολλαπλάσιες οικογένειες να βουλιάζουν μέσα στον πόνο και την θλίψη.
Ο Γιάννης παντρεμένος πια με την Ελεονόρα και πατέρας ενός παιδιού, συνέχιζε να εργάζεται στην εταιρία που ήταν αλλά πλέον στην αναβαθμισμένη θέση του team manager και με αρκετά περισσότερα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό του.
Είχε το προσωπικό του γραφείο στον τρίτο όροφο του ιδιόκτητου κτιρίου της εταιρίας του, δίπλα στην αίθουσα συνεδριάσεων όπου συχνά-πυκνά μάζευε το team του και τους τα «έχωνε».

Νέα παιδιά αποτελούσαν την ομάδα του, με όνειρα και φρέσκες ιδέες που αγωνίζονταν σε μια γερασμένη κοινωνία, που ρήμαζε υπό το βάρος της οικονομικής ύφεσης και της ανημποριάς των συνειδήσεων.
Του θύμιζαν τα νιάτα του όταν γελούσαν και έκαναν πλάκα μεταξύ τους παρότι έκλειναν 12ωρο κάθε μέρα στο γραφείο. Κάπου εκεί ένιωθε τύψεις για τις κατσάδες που τους είχε ρίξει και τους κερνούσε πίτσες και σνακ στο διάλειμμα τους.

Ένιωθε κι αυτός παιδί μαζί τους όπως τότε που έπαιρνε το αυτοκίνητο του και με παρέα τον αγαπημένο του ραδιοφωνικό σταθμό γύριζε σε όλη την πόλη. Τότε κουνούσαν σε αυτόν το δάκτυλο απειλητικά στην δουλειά του, τα δικά του αυτιά πονούσαν από τις υστερικές φωνές κάποιου ανωτέρου του.
Τώρα ήταν στην απέναντι όχθη όμως το τελευταίο που θα ήθελε ήταν να γίνει το κυνηγόσκυλο της εταιρίας στα παιδιά των πεντακοσίων ευρώ. Όχι ότι το τηρούσε πάντα αλλά σε γενικές γραμμές ήταν πράος και συμπαθής στους υφισταμένους του.

Ήταν μεσημέρι και είχε δώσει 45 λεπτά off στην ομάδα του για το γεύμα τους.
Ο ίδιος τσιμπολογούσε ένα σάντουιτς που είχε φέρει από το σπίτι και χάζευε σε διάφορα sites στο internet.
Την προσοχή του τράβηξε ένα site  ποικίλης ύλης που δεν είχε ξαναδεί.
Είχε στηθεί κι αυτό στα πρότυπα των περισσότερων ιστότοπων με κουτσομπολιά, φωτογραφίες και videos . Μόνο που σε αυτά τα τελευταία η πρώτη εικόνα δεν του θύμιζε τίποτα.
Συνήθως τα videos επαναλαμβάνονταν στα διάφορα site και δύσκολα συναντούσες κάποιο διαφορετικό.

Εδώ όμως κανένα δεν του θύμιζε κάποιο προηγούμενο, άσε που όλα είχαν πανομοιότυπο θέμα. Όλα ήταν ερασιτεχνικά τραβηγμένα, θαρρείς και η κάμερα ήταν κάπου στερεωμένη στο κεφάλι του πρωταγωνιστή και ίσως πολύ κοντά στα μάτια του, πολύ κοντά σε αυτό που έβλεπε.
Είδε έναν τύπο , να χάνει τον έλεγχο του οχήματος του σε μια κατηφόρα και θα ορκιζόταν πως η ίδια εικόνα που έβλεπε εκείνος είχε εγγραφεί και στην κάμερα. Καθώς άνοιγε το ένα video μετά το άλλο απορούσε όλο και περισσότερο με το τρόπο που είχαν τραβηχτεί.
Επιλέγοντας ένα ακόμα έμεινε άναυδος. Τραβηγμένο και αυτό από το εσωτερικό ενός αυτοκινήτου δείχνοντας τον δρόμο μπροστά, κάτι τον τάραξε. Δεν ήταν μόνο η διαδρομή που του φάνηκε γνωστή, ήταν οι ήχοι που ακούγονταν γνωστοί, τα τραγούδια που έπαιζε εκείνη την ώρα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, ήταν το δικό του αυτοκίνητο!

Πώς είναι δυνατόν;

Είχε κάνει αυτή την διαδρομή ο ίδιος και ήταν αυτή με τον σεισμό του 1999 στην Αθήνα.
Αυτό που τον στιγμάτισε και χρόνια τώρα προσπαθούσε η μνήμη του να το αποβάλλει.

Αυτό που είδαν τότε τα μάτια του, το έβλεπε τώρα με τα μάτια του.
Τι συνέβαινε εδώ;

– Λυπάμαι κύριε. Έχω δεχθεί κλήση από τον κύριο πίσω σας.
Ο Γιώργος δεν ήταν ένας συνηθισμένος ταξιτζής. Στα πενήντα του, και έχοντας μεγαλώσει τα παιδιά του, έδινε την πολυτέλεια στον εαυτό του να δουλεύει μόνο τους οκτώ μήνες της καλοκαιρινής περιόδου, κάνοντας κάθε μέρα το γύρο του νησιού και τρώγοντας, προσφορά των αλλοδαπών συνεπιβατών του στο αυτοκίνητο, φρέσκο ψάρι από το νότιο τμήμα, με θέα πότε την γαλήνια θάλασσα της ανατολικής πλευράς και πότε τα καλοκαιρινά κύματα της δυτικής.
Σήμερα η μέρα του ήταν κενή, γι αυτό και δέχθηκε την κλήση του επιβάτη από το πλοίο της γραμμής.
Ωστόσο, χαμογέλασε από το κομψό ντύσιμο του σημερινού του πελάτη. Το να τον πείσει με επιχειρήματα και φωτογραφίες να επισκεφθεί τη Νότια Ρόδο, το δημοφιλέστερο ίσως προορισμό στην Ευρώπη, καθώς και τη Λίνδο, δεν θα ήταν παρά θέμα μερικών λεπτών.
Γι αυτό και του ήρθε κάπως ξινή η εντολή του πελάτη του:
– Στο νοσοκομείο. Όσο πιο γρήγορα μπορείς…
Προβληματίστηκε ακόμα περισσότερο μόλις άκουσε τον κομψό κύριο, ο οποίος, παραδόξως, διάλεξε να καθίσει στο πίσω κάθισμα, να αναφέρει από το κινητό του:
–   Οι δυο βλάκες ήταν στο καράβι. Από το αεροδρόμιο πήγα μέχρι το λιμάνι για να τους δω στη φάτσα.
–   Δεν δυσκολεύτηκα να τους αναγνωρίσω. Ο Σαΐνης δεν πιάνει μία μπροστά τους. Μη βιαστείς… Είσαι ο εκπρόσωπος της Φασματικής. Μάθε όσα πιο πολλά μπορείς πριν το κάνεις. Με δυο – τρια ποτά και με τη θέα του μπαρόδρομου θα γίνουν οι καλύτεροι ιστορικοί. Θα σε περιμένω αύριο το βράδυ στον πεζόδρομο, έχει γίνει πολύ της μόδας φέτος.

«Ωχ» σκέφτηκε ο Γιώργος. Η Mercedes βγήκε από το λιμάνι και έστριψε αριστερά…

– Έφυγε και το τελευταίο ταξί… Και μόνο εμείς μείναμε…
– Για να αισθανθείς τη μαυρίλα σου στο πετσί σου.
– Δεν φταίω εγώ. Εσύ φταις. Αντί να κάνεις γρήγορα, πήγαινες πίσω από εκείνη τη Ρωσίδα με το μίνι. Λες και δεν έχει τέτοιες στην Αθήνα…
– Φίλτατε, εκεί βλέπουμε τον καθημερινό τους εαυτό. Στις διακοπές ανεβαίνει το προσωπείο του έξαλλου…
– Έξαλλε, βρες κάτι να μας πάρει από εδώ.

– Γεια σας, είμαι ο εκπρόσωπος της Φασματικής…

Το 2003 και ενώ εκτελούσαμε την καθιερωμένη πρακτική μας άσκηση στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αθηνών «ΔΑΦΝΙ» μας πλησίασε ένας ασθενής που πρέπει να ήταν περίπου 25 ετών, μας ζήτησε να τον κεράσουμε έναν καφέ και, γιατί όχι, ήταν μια «ευκαιρία» για εμάς ώστε να συζητήσουμε για λίγα λεπτά με τον άνθρωπο αυτόν, να κάνουμε την υπέρβαση και να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί του, σίγουρα κάτι θα ήθελε να μας πει, να τον ακούσουμε, ίσως και να τον κατανοήσουμε. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι από αυτόν τον διάλογο θα κερδίζαμε πολλά, και έτσι έγινε τελικά.

Μας μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, για μια κοπέλα που κάποτε αγάπησε πραγματικά και τώρα εκείνη βρίσκεται στη Νορβηγία ως οικονομικός μετανάστης, μας είπε ότι όταν ήταν 18-20 ετών εργαζόταν ως ζαχαροπλάστης, ότι όλα κυλούσαν φυσιολογικά στη ζωή του, ώσπου μια μέρα, χωρίς να γνωρίζει το πώς και το γιατί, αποκοινωνικοποιήθηκε, απομονώθηκε στον εαυτό του, σταμάτησε να εργάζεται και σιγά-σιγά παρουσίαζε ακουστικές ψευδαισθήσεις: «κάποιος» άγνωστος του υπενθύμιζε καθημερινά ότι τον παρακολουθούν, ότι θέλουν να τον βλάψουν, να τον δηλητηριάσουν διότι είναι πολύ σημαντικός για την επιβίωση του ανθρώπινου γένους. Πίστεψε ότι η φωνή του «άγνωστου» έλεγε την αλήθεια, έπρεπε να επιβιώσει με τον δικό του τρόπο, ώστε να μην χαθεί η ζωή στη Γη και να συνεχιστεί η διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Μα ξαφνικά, ένα περιπολικό τον μετέφερε για πρώτη φορά σε μια ψυχιατρική κλινική. Δεν ήξερε τον λόγο, δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Θεώρησε ότι τον ανακάλυψαν κι ότι όλα τέλειωναν εκεί, μα στο τέλος μας είπε το εξής:

«… Τίποτα δεν τέλειωσε διότι κατανόησα αργότερα ότι πάσχω από μια νόσο που την αποκαλούν Σχιζοφρένεια …»