Τσαμπίκα [7/32]

Ο Θεοχάρης θεώρησε ότι ξεμπέρδεψε, με αυτά που διάβασε, με τον αρχικό πομπό. Όμως, έμεινε στο πίσω μέρος του μυαλού του το γεγονός ότι ο πομπός αυτός δεν ήταν σημειωμένος. Ανασήκωσε τους ώμους, ίσα-ίσα για να πείσει τον εαυτό του. Τα βαθύτερα δεν ήταν δική του δουλειά. Ας ασχολιόντουσαν οι Άγνωστοι Παραπάνω με αυτό. Αντιθέτως, η δική του δουλειά ήταν να τελειώνει γρήγορα με αυτούς τους δυο που σκορπούσαν τα βίντεο – αποδείξεις παντού.

Κίνηση πρώτη: κλήση από το κινητό του στον Ράπερ-χάκερ
– Έλα… υπάρχει κάποιο σάιτ ή μπλογκ ή δεν ξέρω τι σκ… είναι. Κανόνισε να εξαφανιστεί από το νετ…
Κίνηση δεύτερη: κλήση από το κινητό του στον Αποστόλη
– Έλα, όση ώρα χαζεύουν, φρόντισε να περάσουν καλά… Η δουλειά πρέπει να γίνει αύριο. Κανόνισε να φανεί σαν …

Σταμάτησε να μιλά καθώς διαπίστωσε ότι ο Γιώργος, ο ταξιτζής, είχε καρφώσει το μάτι του πάνω του, χάρη στον εσωτερικό καθρέπτη του αυτοκινήτου και είχε μισανοίξει το στόμα του, προσπαθώντας να μην δείξει την έκπληξη και τις υποψίες που του είχαν μπει στα αυτιά.

– … ατύχημα, ξέρεις τώρα, όπως λέει και το ανέκδοτο… ναι, θα του φτιάξουμε ένα αξέχαστο πάρτυ γενεθλίων. Και που ΄σαι, μην ξεχάσεις τα γκομενάκια, ξέρεις εσύ…

Ο Αντώνης κι ο Μηνάς χάζευαν την παλιά πόλη. Από όλες τις απόψεις.

• Έπαθαν πλάκα με τον κόσμο που ήταν μαζεμένος εκεί, αν και Σεπτέμβρης.
Άνθρωποι από κάθε γωνιά και από όλες τις φυλές της Γης που χάζευαν τα κτίρια και την πραμάτεια των τουριστικών μαγαζιών. Ακούγονταν όλες οι γλώσσες του κόσμου, με τα αγγλικά και τα ρωσικά να κυριαρχούν. Που και που, ακουγόταν και κάποια ελληνική φράση. Όπως τους διαβεβαίωσε ένας μαγαζάτορας, το πλήθος δεν θα είχε αραιώσει ούτε ένα μήνα αργότερα.
– Βλέπεις, δεν έρχονται μόνο γερόντια πια…

• Χάζευαν τα κτίρια και τα μνημεία.
Την επιβλητική οδό Ιπποτών, που δημιουργήθηκε για να στεγάσει τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη, που κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα είχαν σκοπό να προστατέψουν το απίστευτης στρατηγικής σημασίας νησί από τους Οθωμανούς. Αναρωτήθηκαν πόσο μυστηριώδης θα ήταν ο δρόμος το βράδυ και συμφώνησαν να περάσουν νύχτα για να δουν, σε μια ανάπαυλα από τις εξορμήσεις στα μπαράκια της περιοχής.
Το πάνω σιντριβάνι, που ήξεραν από φωτογραφίες αλλά και το κάτω, το μικρότερο, με τους παπαγάλους.
Το Καστέλο, φυσικά, το μεγάλο παλάτι. Δεν πίστευαν ότι κτίστηκε από τους Ιταλούς για να θρονιάσει το δεξί χέρι του Μουσολίνι, τον σκληρό ντε Βέκι, τόσο εναρμονισμένο με το περιβάλλον του έδειχνε.

– Ρε συ, δες τι ωραία γυναικεία μπιζού. Θα πάρω…
– Μπα… σκέφτεσαι κάποια αλλαγή στο τέλος της τρίτης δεκαετίας της ζωής σου;
– Όχι ρε. Όλο και κάποια κοπελίτσα θα βρεθεί.
– Αααα,  ΑΝ βρεθεί. Επένδυση για το μέλλον… κι αν δεν της αρέσουν, όοοταν βρεθεί;
– Θα τα πουλήσω, μη σκας.

Μπήκαν στο μαγαζί. Η Αγγελική-Αλεξάνδρα, μια κοπελίτσα με πανέμορφο και προσεγμένο πρόσωπο
τους χαμογέλασε και έτρεξε να τους εξυπηρετήσει.

Ο Θεοχάρης δεν σταμάτησε να καλεί από το κινητό του, ακόμα κι όταν βγήκε από το ταξί:
– Αποστόλη, δεν μπορείς μόνος σου. Άσε που είσαι και πολύ βαρύς για να κάνεις παρέα ολόκληρη μέρα. Πρέπει να σου βρω και κάποιον να σε βοηθάει. Λοιπόν, στέλνω μαζί σου τον Κωστή. Αύριο πρωί-πρωί θα είναι μαζί σου. Κοίτα να περάσουν καλά σήμερα, τα είπαμε.
Αύριο θα τους πας το γύρω του νησιού. Και στην στροφή, ξέρεις εσύ. Ο ενοικιαστής θα χάσει ένα λαχανί φιατάκι κι εμείς θα ξαλαφρώσουμε από δύο βλάκες.

Ο Γιώργος, ο ταξιτζής, σκέφτηκε ότι έκανε πολύ καλά που δεν ξεκίνησε αμέσως να φύγει. Του την είχαν δώσει οι απανωτές κλήσεις και οι εντολές του Θεοχάρη. Κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό πήγαινε να συμβεί. Χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον Θεοχάρη, κάλεσε, με τη σειρά του:
– Έλα, Ρούλη. Θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι Αύριο, από το ξημέρωμα, θα πάρεις στο κατόπι ένα λαχανί φίατ. Ενοικιαζόμενο… Τι θα πει «πού να το βρεις»; Θα καλέσω τον κολλητό μου, στην τροχαία…

– Και δε μου λες, βρε Αλεξάνδρα, τι αξίζει να δει κάποιος από αυτό το νησί;
– Α, εξαρτάται από το τι ακριβώς ψάχνετε.
– Ψάχνουμε και αξιοθέατα και γκομ… εμ… όμορφες γυναίκες.
– Κολοκύθια. Ψάχνουμε την Φασματική Μεταφορική. Έχεις ιδέα πού είναι και τι είναι;
– Να πω την αλήθεια μου, όχι. Θα βάλω τα σκουλαρίκια σε μια ωραία συσκευασία. Πώς τη λένε την κοπέλα; Να βάλω το αρχικό της στο περιτύλιγμα…Και δεν θέλω να ακούω σαχλαμάρες για άλλες γυναίκες…
– Την κοπελιά την λένε… εχμ… Πόπη, ας πούμε.
– Ας πούμε;
– Άσε, Αγγελική, μεγάλη ιστορία. Και μην ανησυχείς, δεν θα υπάρξουν άλλες, να είσαι σίγουρη. Εδώ δεν υπάρχει ούτε καν η Πόπη.
– Ορίστε;

– Δεν ήταν ανάγκη να με κάνεις ρεζίλι.
– Μήνυμα από τον Οδυσσέα. Το σάιτ μας δέχθηκε επίθεση από άγνωστους εισβολείς. Φυσικά, τα κατάφερε, λέει… Λέει σου λέω, ακούς;
– Ακούω, αλλά νομίζω ότι προηγούνται άλλα. Μην αγχώνεσαι με τις επιθέσεις. Τι να βρει σε μας κάποιος από τη Μαλαισία… Λοιπόν, πρέπει να βρούμε ξενοδοχείο…
– Αν το πληρώσει η Φασματική…
– Κάπου πρέπει να μείνουμε.
– Πρώτα να βρούμε ίντερνετ και λάπτοπ. Κάτι συμβαίνει με το σάιτ.
– Πρώτα να βρούμε τουαλέτα. Επείγει… ώπα, δημόσιες τουαλέτες.

Η Μαρίνα ήταν η καθαρίστρια της τουαλέτας και μάλλον η υπεύθυνη εκεί, καθώς έπρεπε να προσέχει οι υποψήφιοι προς ανακούφιση να καταβάλλουν το αντίτιμο των…

– 50 λεπτά για 20 δευτερόλεπτα; Υπερβολή δεν είναι;
– Και τι σε νοιάζει εσένα; Εγώ θα μπω. Δεν μου λες, εμμμ..
– Μαρίνα.
– … Μαρίνα, έτσι προσεγμένες είναι όλες οι κοπέλες στο νησί;
Η Μαρίνα χαμογέλασε και κατέβασε τα μάτια, με μια έκφραση που δεν καταλάβαινες αν ήταν αυθόρμητη ή προσποιητή.
– Τους Έλληνες τους προσέχουμε παραπάνω,
είπε και ο τόνος της φωνής της δεν ξεδιάλυνε την παραπάνω αμφιβολία.
– Τελείωνε, μας περιμένει και ο άλλος έξω από τα τείχη…

Όση ώρα ο ένας ανακουφιζόταν, ο άλλος προσπαθούσε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα:
– Μαρίνα, δεν έχουμε πού να κοιμηθούμε…
– Χμμ… η παραλία είναι μια χαρά. Και δεν σας φαινόταν…
– Και κάτι τελευταίο… πού μπορεί να διασκεδάσει κανείς σήμερα μέσα στην πόλη; Κάπως οικονομικά, εννοείται… και όχι στην παλιά πόλη πια, τη χορτάσαμε.
– Ε, τότε θα πάτε στον πεζόδρομο, με πολλά νέα στέκια. Αν και σε σας μάλλον ταιριάζει η Ορφανίδου, ο δρόμος με τα μπαράκια…

Για τον Αποστόλη τρεις μπύρες ήταν αρκετές. Ο Αντώνης κι ο Μηνάς είχαν κιόλας αποκτήσει μάτια που γυάλιζαν. Ανήμποροι να αρθρώσουν λέξη, είχαν καταλήξει στο captain Hook, ένα μικρό και κλειστό μπαράκι μεν, όπου ο Γιώργος έβαζε καλή ροκ μουσική δε, χαζεύοντας τα καταπληκτικά μάτια και το μοναδικό χαμόγελο της Μαρίας, της μπαρ-γούμαν, η οποία είχε και όμορφη ζεστή φωνή, αν της ερχόταν η διάθεση να τραγουδήσει.

Σε λίγες ώρες ξημέρωνε η μεγάλη μέρα…

Ο Γιάννης είχε μείνει άναυδος από αυτά που έβλεπαν τα μάτια του.
Αυτά που δεκαπέντε χρόνια πριν, τα έζησε σε όλη τους την φρίκη, αυτά που βίωσε εκείνο το μεσημέρι του 1999 κάπου στην Αθήνα, αυτά που τον σημάδεψαν ανεξίτηλα και άλλαξαν μονομιάς την ματιά του για τούτο τον κόσμο, τα ξαναζούσε μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή στην εταιρία που εργαζόταν.

Πως ήταν δυνατόν να παρακολουθούσε σε ένα συνηθισμένο-κατά τα άλλα- video στο internet αυτά που είδαν τα μάτια του στον σεισμό του ’99;
Μήπως είχε τρελαθεί;
Μήπως δεν θυμόταν καλά και αυτά που έβλεπε ήταν καταγεγραμμένα όλως τυχαία από μια κάμερα κάπου εκεί κοντά;

Έπιασε το κεφάλι του και με τα δυο του χέρια και θέλησε θαρρείς να χαθεί μέσα σε αυτά.
Δεν ξέρει πόση ώρα έμεινε σε αυτήν τη στάση. Σκεφτόταν, προσπαθούσε δηλαδή μέσα στην παραζάλη του σοκ να σκεφτεί μια λογική εκδοχή των όσων αντίκρισε πριν λίγη ώρα. Τον παρακολουθούσαν; Κάποια ανώτερη δύναμη;
Μια μεγάλη παγκόσμια συνωμοσία της οποίας μέρος ήμασταν όλοι μας;

-Κύριε Γιάννη, όλα καλά; ακούστηκε μια φωνή από την πόρτα του γραφείου του και τον επανέφερε από το βάραθρο των συλλογισμών του. Ήταν μια χαριτωμένη ξανθούλα που λίγο καιρό τώρα είχε στην ομάδα του αλλά την είχε ξεχωρίσει για τις ικανότητες της , το χιούμορ και ίσως- ίσως για τα καταπράσινα σμαραγδιά μάτια της που πρέπει να βλέπαν έναν πιο όμορφο κόσμο από αυτόν που πραγματικά ήταν.
-Όλα καλά Σοφία, σε 5 τέλος το διάλειμμα και σας θέλω όλους μαζεμένους στην μεγάλη αίθουσα, της αποκρίθηκε μισοσοβαρός-μισοαστείος, κρυμμένος πίσω από ένα άτεχνο χαμόγελο. Η κοπέλα έκλεισε πίσω της την πόρτα προσεχτικά.

Ο Γιάννης πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσηξε αργά. Έπρεπε να συγκεντρωθεί στην δουλειά του και είχε αρκετές ώρες ακόμα. Ωστόσο το μυαλό του παρέμενε κολλημένο σε αυτό που αντίκρισε λίγη ώρα πριν. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει ρε γ@#ώτο.
Ως γνήσιο τέκνο της δεκαετίας των ’70 έκανε πολλές προσπάθειες να παρακολουθεί την τεχνολογία και τον θαυμαστό κόσμο του internet. Τον εντυπωσίαζαν ανέκαθεν οι δυνατότητες του και σίγουρα ήταν το πρώτο και πιο χρήσιμο εργαλείο στην δουλειά του. Υπήρχαν στιγμές όμως που τον φόβιζε και ένιωθε τουλάχιστον ανασφαλής με όλα τούτα τα ψηφιακά πρωτόκολλα. Γιατί είχαν αντικαταστήσει τόσο εύκολα τις «δουλειές του ποδαριού» και ποιος είχε όφελος από αυτό; Μήπως όλη μας η ζωή ήταν υπό στενή παρακολούθηση και τα σενάρια συνωμοσίας δεν ήταν τελικά σενάρια;
Αυτό όμως που του συνέβαινε τώρα ήταν απλά αδιανόητο και τον είχε κατατρομοκρατήσει.
Άραγε υπήρχαν και άλλοι σαν κι αυτόν; Είχαν κλέψει κι από άλλους αυτά που αντίκρισαν κάποια δεδομένη στιγμή στην ζωή τους και ποιος είχε συμφέρον από κάτι τέτοιο;

Έπρεπε να το ψάξει, ήθελε μια απάντηση, για να συνεχίσει να είναι σίγουρος για κάποια λίγα πράγματα ακόμα στην ζωή του.
Να παραμείνει πίσω από τα όρια που τον κρατούσαν στην πλευρά της λογικής και την ασφάλεια του νοήμονος μακριά από την εσχατιά της παράνοιας.