Οι εκλογές του Κάφκα

Ο κύριος Κ, λίγες μέρες αφότου βρέθηκε στο χωριό, αποφάσισε να πάει στη μοναδική ταβέρνα που υπήρχε. Ήταν Κυριακή και δυσκολεύτηκε να βρει τραπέζι. Οι περισσότεροι πελάτες ήταν υπερήλικες και μασουλούσαν τόσο αργά που ο κύριος Κ πίστεψε ότι δεν θα τελείωναν πριν τη Συντέλεια.

Λίγο πριν γυρίσει για να φύγει, νηστικός, τον πλησίασε ο σερβιτόρος. Αφού ρώτησε δυο φορές το όνομα του, σαν να μην άκουγε καλά, ζήτησε και ταυτότητα. Έγραψε τον αριθμό της στο μπλοκάκι του και τον οδήγησε σ’ ένα μικρό τραπέζι, ακριβώς μπροστά στην τουαλέτα.

Ο κύριος Κ το θεώρησε άσκοπο να διαμαρτυρηθεί για τη θέση. Άλλωστε πεινούσε πολύ για να καθυστερεί με διαμαρτυρίες. Ο σερβιτόρος τον ρώτησε τι ήθελε να φάει, και ο κύριος Κ ζήτησε το μενού. Αυτό δεν φάνηκε ν’ αρέσει στον σερβιτόρο. Έψαξε στην τσέπη της ποδιάς του κι έβγαλε ένα χαρτί, ένα απλό λευκό χαρτί, που μόνο με κατάλογο δεν έμοιαζε. Το πέταξε περισσότερο, παρά το άφησε πάνω στο τραπέζι.

Στην πρώτη σελίδα έγραφε «Κυρίως Πιάτα» και είχε μόνο δύο επιλογές. Χοιρινό με ρίγανη και χοιρινό με σκόρδο. Στην δεύτερη σελίδα έγραφε «Συνοδευτικά» και είχε γραμμένα με μικρά γράμματα λίγα ακόμα πιάτα. Η τρίτη σελίδα ήταν λευκή.

– Δεν έχετε κάτι άλλο; Εκτός από χοιρινό;
– Γιατί; Δεν σας αρέσει το χοιρινό μας;
– Δεν ξέρω, δεν το έχω δοκιμάσει. Αλλά θα προτιμούσα κάτι λαδερό.
– Το χοιρινό έχει και λάδι.
– Κάτι χωρίς κρέας.

Ο σερβιτόρος δεν απάντησε. Κοίταξε έναν άλλο πελάτη, που του έκανε νόημα για να πάει.

– Λοιπόν… Θέλετε χοιρινό με ρίγανη ή με σκόρδο;

Ο κύριος Κ κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να επιμείνει στο λαδερό. Έτσι ζήτησε χοιρινό με ρίγανη, αφού του φάνηκε πιο ελαφρύ για το στομάχι.

– Και για συνοδευτικό… ξεκίνησε να λέει.
– Όχι!
Ο σερβιτόρος τον έκοψε. Και του εξήγησε ότι μπορούσε να διαλέξει μόνο ένα πιάτο. Έπειτα έφυγε χωρίς να πει τίποτα άλλο.

Όσο ο κύριος Κ περίμενε, και σίγουρα δεν ήταν λίγη ώρα, είδε τις ειδήσεις που έπαιζαν στις τηλεοράσεις της ταβέρνας. Έπειτα το πρώτο ημίχρονο από κάποιον ανιαρό ποδοσφαρικό αγώνα. Και μέτρησε πόση ώρα χρειαζόταν ένας ενενηντάχρονος για να πάει ως την τουαλέτα.

Κάποια στιγμή της Κυριακής ο σερβιτόρος του έφερε το πιάτο του. Και μόνο από την όψη του κατάλαβε ότι δεν θα του άρεσε. Το «χοιρινό» έμοιαζε πιο πολύ με κουράδα, πασπαλισμένη με ρίγανη. Επειδή πεινούσε δοκίμασε και πράγματι είχε γεύση κουράδας -με ρίγανη.

Έκανε το πιάτο του στην άκρη και έψαξε για τον σερβιτόρο. Δεν τον είδε πουθενά. Σηκώθηκε αγανακτισμένος, μουρμουρίζοντας ότι σίγουρα δεν θα πλήρωνε για εκείνα τα σκατά που του σέρβιραν. Και έφυγε.

~~

Κάποια μέρα μέσα στη βδομάδα χτύπησε το κουδούνι ο ταχυδρόμος και του παρέδωσε έναν φάκελο. Μέσα είχε τον λογαριασμό απ’ την ταβέρνα. Ήταν σχεδόν ένα μηνιάτικο.

Ο κύριος Κ πήγε τρέχοντας στην ταβέρνα, αλλά τη βρήκε κλειστή. Το ίδιο και την επομένη. Ενώ χτυπούσε για να του ανοίξουν, ένας περαστικός του είπε να μην κουράζεται άδικα, αφού ανοίγουν μόνο τις Κυριακές.

Ο κύριος Κ αποφάσισε ότι θα έπαιρνε την εκδίκηση του την Κυριακή, κι άρχισε να κάνει πρόβα τα λόγια που θα έλεγε.

~~

Την Κυριακή βρέθηκε εκεί, μα πριν προλάβει να πει κάτι στο σερβιτόρο εκείνος του ζήτησε συγνώμη. Του είπε ότι είχε γίνει ένα λάθος. Φυσικά και δεν χρειαζόταν να πληρώσει κάτι, για το χοιρινό με ρίγανη, και μάλιστα μπορούσε να πάρει κάτι άλλο, με έκπτωση 50%

– Τι άλλο έχετε; ρώτησε ο κύριος Κ, ικανοποιημένος με τον εαυτό του.
– Χοιρινό με σκόρδο, απάντησε ο σερβιτόρος.
– Ας το δοκιμάσω κι αυτό, είπε ο κύριος Κ, ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο.

Το πιάτο που του έφερε δεν διέφερε σε τίποτα από το προηγούμενο, μόνο που είχε σκόρδο αντί για ρίγανη. Κατά τα άλλα ήταν τα ίδια σκατά. Ο κύριος Κ προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, όμως ο σερβιτόρος ήταν πάλι άφαντος. Ρώτησε τους υπόλοιπους πελάτες μήπως τον είχαν δει.

– Παραγγείλατε; του είπε ένας γέρος.
– Παρήγγειλα, αλλά…
– Αφού παραγγείλατε δεν θα τον ξαναδείτε. Την επόμενη Κυριακή πάλι.

Ο κύριος Κ έφυγε μαινόμενος, βρίζοντας θεούς και δαίμονες. Η οργή του δεκαπλασιάστηκε δύο μέρες μετά, όταν ο ταχυδρόμος του έφερε έναν καινούριο φάκελο. Μέσα είχε το διπλό λογαριασμό και κάτι. Δυο μηνιάτικα, για δυο πιάτα, και τις προσαυξήσεις, επειδή καθυστέρησε να πληρώσει τον πρώτο λογαριασμό.

Η ιστορία επαναλήφθηκε. Πήγε στην ταβέρνα, τη βρήκε κλειστή. Έπειτα πήγε στον χωροφύλακα. Εκείνος, σαν είδε την επιστολή με τα χρωστούμενα, του είπε ότι αν δεν πλήρωνε μέχρι το τέλος της επόμενης βδομάδας θα του γινόταν κατάσχεση.

Ο κύριος Κ, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τρόπος να γλιτώσει απ’ το χρέος, κι έδωσε λίγα χρήματα που είχε στην άκρη για να πληρώσει την προκαταβολή του διακανονισμού.

~~

Την επόμενη Κυριακή ξαναπήγε στην ταβέρνα. Ο σερβιτόρος τον πήγε στο τραπέζι του, εκείνο που έβλεπε την τουαλέτα.

– Τι θα πάρετε σήμερα;
– Θα ήθελα κάτι διαφορετικό, είπε ο κύριος Κ.
– Τι εννοείτε;
– Δεν θέλω χοιρινό.
– Αυτό δεν γίνεται.
– Γιατί δεν γίνεται; Είδα ότι έχετε στα συνοδευτικά και ψάρι. Σαρδέλες με ντομάτα.
– Αυτό δεν το τρώει κανείς.
– Εγώ θα το φάω.
– Είστε σίγουρος;
– Ναι, είμαι! είπε ο κύριος Κ και πολλοί πελάτες σήκωσαν το κεφάλι τους απ’ το πιάτο τους κι απ’ την τηλεόραση για να τον κοιτάξουν.

Ο κύριος Κ αισθανόταν περήφανος. Είχε ταράξει τα νερά.

Λίγο μετά ήρθε ο σερβιτόρος και του άφησε το πιάτο του. Όμως αυτό δεν διέφερε σε τίποτα απ’ τα προηγούμενα, στην όψη τουλάχιστον. Ήταν σκατά με ντομάτα.

Πριν προλάβει να φύγει ο σερβιτόρος τον άρπαξε απ’ το χέρι.

– Εγώ ζήτησα ψάρι, του είπε ο κύριος Κ.
– Ψάρι σας έφερα.
– Αυτό είναι σκατά.
– Μα δεν δοκιμάσατε.
– Δεν χρειάζεται να δοκιμάσω. Μοιάζει με σκατά, μυρίζει σαν σκατά, είναι σκατά.
– Με ντομάτα.

Ο κύριος Κ κοίταξε στα μάτια τον σερβιτόρο.

– Θα ήθελα να μιλήσω με τον μάγειρα, του είπε.
– Αυτό δεν είναι δυνατόν.
– Γιατί;
– Γιατί δεν υπάρχει μάγειρας.
– Και ποιος φτιάχνει το φαγητό;
– Κανείς. Μας το στέλνουν έτοιμο. Απέξω.
– Πού έξω;
– Δεν ξέρω. Απέξω.
– Να μιλήσω με τον διευθυντή τότε, τον μαίτρ, κάποιον.
– Δεν υπάρχει κανείς. Όλα αποφασίζονται έξω. Μόνο εγώ είμαι εδώ, που πρέπει να τα σερβίρω.

Στις τηλεοράσεις ειδήσεις κι ο παρουσιαστής μιλούσε διακεκομμένα. Ένας γέρος κατουρούσε διακεκομμένα, με ανοιχτή την πόρτα της τουαλέτας.

– Θα πάω αλλού να τρώω, είπε ο κύριος Κ.
– Δικαίωμα σας.
– Στο διπλανό χωριό θα πάω.
– Κι εκεί τα ίδια σκατά σερβίρουν. Σε άλλη γλώσσα.
– Σας ζήτησα ψάρι και μου φέρατε πάλι σκατά.
– Εγώ μόνο σερβίρω, υπάλληλος είμαι.
– Θέλω να μιλήσω με τον ιδιοκτήτη.

Ο σερβιτόρος χαμογέλασε.

– Με ακούσατε; Θέλω να μιλήσω με τον ιδιοκτήτη, του ξανάπε ο κύριος Κ.
– Αυτό δεν είναι δύσκολο, του είπε ο σερβιτόρος.
– Ωραία. Πείτε ‘του να έρθει. Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης αυτής της αηδίας που θέλετε να αποκαλείτε ταβέρνα;
– Εσείς είστε.
– Ορίστε;

Ο σερβιτόρος έδειξε με το κεφάλι τον κύριο Κ και όλους τους άλλους πελάτες.

– Εσείς είστε οι ιδιοκτήτες, του είπε ξανά.

Ο κύριος Κ χαλάρωσε τη λαβή του. Ο σερβιτόρος πήρε το χέρι του, έτριψε τον καρπό, και μετά έπλεξε τα δάκτυλα του.

– Θα θέλατε κάτι ακόμα, κύριε;
– Υπάρχει επιδόρπιο;
Ο σερβιτόρος γέλασε.

– Μάλιστα, κύριε, σκατά με μέλι.
– Είναι ντόπιο;
– Όχι, κύριε.
– Καλά. Φέρτε μου μια μερίδα.
– Μάλιστα, κύριε. Καλωσήρθατε, κύριε.

Πηγή

18/10/2012

 

Μια στάλα φως μπήκε στην κάμαρα του.
Ξημέρωσε.
Το ημερολόγιο έγραφε 18 Οκτωβρίου ημέρα Πέμπτη.
Κάτι σκίρτησε μέσα του.

Είχε πολλά να κάνει σήμερα.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Η κυρά ξύπνια από ώρα έκανε δουλειές και είχε όπως πάντα τον καφέ του έτοιμο.
Η μυρωδιά, του χάιδεψε την μύτη.
Βαρύς και μέτριος όπως του άρεσε.
“Αδυνάτισε η καλή μου” σκέφτηκε ενώ παρατηρούσε την αρχόντισσα του σπιτιού του να παιδεύεται με τις καθημερινές της δουλειές. Ένα παράπονο τον έπιασε. Άνεργος μήνες τώρα, τα φέρνανε πολύ δύσκολα. Σωστό μεροκάματο είχε να κάνει πάνω από πέντε χρόνια και το πράγμα δυσκόλευε πολύ.
Κάτι σκίρτησε μέσα του.

Μέρα παρά μέρα, έτρεχε στο λιμάνι μήπως βρει κάτι, μήπως μπορέσει να νοικιάσει τις πλάτες του μερικές ώρες. Τίποτα, χαμένος χρόνος. Κανένας δεν έδινε δουλειά σε έναν ηλικιωμένο, εδώ καλά -καλά δεν είχαν οι νεότεροι του. Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν..
Τώρα έπρεπε να είναι με εγγόνια του και να χαίρεται τους κόπους μιας ζωής. Να έχει μια σύνταξη και να μπορεί περήφανος να τους πάρει ένα δωράκι, μια σοκολάτα, κάτι….        Αλλά αυτός δεν είχε χρήματα να βγάλει τον υπόλοιπο μήνα του και το φαγητό ακόμα, με δυσκολία το εξασφάλιζε. Ένας άνεργος παππούς ήταν σκέφτηκε, ένα ναυάγιο της ζωής που παράτησαν μέσα στην δίνη της αγριεμένης θάλασσας, αυτοί που κληρονόμησαν τούτο τον κόσμο και τον καταχράστηκαν από αυτόν και τα παιδιά του.
Τον πήρε το παράπονο..
Κάτι σκίρτησε μέσα του.

Σήμερα όμως θα κατέβαινε στην πορεία στο κέντρο της Αθήνας. Έπρεπε να πάει, δεν πήγαινε άλλο. Τα πόδια του πονούσαν και η μέση του ζαβή, χρόνια τώρα από τα φορτία και την σκληρή δουλειά. Η φωνή του όμως στεκόταν ακμαία και ο θυμός του την έτρεφε ακόμα περισσότερο. Θα κατέβαινε , έπρεπε και αυτός να φωνάξει σε αυτούς που πήραν το τιμόνι της πατρίδας του και τον πέταξαν στον πρώτο σταθμό.
Άρχισε να διαβαίνει τα σοκάκια του Πειραιά προκειμένου να φτάσει στην στάση του λεωφορείου. Κάποτε στην Αθήνα ανέβαινε με τα πόδια σαν βόλτα.  Άλλα χρόνια τότε, καλύτερα. Τον έτρεφαν τα νιάτα του και τα όνειρα που έκανε για την ζωή του. Δούλευε πολύ και κουραζόταν περισσότερο αλλά κάθε σταγόνα ιδρώτα τον έκανε πιο περήφανο. Φάνταζε σπουδαίος, σωστός γίγαντας στα τρία παιδιά του όταν έμπαινε γεμάτος τρόφιμα για το σπίτι του και μερικές καραμέλες για τα μικρά.
Η πορεία άρχισε στο Αιγάλεω και φτάσαν στο κέντρο της πόλης μετά από μία ώρα. Δίπλα του κρατούσε το πανό ο Μιχάλης, την ντουντούκα ο Πέτρος. Πιο μπροστά η Φανή και τόσοι άλλοι γνωστοί και άγνωστοι, άνθρωποι που πιστεύαν ακόμα στο όνειρο της ενότητας, της δύναμης, της δημοκρατίας. Που έπαιρναν δύναμη από τον σύντροφο τους και έβγαζαν την φωνή τους μέσα από σφιγμένες φλέβες.
Στο κέντρο επικρατούσε χάος από τον κόσμο αλλά και τις δυνάμεις καταστολής σε πλήρη ετοιμότητα με παγωμένα βλέμματα να τους επιβλέπουν. Είχαν αρχίσει για μια φορά ακόμα τα επεισόδια στα γύρω στενά και δυστυχώς ο αέρας άρχισε να μυρίζει χημικά. Μια σκιά πέρασε από τα μάτια του, μαύρη σαν τα πουλιά που φέρνουν την βροχή. Τα μάτια του θόλωσαν, δάκρυσαν. Έπαψαν να βλέπουν τον ορίζοντα και πήραν να κατεβαίνουν προς τον δρόμο.

Έπεσε.
Κάτι σκίρτησε μέσα του.                             
Για τελευταία φορά.

Καλό ταξίδι στον ΑΝΕΡΓΟ, 65ΧΡΟΝΟ ναυτεργάτη που έφυγε στις 18/10/2012.

Μέσα απ’ τον καθρέφτη

Θλίψη.
Σαν τα κίτρινα φύλλα του Σεπτέμβρη που εγκαταλείπουν το δέντρο τους.
Σαν την βροχή που δεν έρχεται στην αιώνια ξηρασία.
Σαν τα δάκρυα όταν συναντούν τα μάτια στην αέναη αυτή σχέση τους.

Μυστικά του μυαλού και η άρνηση του  να αντικρίσει το φως. Να μιλήσει στην καρδιά πριν όλα παγώσουν, πριν γίνουν όλα λευκά.
Το λευκό δεν είναι χρώμα, δεν είναι δημιουργία, δεν είναι τίποτα.
Είναι ο φόβος του ανθρώπου που δημιουργεί, ο φόβος του συγγραφέα μπροστά στην λευκή σελίδα, ο πανικός του ζωγράφου όταν αντικρίζει τον άδειο καμβά, η ανύπαρκτη μελωδία του συνθέτη στο κενό πεντάγραμμο.  Λευκά τραύματα στην μνήμη, σχισμένες σελίδες τα παιδικά μας χρόνια.
Ο άνεμος  που δρόσιζε τα πρόσωπα μας  στο κυνηγητό θαρρείς και στέρεψε, η ματιά μας στον κόσμο ξεθώριασε και  το γλυκό έχασε πια την γεύση του.
Μεγαλώνω φίλε και επιστρέφω ξένος στην ψυχή και τα συναισθήματα μου.
Μου αρέσει η βροχή, ίσως γιατί σβήνει πίσω της τα ίχνη της περασμένης ανθρωπιάς μου, της ανέμελης φιλίας μου, τα λόγια που αγάπησα. Αφού έφυγαν αυτοί που κάποτε μου τα είπαν γιατί να μείνουν πίσω μόνο οι κουβέντες τους;
Αφού η μορφή τους χάθηκε στην σκόνη του χρόνου γιατί η μνήμη μου να ανακαλεί τις εικόνες τους;

Μου έμειναν κάτι σπασμένες νότες φίλε, από ξεχασμένες μουσικές ιστορίες κρυμμένες κάπου στην πρώτη μου νιότη.
Πόση δύναμη και χαρά μου χάρισαν κάποτε;
Πόσο ανούσιες μου φαίνονται πια;
Πόσο ανίσχυρα όπλα για να παλέψω στην γκρίζα αρένα που με έριξαν;
Μονομάχος ενάντια στον χειμώνα των ανθρώπων, ενάντια στην γυάλινη ψευτιά της πόλης, στα θλιβερά φώτα της που με βυθίζουν σε περισσότερο σκοτάδι. Περιπατητής ανάμεσα στα ερείπια των χαμένων συνειδήσεων, συνοδοιπόρος στη λησμονιά του ονείρου, δυσήκοος στις κραυγές απόγνωσης, τυφλωμένος από το στημένο παιχνίδι της ζωής μου.

Μα εκεί κατά το σούρουπο, την ώρα που νυχτώνει φίλε, κρυμμένος στο τσιμεντένιο λαγούμι μου, στο ανίερο ησυχαστήριο μου, δεν αντέχω την σιωπή μου, με ξεκουφαίνει. Δεν βαστώ όταν  θωρώ την ανημποριά μου, με στενεύουν οι αλυσίδες μου  και με πληγώνουν.
Κάπου εκεί σε ψάχνω φίλε μου στον καθρέφτη αλλά δεν σε βρίσκω πουθενά.
Δεν με βρίσκω πουθενά.
Γιατί το είδωλο μου φαντάζει ανέγνωρο και μακρινό.
Όσο μακρινή φαντάζει η θαλασσινή αύρα που αρμύριζε την εφηβεία μου.

Αποστρέφω το βλέμμα και τείνω το χέρι μου στο κενό.
Γιατί όπου δεν υπάρχει ασχήμια, υπάρχει σκοτεινιά.
Σκοτεινιά, θλίψη και μοναξιά.

Τίποτα

 

 

Πάω , έρχομαι, ξαναγυρνώ.

Σκέψεις με τυλίγουν σαν ζεστά ρούχα στο φευγιό μου.

Πιάνω τον εαυτό μου στον αυτόματο να μιλά, να χαμογελά, να περπατά.

Στον αυτόματο να αγαπά και να ερωτεύεται.

Στον αυτόματο να ζει.

Οι νότες  γίναν κονσέρβες και οι εικόνες οθόνες.

Τα λόγια έγιναν χτυπήματα στο μαύρο πληκτρολόγιο και τα συναισθήματα γκροτέσκο σχεδιάκια με χαμόγελα.

 

Βουβές σκιές προχωρούν δίπλα μου.

Πόσο θόρυβο σηκώνει αυτή η μοναξιά;  

Πόση ερημιά αγκαλιάζει τα λόγια τους;

Τίποτα που να μυρίζει ανθρωπιά και στοργή.

Τίποτα που να θυμίζει τα παλιά μας, αναλογικά καλοκαίρια.

Τίποτα αδερφέ, τίποτα φίλε των αγνών πρώτων χρόνων μου.

Τίποτα

 

The World is on Fire (?)

Εδώ και αρκετά χρόνια το φαινόμενο των πυρκαγιών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Δεν μιλάω αποκλειστικά για την γνωστή Ελληνική αλητεία που θέλει χάρη ενός αυθαιρέτου να καίγονται χιλιάδες στρέμματα παρθένου δάσους αλλά στο παγκόσμιο πλέον φαινόμενο γιγαντιαίων πυρκαγιών που κρατάνε εβδομάδες αφανίζοντας τεράστιες εκτάσεις δάσους..

Στην Ελλάδα δυστυχώς το φαινόμενο κρατά δεκαετίες και με την αρωγή του σάπιου κοινωνικοπολιτικού συστήματος έχουμε χάσει τεράστιους πνεύμονες οξυγόνου. Αδυνατώ όμως να δεχτώ ότι το ίδιο συμβαίνει παντού.. Τεράστιες πυρκαγιές μαίνονται στην Καλιφόρνια (σχεδόν κάθε χρόνο..), στην Αυστραλία χρόνο παρά χρόνο, φέτος και στον Καναδά!

Είναι όλα αυτά αποτέλεσμα αρρωστημένων μυαλών ή ισχύει, κιόλας, το πολύ εφιαλτικότερο σενάριο που έχει απλά να κάνει με την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη;;

Παρακάτω παραθέτω κάποια στοιχεία (δείγμα τελευταίας εβδομάδας) από παρατηρήσεις της NASA.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Global Forest Watch

Πριν λίγα χρόνια εξαιτίας της παρατεταμένα υψηλής θερμοκρασίας στην Σιβηρία παρατηρήθηκε το φαινόμενο που μόλις λίγα χρόνια πριν, σε ένα ντοκιμαντέρ,  είχε χαρακτηριστεί σαν μελλοντικά καταστροφικό φαινόμενο! Περιοχές που επί χιλιάδες χρόνια ήταν καλυμμένες με παγετώνες άρχισαν να ξεπαγώνουν και να απελευθερώνουν εγκλωβισμένο μεθάνιο στην ατμόσφαιρα. Αυτό έρχονταν σαν τελευταίο στάδιο μετά την αποτέφρωση των δασών..

Το μεγάλο πρόβλημα πέρα από τις όποιες θεωρίες ή μη είναι ότι όλα τα φαινόμενα που παρατηρούνται με αυξημένη ένταση τα τελευταία χρόνια εντείνουν τον φαύλο κύκλο.

  • Μεγαλύτερη θερμοκρασία συνεπάγεται μεγαλύτερη ξηρασία, λιγότερα χιόνια.
  • Λιγότερα χιόνια μεγαλώνουν την επικίνδυνη περίοδο πυρκαγιών (τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί έως 4 εβδομάδες).
  • Το φαινόμενο δημιουργεί αλυσιδωτά μεγαλύτερες τροπικές καταιγίδες.
  • Από μελέτες στις Ηνωμένες πολιτείες έχει παρατηρηθεί ότι 1,5 βαθμοί F αύξησης της θερμοκρασίας οδηγεί σε 6% αύξηση στους κεραυνούς!
  • Οι κεραυνοί είναι ο πιο φυσικός (ίσως) τρόπος πρόκλησης πυρκαγιών.
  • Οι πυρκαγιές εκλύουν τεράστιες ποσότητες CO2.
  • Το CO2 είναι το βασικό αίτιο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
  • Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι δημιουργεί αύξηση της θερμοκρασίας.

Πολύ φοβάμαι ότι ο χρόνος που ο άνθρωπος θα μπορούσε να ευαισθητοποιήθει και να «επέμβει» έχει περάσει δεκαετίες πριν.. Και για όλα φταίει, θεωρώ, η στρουθοκαμηλική λογική της ανθρωπότητας και του δυτικού πολιτισμού. Το μόνο που απασχολεί τους έχοντες και τους εντολοδόχους πολιτικούς τους είναι η οικονομική ανάπτυξη. Κανένας δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον. Κανείς δεν σκέφτεται τους επόμενους, ούτε καν τα παιδιά του… Και στην περίπτωση που όντως νοιάζεται για τα παιδιά του έχουμε έτοιμο το άλλοθι και το παραμυθάκι που το μαθαίνουμε από το σχολείο ακόμα.

Θυμάμαι συγκεκριμένα από το δημοτικό να διαβάζω ότι σε 200 χρόνια περίπου υπολογίζουμε ότι θα αρχίσουν να λιώνουν οι πάγοι.. Συμπέρασμά;; Μην σκας, εσύ και τα παιδιά σου δεν προλαβαίνετε! Οι επόμενοι;; Τι να κάνουμε.. Δεν θα σώσεις εσύ τον κόσμο!

σκέφτομαι… να υπακούσω;

Σταμάτησε η παραγωγή της Κόκα -Κόλα στη Βενεζουέλα, διότι σταμάτησε να βγαίνει η ζάχαρη. Άντε τώρα να χωνέψουν το παντεσπάνι τους, οι πτωχοί. Βέβαια, μοσχαρίσιο Αργεντίνικο κρέας από δίπλα, μπορούν γα φαν…

Άντε να είσαι επιτηρητής – εξετάσεις, και καλά – και να πιάσεις τον Τάδε να αντιγράφει…
Φυσικά και σκας. Δεν θες να πεις το πήμα… Αν, αύριο, πέφτουν μπαλκόνια και πεθαίνει από λάθος άνθρωπος, δε βαριέσαι… πόσο αξίζει μια ζωή; όσο το ελάχιστο στη συνάρτηση αξία/κόστος…

Άντε να καταργηθούν και οι πανελλήνιες. Δεν ήταν κατάσταση αυτή… πόσα τραύματα… τουλάχιστον, από τούδε, οι πληγές θα είναι συγκεκριμένες… μας έφαγε τη θέση ο Τάδε, όχι ο τάδε… να έχεις να λες στα εγγόνια, Ρωμιέ… που, αν  σε άφηναν, θα κυβερνούσες το Γαλαξία…

Ακριβαίνουν όλα… αυτός ο Τρικούπης φταίει… Δεν του έφτανε το δικό του κουπί, ήθελε να κάνουμε κι εμείς, επί τρία (τρι-κούπις).

 

Βρέθηκε ο τάφος του Αριστοτέλη; 2.000 χρόνια πριν/μετά;

Μηδέν

Ποτέ, κανένας, ξανά στο μηδέν
επιρρεπής μονίμως στα όχι και τα δεν,
θιασώτης της άρνησης, βήμα μπροστά
ταξιδευτής ανίερος στο πουθενά.

Δόλιος, πανούργος πραγματευτής
στα ρυπαρά πάρε-δώσε ο νικητής,
σκοτεινός μαχητής του διαφορετικού
άσπρο και μαύρο δίχως ίχνος εκρού.

Μαγεντιανό κόκκινο θα βάψω την αυγή μου
χρώμα θα χαρίσω στην πολύπαθη ψυχή μου,
θα φύγω μακριά, εδώ είναι ο πάτος
θα αφήσω σε σένα το «εν κράτει κράτος».

Ομορφα

Βρέχει.

Τα σύννεφα αγκάλιασαν τα βουνά και βάλθηκαν να κατεβαίνουν. Η θάλασσα μαύρη και απειλητική σε αποτρέπει να την πλησιάσεις ενώ σαδιστικά ταρακουνά 2-3 πλεούμενα που βρέθηκαν στο διάβα της. Το τζάμι του σπιτιού γέμισε με χίλια δύο διαμαντάκια που η σύντομη ζωή τους τελειώνει όταν κατρακυλούν. Βάζω βιαστικά ένα αδιάβροχο, ψελλίζω ένα «δεν θα αργήσω» και βγαίνω έξω.

Τι ομορφιά!
Πόσο μου αρέσει;

Περπατώ σε έναν δρόμο κατάμεστο από δέντρα με το πράσινο να χάνεται στις κοντινές παρυφές.
Είμαι στην αγαπημένη μου πόλη μακριά από την Αθήνα και σαν το λαγωνικό αρχίζω να οσμίζομαι τον αέρα. Εναν αέρα κυνηγημένο από την θάλασσα που μεταφέρει μυρωδιές από λουλούδια και καθαρή βροχή.
Πόσο μου έχουν λείψει αυτές οι μυρωδιές;
Ακούω κάτι γέλια και λίγα δευτερόλεπτα μετά με προσπερνούν δυο ποδηλάτες που συναγωνίζονται την επερχόμενη καταιγίδα σ έναν άνισο αγώνα.

Αρχίζω ένα ελαφρύ τζόκινγκ και αφήνομαι στους ήχους της φύσης. Ο αέρας κάνει τα δικά του αναγκάζοντας την βροχή να σφυρίζει στα αυτιά μου. Κάτι σκυλιά με κοιτάζουν παραξενεμένα μέσα από την νιρβάνα τους και ένα άλογο ευτυχισμένο σε ένα κτήμα δεν καταδέχεται ούτε να γυρίσει το όμορφο κεφάλι του.
Συνεχίζω να τρέχω και αχόρταγα να ρουφώ ήχους, οσμές και χρώματα.
Χάνομαι στις σκέψεις μου και στον επικείμενο γυρισμό μου στην πρωτεύουσα μετά τις ολιγοήμερες διακοπές μου.

Τις διακοπές που ξαναγίνεσαι άνθρωπος
Για λίγο

Φοβάμαι μαμά

Μια λευκή κόλλα μπροστά μου κι ένα μολύβι. Σαν κι αυτά που μου έπαιρνες όταν ήμουν μικρή, θυμάσαι; Με σχέδια επάνω. Είναι μέρες τώρα που θέλω να γράψω για σένα μάνα. Πάνε μέρες που κοιτάς έξω από το παράθυρο γαλήνια και ήρεμη και κάπου σαν να ταξιδεύει το μυαλό σου. Ίσως σήμερα που θα γυρίσεις και θα με κοιτάξεις να σε ακούσω να λες «καλώς το παιδί μου».

Σου έχω θυμώσει μάνα πολύ. Και δεν κάνει, δε φταις εσύ μου είπαν οι γιατροί. Θα υπάρχουν μέρες που θα ξυπνάς από τη λήθη και θα θυμάσαι.
Μα εγώ μάνα νιώθω ανίκανη μπροστά σε αυτό. Θέλω να σταματήσω το αύριο, που θα είναι τα πράγματα πιο άσχημα. Δε θέλω μάνα να » χαθείς».
Πόσο θέλω να σε κάνω και εγώ καλά, όπως μ’ έκανες κι εσύ κάποτε… Μα δεν μπορώ μάνα, δε μπορώ.
Να προσεύχομαι μου είπαν κι αν είμαστε τυχεροί κάποιες στιγμές θα «επιστρέφεις.» Από που ρε μάνα; Ποια λήθη σε πήρε μακρυά μου;

Κάθε μέρα θα σου μιλώ. Θα σου λέω τις ιστορίες μας. Να ήταν μακάρι αυτό το γιατρικό που χρειάζεσαι…
Φοβάμαι μάνα. Μη με ξεχνάς μάνα. Η αγάπη, λένε, γιατρεύει, η δική μου γιατί δεν σε κάνει καλά;
Περπατάω αργά και μπαίνω στο δωμάτιο. Γυρίζεις το κεφάλι σου και με κοιτάς. Χαμογελάς κι εμένα η καρδιά μου πάει να σπάσει…
«Γεια σου κορίτσι μου, έλα πέρασε, θέλω παρέα. Η κόρη μου δεν έρχεται πια, μάλλον με ξέχασε»…

 

Πηγή

Μεγαλώνω

Πόσο κουρασμένος νιώθω;
Πως τα κατάφερα και έφτασα ως εδώ;

Πότε ακριβώς έγινε αυτό;
Έτσι, ένας ταλαίπωρος ανθρωπάκος που μάχεται με τα θηρία δηλαδή με τους άλλους γύρω του.
 

Πεσιμιστής;
Ίσως,
ίσως και όχι δεδομένου των συνθηκών που ζούμε πλέον στη χώρα μας.

Ένα αδιάκοπο σαφάρι έχει γίνει η καθημερινότητα μου, πόλεμος στα χαρακώματα και όποιος επέζησε.

Δεν το θέλω αυτό, όχι δεν θέλω έτσι.
Αναπολώ και πάλι τα παιδικά μου χρόνια
Γαμώτο, το ξέρω δεν είναι λύση αλλά τα αναπολώ.

Χρόνια αθωότητας κι ανεμελιάς.
Χρώματα ζωντανά και χαρούμενα και οι σκοτούρες κλειδωμένες στο ντουλάπι.
Ένας ήλιος έφτανε και οι φίλοι μας.

Αχ οι φίλοι μας!!

Βασιλιάδες στα όνειρα μας οι φίλοι μας, το πιο σημαντικό κομμάτι στο μικρόκοσμο μας.
Μοιραζόμαστε την ίδια μπάλα, τα ίδια παιχνίδια, τα ποδήλατα που είχαν μερικοί από αυτούς.
Μοιραζόμαστε το χαμόγελο, το γέλιο που έβγαινε αβίαστα από τα κατάβαθα της νεανικής ψυχής μας.

Αυτοί οι φίλοι που τώρα εάν δεν κανονίσεις καμιά βδομάδα πριν δεν θα τους δεις. Και όταν τους δεις μετράς τις έγνοιες και τους φόβους τους. Κάθε σκέψη τους  σκάβει ανεπανόρθωτα τα προσωπά τους και δεν τους αναγνωρίζεις.

 

Μεγαλώσαμε πολύ..
Αναπολώ
Ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν μήπως και τα καταφέρω.

Μήπως και τα καταφέρω τώρα που απουσιάζουν τα χαμόγελα και υπερτερούν οι απουσίες.
 

Πόσο κουρασμένος νιώθω;

Το παλάτι της μνήμης μας

Το να έχει κανείς δυνατή μνήμη είναι προσόν. Μπορεί να τη χρησιμοποιήσει στη δουλειά του, στην προσωπική ζωή του, στην καθημερινότητά του. Σε όλα, στα πάντα.

Δεν είναι, όμως, μόνο προσόν, είναι και μειονέκτημα. Κατειλημμένος εγκεφαλικός χώρος με, πολλές φορές, πολλές άχρηστες πληροφορίες.

Προσωπικό δράμα. Θυμάμαι πότε έχουν γενέθλια άνθρωποι που έχω να μιλήσω χρόνια, πότε πήγαμε εκδρομές στο σχολείο και πού, τη νηπιαγωγό μου με κάθε λεπτομέρεια, όλους τους δασκάλους και τους καθηγητές, βαριές κουβέντες που αντάλλαξα, χαρούμενες και λυπητερές ημερομηνίες της ζωής μου, πότε πήρα το lower, το πρώτο και το τελευταίο γερό χαστούκι της μαμάς μου εξαιτίας του «Νέλη, να ένα τόπι», το λαχανόρυζο που δεν άγγιξα ποτέ (κι ούτε πρόκειται), τις διακοπές του καλοκαιριού με όλα τα παρελκόμενα, αριθμούς τηλεφώνων και τόσα άλλα. Γενικά θυμάμαι, και δεν είναι και τόσο ευχάριστο κάποιες φορές.

Όταν κανείς θυμάται πολύ και πολλά, πέρα από το χώρο που γεμίζει στο κεφάλι, γεμίζει και πολλές εικόνες που δεν μπορούν να ξεχαστούν. Θέλεις να ξεχάσεις και δε μπορείς. Γιατί είναι φορές και στιγμές που θέλεις ν’ αδειάσεις, να μη θυμάσαι το παραμικρό. Η ζωή δεν έχει μόνο καλές κι ευχάριστες μέρες, έχει και πολύ δυσάρεστες.

Θα ήταν πολύ θετικό γι’ αυτές τις περιπτώσεις να υπήρχε ένα μαγικό φίλτρο που θα φίλτραρε πρόσωπα και καταστάσεις. Κρατάμε και πετάμε, θυμόμαστε και ξεχνάμε.

Ακόμα κι όταν χάνουμε ανθρώπους, θα ήταν χρήσιμο να μπορούμε να κρατάμε την εικόνα τους και τα συναισθήματα που έχουμε γι’ αυτούς και να αφήνουμε στην άκρη τον πόνο και τη θλίψη του χαμού τους. Η μνήμη, όμως, δε βοηθάει.

Όπως σε παραδείγματα χωρισμών, καυγάδων, δυσάρεστων καταστάσεων, η μνήμη παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θυμάσαι τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια και δεν μπορείς να πας παρακάτω, να ηρεμήσεις, να υποδεχτείς τη γαλήνη. Πολύ απλά γιατί θυμάσαι.

Από την άλλη, όσο βασανιστικό κι αν είναι να θυμάσαι τα πάντα, άλλο τόσο ανυπόφορο είναι να μη θυμάσαι τίποτα. Όχι μόνο γι’ αυτόν που δε θυμάται, αλλά και γι’ αυτούς που είναι γύρω του.

Πώς είναι δυνατόν, να είσαι φίλος κολλητός και να μη θυμάσαι τα γενέθλια του άλλου; Πώς γίνεται να μη θυμάσαι πότε γιορτάζουν οι γονείς σου ή πότε πήρες το πτυχίο σου; Γιατί ξέχασες τη φιλόλογο της Γ’ λυκείου; Μα ούτε το κινητό σου απ’ έξω; Για την ημερομηνία που τα φτιάξατε ούτε λόγος, ε;

Κατά βάση ανδρικό προνόμιο, σε μεγαλύτερα ποσοστά τουλάχιστον. Η λεγόμενη μνήμη του χρυσόψαρου που, όπως ισχυρίζεται η επιστήμη, διαρκεί τρία δευτερόλεπτα. Τώρα το λες, τώρα το ξέχασες.

Στο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, η μνήμη έχει απασχολήσει πολλούς ποιητές, φιλόσοφους, λογοτέχνες, συγγραφείς.

Για την Κική Δημουλά η μνήμη είναι το κύριο όνομα των θλίψεων, για το Γιώργο Σεφέρη όπου την αγγίξεις πονάει, ο Σίγκμουντ Φρόιντ υποστηρίζει πως οι αναμνήσεις κάνουν τους υστερικούς να υποφέρουν, ο Cesare Pavese μας λέει ότι δε θυμόμαστε μέρες παρά μόνο στιγμές, για τον Ουγκώ η μνήμη γειτονεύει με τις τύψεις, ο Steven Wright πιστεύει πως η καθαρή συνείδηση είναι σημάδι κακής μνήμης.

Είτε είμαστε, λοιπόν, ελέφαντες είτε χρυσόψαρα η μνήμη είναι εκεί και μας ακολουθεί. Άλλους πολύ κι άλλους λιγότερο, ίσως τελικά και να μην έχει τόση σημασία αν, όπως λέει και μια διεθνής παροιμία, «όταν δίνεις να ξεχνάς κι όταν παίρνεις να θυμάσαι».

 

Πηγή

Μια προαναγγελθείσα βουτιά στο κενό…

Μια βουτιά στο κενό και το Είναι έγινε Ήταν. Τουλάχιστον για εμάς, που μείναμε πίσω. Πίσω με τις τύψεις μας. Δέκα χρόνια ζούσαμε στην ίδια πολυκατοικία.

Συναντιόμασταν συχνά στους κοινόχρηστους χώρους και ανταλλάσσαμε δυο κουβέντες. Έμοιαζε με παιδί φυλακισμένο σε σώμα ενηλίκου. Έλεγε με ευκολία, που μάλλον έκρυβε περηφάνια ανάμεικτη με ντροπή, στους νέους ενοίκους της πολυκατοικίας πως ήταν πρώην ναρκομανής και είχε καταφέρει να αποτοξινωθεί με πρόγραμμα μεθαδόνης. Από τα ναρκωτικά μπορεί να αποτοξινώθηκε, όχι όμως και από ό, τι τον ώθησε σε αυτά…

Κάποτε είχε επιχειρήσει να πέσει από την Ακρόπολη. Τον πρόλαβαν και τον πήγαν σε ψυχιατρείο. Έκτοτε είχε το Χαρτί. Το Ακαταλόγιστο. Και μαζί με αυτό, επικυρώθηκε και ο φόβος που νιώθαμε οι άλλοι για εκείνον, τον «διαφορετικό».

Έναν Αύγουστο, το βράδυ με την πανσέληνο, έριξε όλα του τα έπιπλα από το μπαλκόνι του. Είχαμε την ατυχία να έχουμε παρκάρει από κάτω. ‘Εσπασε το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μας και κάποιων άλλων. Κανείς δεν του ζήτησε τίποτα. Είχε το ακαταλόγιστο. Και τον φόβο μας. Και την απέραντη μοναξιά του.

Άλλη φορά πήρε το λάστιχο και γέμισε το διαμέρισμά του με νερό. Ξεχείλιζε από παντού. Ήρθε αστυνομία. Πολλοί αστυνομικοί, αμήχανοι, να μην ξέρουν τι να κάνουν. Εκείνος έμενε κλεισμένος εκεί μέσα. Πώς διαπραγματεύεσαι με την τρέλα;

Είχε πάντα το σκυλάκι του μαζί του. Και όλες τις γάτες της περιοχής, τις άφηνε να κάθονται στη μηχανή του. Έβαζε και ένα σωρό κουρέλια στο καλάθι πίσω, για να είναι ζεστά… Κι όμως, όταν κάποιος έριξε φόλα στις γάτες, έσπευσαν όλοι να τον κατηγορήσουν. Εκείνον, τον «διαφορετικό».

Μια μέρα μπήκε στο κλειστό γκαράζ, την ώρα που πάρκαρα. Φοβήθηκα λίγο, όπως μου είχαν μάθει να κάνω. Μου είπε πως αυτά τα γκαράζ είναι επικίνδυνα. Πως κάποτε δούλευε σε έναν κινηματογράφο και είχε δει πολλές ταινίες και είχε δει ανθρώπους να πεθαίνουν από τις αναθυμιάσεις των αυτοκινήτων τους μέσα σε τέτοια γκαράζ. Του είπα πως εκείνοι το έκαναν επίτηδες, για να αυτοκτονήσουν, αλλά εκείνος επέμενε να με προστατεύσει από τον κίνδυνο. Ήξερε εκείνος από τάσεις αυτοκτονίας. Προσφέρθηκε να ανοίξει μια τρύπα ψηλά στον τοίχο, για εξαερισμό. Τον διαβεβαίωσα ότι θα το ψάξω και αρνήθηκα ευγενικά.

Γύριζε παντού με τη μηχανή του και όλο έφερνε θησαυρούς που μάζευε από τον δρόμο. Στόλισε και την είσοδο της πολυκατοικίας με ένα τραπεζάκι και μερικές καρέκλες. Είχε βάλει σεμεδάκι, βάζο με λουλούδια και μολυβοθήκη με στυλό. Και πίνακες στους τοίχους του κλιμακοστασίου. Ζέσταινε τον κοινό μας χώρο, ήταν όμορφο. Έγινε αμέσως συνέλευση της πολυκατοικίας για την «αντιμετώπιση του προβλήματος». Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Κάποιοι κάθονταν στις καρέκλες που εκείνος είχε φέρει, την ώρα που τον επέκριναν και τον έβαζαν να υποσχεθεί ότι θα τα απομακρύνει όλα αυτά… Σοκαρισμένη μία κυρία μου ψιθύρισε πως τον είχε δει γυμνό στο μπαλκόνι του να ποτίζει τα λουλούδια. Άκου γυμνό! Και έχουμε και παιδιά στην πολυκατοικία!

Πέρασε καιρός, αθόρυβα ερχόταν, αθόρυβα έφευγε. Δεν πολυμιλούσε πια.

Δεν άντεξε. Η ευγενική του ψυχή δεν άντεχε άλλο φυλακισμένη σε αυτό το Σώμα, σε αυτά τα Πρέπει, σε αυτήν την Απομόνωση… Δεν μπορούσε να συνεχίσει να παλεύει με τους δαίμονές του. Έπεσε από το μπαλκόνι αγκαλιά με μια εικόνα αγίου, για καλό κατευόδιο.

Έφυγε εκείνος, ο λογικός, και άφησε πίσω εμάς τους τρελούς να ψάχνουμε κάποιον άλλον για να δείχνουμε με το δάχτυλο. Αγωνιώντας να επιβεβαιώσουμε τη φυσιολογικότητά μας…

*Ένας άνθρωπος αυτοκτονεί κάθε σαράντα δευτερόλεπτα σε ολόκληρο τον κόσμο ενώ συνολικά ένα εκατομμύριο άνθρωποι αυτοκτονούν κάθε χρόνο.

Πηγή

Ο Νικόλας και η Μοναξιά

Ο μικρός Νικόλας δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ και έτσι δεν μπορούσε να ξυπνήσει το πρωί, για να πάει στο σχολείο. Αυτή ήταν η δικαιολογία του. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε. Όχι επειδή βαριόταν το μάθημα, αντιθέτως, το λάτρευε. Ήταν η στιγμή του, όμως έτρεμε την ώρα του διαλείμματος. 

Δεν είχε φίλους. Όποιο παιδί του μιλούσε, ήταν για να κοροϊδέψει την ανικανότητά του να βρει φίλους. Στριμώχτηκε πολλές φορές σε γωνιές του προαυλίου και έμενε συχνά νηστικός. Του τραβούσαν τα χέρια και τα πόδια για να «ψηλώσει», όπως ισχυρίζονταν τα «αθώα» αυτά πλάσματα. Του έπαιρναν τα χρήματα, γιατί «ξεχνούσαν» να φέρουν τα δικά τους από το σπίτι. Δήλωναν πως δεν ήταν πρόβλημα, μιας και θα του τα επέστρεφαν την επόμενη μέρα. Όμως ο μικρός Νικόλας, ούτε ψήλωσε μα ούτε πήρε πίσω τα κλεμμένα.

Αφού γύριζε σπίτι, το μεσημεριανό οικογενειακό τραπέζι κρατούσε για αυτόν πέντε λεπτά. Ήταν αρκετά, ώστε να απαντήσει «καλά» σε όποια ερώτηση των γονέων, να φάει το μισό πιάτο του, να πει ότι δεν έχει όρεξη σήμερα και πως πάει στο δωμάτιό του ν’ ακούσει μουσική.

Έτσι και έκανε, με την πόρτα κλειστή, έβαζε το αγαπημένο και μοναδικό CD του, στο στερεοφωνικό και σιγοτραγουδούσε παράλληλα τους στίχους, μέχρι να περάσει ο ύπνος και να του κλείσει τα μάτια, ξεκουράζοντάς τον, από τη νυχτερινή αϋπνία και το πρωινό βασανιστήριο.

Κάθε μέρα αλλά και κάθε νύχτα ήταν μια επανάληψη προς αποφυγή. Τα πράγματα δυσκόλευαν και μια φοβία δημιουργήθηκε στο μυαλό του, δίνοντάς του ακόμα ένα λόγο για να μην μπορεί να κοιμηθεί. Το έλεγε συχνά στον πατέρα του, αλλά αυτός δεν ήθελε να δώσει σημασία.

«Μπαμπά, κάτι υπάρχει μέσα στην ντουλάπα, φοβάμαι».

Ένα βράδυ λοιπόν, ο μικρός Νικόλας, με το βλέμμα καθηλωμένο στην ντουλάπα, περίμενε τη στιγμή που αυτή θα άνοιγε, απoκαλύπτοντας αυτό που κρυβόταν μέσα της. Έτσι κι έγινε. Τέσσερα δάχτυλα φάνηκαν στη χαραμάδα της ντουλάπας και τότε αυτή άνοιξε διάπλατα, προβάλλοντας μια γυναικεία φιγούρα. Η γυναίκα ήταν γερασμένη, τα μελαχρινά μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν και οι ρυτίδες της ήταν γεγονός. Τα στραβά δόντια δε βοηθούσαν στην εικόνα, ενώ το μαύρο της φόρεμα έστρωνε με το χειρότερο τρόπο πάνω της. Ο Νικόλας ήθελε να φωνάξει από φόβο αλλά το σοκ στέρησε τη φωνή του. Η γυναίκα πλησίασε το μικρό και του είπε ήρεμα.

«Με λένε Μοναξιά. Μη φοβάσαι, έχω έρθει για να σε βοηθήσω».

Τότε τον πλησίασε, τον αγκάλιασε για να μην τρέμει, και ας ήταν λόγω του φόβου και όχι του κρύου. Άρχισε να του τραγουδάει νανουρίσματα με φωνή μητέρας, ώσπου το παιδί αποκοιμήθηκε. Μέχρι που τον ξύπνησαν τα φώτα του δωματίου που άναψε ο πατέρας.

«Ξύπνα, σχολείο». Ο Νικόλας ξύπνησε απότομα αλλά η Μοναξιά δε βρισκόταν πουθενά.

Στο σχολείο, αυτή τη φορά, ο Νικόλας, δεν ένιωθε πόνο κατά τη διάρκεια του βασανιστηρίου. Δεν είχε χώρο στο μυαλό του για να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός από αυτό που είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ και τι θα γινόταν στα επόμενα. Όταν γύρισε σπίτι, έτρεξε στο δωμάτιο του ανοίγοντας την ντουλάπα, όμως αυτή ήταν αδειανή.

Μέχρι που σκοτείνιασε. Τότε η Μοναξιά βγήκε ξανά από την ντουλάπα. Ο μικρός Νικόλας τη δέχτηκε αυτή τη φορά με λιγότερους δισταγμούς. Η Μοναξιά κρατούσε παρέα στον Νικόλα, ο οποίος σιγά σιγά άρχισε να νιώθει σιγουριά, ζεστασιά και ασφάλεια στην αγκαλιά της άσχημης γυναίκας. Το παιδί άρχισε να αναζητάει τη Μοναξιά όλο και πιο συχνά.

Πράγματι, ερχόταν να τον δει ή την έβρισκε αυτός πίσω από δέντρα, ή καθισμένη σε παγκάκια, στο πάρκο, ή στο μπάνιο του σπιτιού. Κάθε φορά που την έβλεπε, το πρόσωπο του έλαμπε. Συζητούσαν για τα πάντα και γελούσαν με πολλά. Του έμαθε να παρατηρεί πράγματα που δεν είχε μάθει να βλέπει, να γράφει και να διαβάζει σωστά. Να κοιτά τα αστέρια και να βρίσκει τους αστερισμούς.

Η Μοναξιά έγινε η καλύτερη φίλη του μικρού Νικόλα, που πλέον είχε γίνει Νίκος. Είχε πια μεγαλώσει, όμως πάντα την κρατούσε κοντά του. Του έδειχνε ξέφωτα στο δάσος και στενάκια στην πόλη. Του έμαθε να παίζει σκάκι και να ψαρεύει. Δε χωρούσαν τρίτοι σε αυτή τη σχέση. Ο κόσμος ήταν φτιαγμένος γι’ αυτούς τους δυο. Όσοι προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον Νίκο απέτυχαν. Δεν χρειαζόταν κανέναν άλλον, παρά μόνο, την αγαπημένη του Μοναξιά. Η ζωή του πλέον, είχε νόημα. Είχε κάποιον να τη μοιραστεί.

Ήταν επιτέλους χαρούμενος. Αλλά δυστυχώς, ο κόσμος είναι σκληρός.

Ο Νίκος νοσηλεύτηκε σε ιατρική κλινική, μετά τις εξετάσεις που έγιναν με αφορμή τηλεφωνήματα, από ανθρώπους που δήλωσαν ότι ο Νίκος μιλάει και γελάει μόνος του, καθώς επίσης αγκαλιάζει και φιλάει το κενό. Ο Νίκος δεν μπόρεσε να αγκαλιάσει ποτέ ξανά τη Μοναξιά, λόγω του ζουρλομανδύα που του κρατούσε τα χέρια κολλημένα στο σώμα του. Παρ’ όλα αυτά, αυτή έμεινε για πάντα δίπλα του, από εκείνο το βράδυ που βγήκε από την ντουλάπα, μέχρι τη στιγμή που αυτός απεβίωσε, από λάθος ηλεκτροσόκ των γιατρών.

 

Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικής Νικολάου

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1954, όπου και έκανε τις βασικές σπουδές του. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Αστροφυσική στὸ Harvard (Master of Arts) και Μηχανολογία  στο Τεχνολογικό  Ινστιτούτο της Μασσαχουσέττης (ΜΙΤ) (Master of Science in Mechanical Engineering).

Οι διδακτορικές σπουδές του στο HST (κοινό πρόγραμμα Harvard και ΜΙΤ) επικεντρώθηκαν στον τομέα της Βιοϊατρικής Τεχνολογίας (Βιορευστοδυναμική, Μαθηματική Φυσιολογία, Αιμοδυναμική της καρδιάς και των αγγείων).

Εργάστηκε ως ερευνητής και επιστημονικός συνεργάτης στο  Αγγειολογικό  Εργαστήριο του New England Deaconess Hospital, στο Τμήμα  Αναισθησιολογίας του Massachusetts General Hospital και στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Boston Children’s Hospital. Επίσης, διετέλεσε επί διετία επιστημονικός σύμβουλος μεγάλων εταιρειών σε θέματα Διαστημικής Ιατρικής Τεχνολογίας.

Παράλληλα με την επιστημονική του έρευνα, σπούδασε τη Θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης, όπου έλαβε τους τίτλους Master of Theological Studies και Master of Theology, και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας στον τομέα της Βιοηθικής. Το 2008 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τον Δεκέμβριο του 1993 ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση του πρώτου στην Ελλάδα Κέντρου Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας και έκτοτε συστηματικά ασχολείται με την Ορθόδοξη Βιοηθική και τις κοινωνιολογικές επιπτώσεις της Βιοϊατρικής.

Είναι μέλος της Εθνικής Επιτροπής Δεοντολογίας του Ε.Ο.Φ. και πρόεδρος της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος, γιὰ μία δε πενταετία διετέλεσε και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας και για δώδεκα χρόνια μέλος του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων.

Ως πρόεδρος της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανέλαβε την εκπροσώπησή της σε παγκόσμια εκκλησιαστικά, θρησκευτικά και πολιτικά όργανα, όπως στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, στο Βατικανό και στην Αγγλικανική Εκκλησία, είναι δε ο επικεφαλής της ομάδας σύνταξης και επεξεργασίας των επισήμων βιοηθικών κειμένων της Εκκλησίας της Ελλάδος, σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις, την ευθανασία, τις αναπαραγωγικές τεχνικές και την βιοηθική της άνοιας.

Κατά τα τέσσερα χρόνια της εργασίας του στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης, συμμετείχε ενεργά σε συλλογική προσπάθεια συμπαραστάσεως μικρών παιδιών και των οικογενειών τους, πολλές φορές με ασθένειες τελικού σταδίου. Η προσωπική συμμετοχή και ο διάλογος με το πρόβλημα του πόνου και την πρόκληση του θανάτου έγινε αργότερα όρος καθημερινής ζωής της ως κληρικού διακονίας του.

Αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας του, είναι η ίδρυση μιας πρότυπης Μονάδας Ανακουφιστικής Φροντίδας, που με το όνομα «ΓΑΛΙΛΑΙΑ» λειτουργεί στα Σπάτα Αττικής και σε συνεργασία με το  Αντικαρκινικό Νοσοκομείο «Άγ. Σάββας», περιθάλπει σε ολιστική βάση, εντελώς δωρεάν, καρκινοπαθείς της περιοχής των Μεσογείων και της Λαυρεωτικής.

Στην παρούσα φάση το πρόγραμμα λειτουργεί στη βάση της Κατ’ Οίκον Φροντίδας και της Ημερήσιας Φροντίδας, προγραμματίζεται δε σύντομα και η δημιουργία ξενώνα (hospice) για περίθαλψη βραχείας διαρκείας. Παράλληλα, με δική του πρωτοβουλία, οργανώνεται και η λειτουργία δύο ξενώνων μακράς νοσηλείας για νευρομυϊκούς ασθενείς (δυστροφία Ducénne, Νόσος Κινητικού Νευρώνα κ.λπ.), ένας στην Κύπρο και ένας στα Μεσόγεια, όπως και ένα σύγχρονο Κέντρο Άνοιας στην περιοχή της Παιανίας.

Στα πλαίσια της προσφοράς του στον ευρύτερο τομέα της υγείας και των ασθενών, θα πρέπει να αναφερθεί ο πλήρης εξοπλισμός (κλίνες, αναπνευστήρες, αντλίες, monitors) της Μονάδας Ανάνηψης Καρδιοχειρουργημένων Ασθενών του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» και φυσικά οι χορηγίες σε νοσοκομειακές μονάδες (Αγγειοχειρουργική, Αρεταίειο Νοσοκομείο Αθήνας) και ερευνητικά προγράμματα, η χορήγηση υποτροφιών σε φοιτητές, ειδικευόμενους ιατρούς, ή η οικονομική ενίσχυση κοινωφελών ιδρυμάτων του δημοσίου ή ιδιωτικών φορέων.

Μοναχός εκάρη στην Ι. Μονή Στομίου Κονίτσης υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανού, ο οποίος και τον χειροτόνησε διάκονο μεν στις 19 Μαρτίου 1989, πρεσβύτερο δε στις 10 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Αξιοσημείωτη είναι η πνευματική σχέση του με το Άγιον Όρος, όπου και εγκαταβίωσε επί δυόμιση χρόνια. Το 1994 ενεγράφη στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, τον δε Απρίλιο του 2000, εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός στο Κάθισμα του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου της ως άνω Μονής. Για 14 χρόνια διακόνησε ως ιερομόναχος στο Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι της Αναλήψεως, στον Βύρωνα. Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής εξελέγη τον Απρίλιο του 2004.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
http://www.imml.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=270&Itemid=316

Κι ύστερα λένε ότι θρησκεία και επιστήμη βρίσκονται σε αντιπαλότητα…