Τσαμπίκα [2/32]

ΤΣΑΜΠΙΚΑ  –2–

– Πωωω, ρε φίλε, δες τι πέρασε ο άνθρωπος…
– Σιγά τα αυγά…
– Μα, εδώ κόντεψε να σκοτωθεί.
– Μπορεί, αλλά η κάμερα είναι μέσα στο αμάξι. Ούτε ένα εξωτερικό πλάνο, κάποιο εφέ ρε αδελφέ… Και, στο κάτω-κάτω, έχει αυτό καμιά σχέση με το σάιτ μας;
– Έλα μωρέ τώρα, υλικό να έχουμε να δίνουμε. Στην αρχή είμαστε ακόμα.
– Δηλαδή, θα γίνει ποικίλης ύλης, τελικά;
– Να δούμε… ποιος το έστειλε;
– Ένας Δούρειος Ίππος…
– Μπα…

Αύγουστος 2014, Αττική, Εκάλη

Όλα ήταν τέλεια σχεδιασμένα. Μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Έμεναν μόνο τα διαδικαστικά. Καθώς οι ιδιοκτήτες έλειπαν, ήταν πανεύκολο γι αυτόν να μπει από την ορθάνοιχτη είσοδο της πολυκατοικίας και να παραβιάσει την εξώπορτα του διαμερίσματος. Τα κοσμήματα ήταν βεβαιωμένο ότι βρίσκονταν στο πατάρι. Μια μικρή σκάλα και – ας είναι καλά οι μικροί φακοί που δένονται στο μέτωπο – όλα εκτελέσθηκαν απόλυτα σωστά.

Επιτέλους, είχε πιάσει την καλή και δεν είχε αφήσει ίχνη. Ας ήταν καλά ο κολλητός που το έπαιζε μέντιουμ σε ηλικιωμένες κυρίες της περιοχής. Κι ας ήταν καλά η πεθερά του ιδιοκτήτη, που είχε την έμπνευση να ζητήσει τα φώτα του μέντιουμ.

Όλα τέλεια… εκτός από το φακελάκι που εισέβαλλε από τη χαραμάδα της δικιάς του πόρτας, δυο μέρες αργότερα. Περιείχε ένα ιδιόχειρο σημείωμα και ένα φλασάκι.

Το σημείωμα έγραφε:
«Θαρρώ πως τα μισά κλοπιμαία είναι αυτοδίκαια δικά μου. Για να μην βρεις μπελά, περίμενε νέο σημείωμα.»
Το φλασάκι περιείχε τη διάρρηξη, όπως  θα την κατέγραφαν… τα ίδια του τα μάτια

Ο κύριος Σμιθ μελετούσε τρία βίντεο…

Το πρώτο, ήταν ένας ασήμαντος διαρρήκτης, κάπου στην Ελλάδα. Κάτι έκλεψε, κάτι άρπαξε. Απλά, όταν γύρισε στο σπίτι του, έλαβε ένα εκβιαστικό σημείωμα.
Το δεύτερο, ήταν ένας απλός αστός, Έλληνας ξανά, που την έβγαζε συνεχώς στο μπαλκόνι του, χαζεύοντας την εκρηκτική γειτόνισσα της απέναντι πολυκατοικίας, μέσα από τα μισάνοιχτα, λόγω καλοκαιριού, παράθυρά της. Βέβαια, δεν έμενε αμέτοχη και αυτή. Η εμφάνισή της θα κόλαζε τον οποιοδήποτε. Ο «αμαρτωλός» γείτονας έλαβε ένα σημείωμα που του γνωστοποιούσε πως έπρεπε να πληρώσει ένα ποσό σε κάποιον για να μη μάθει η σύντροφός του τα καμώματά του. Αστεία πράγματα και συνηθισμένα.

Ο κύριος Σμιθ χαμογέλασε. Πολύ θα ήθελε να μελετήσει πιο διεξοδικά την εμφάνιση και κυρίως τις απίστευτες κινήσεις της κυρίας – εκεί είναι όλη η γοητεία μιας γυναίκας, η θεατρικότητά της όταν δεν την παρακολουθεί κανείς – αλλά δεν είχε καιρό. Αν δεν τα κατάφερνε, οι ώρες του ήταν μετρημένες.
Με τις κινήσεις που μόνο ένας χάκερ του υπόγειου ίντερνετ μπορεί να κάνει, εντόπισε σχεδόν αμέσως τον αποστολέα των χειρόγραφων μηνυμάτων. Ήταν απλό. Βρήκε ποιος «είδε» τα «βίντεο» και βρήκε άμεσα την πραγματική διεύθυνσή του.

Σήκωσε το τηλέφωνο, πληκτρολόγησε και…
«Ιαπετέ, δουλίτσα για σένα. Υπάρχει ρουφιάνος στη γειτονιά σου. Ο ###, που μένει στη διεύθυνση ###, παύει να υπάρχει από χθες. Κανόνισέ το μέχρι το μεσημέρι σας εκεί…»

Όμως, το τρίτο «βίντεο» ήταν διαφορετικό.
Αφενός, ήταν το πρώτο της διαρροής.
Αφετέρου, εντοπίστηκε δημόσια σε ένα ακίνδυνο σάιτ από ακίνδυνο επίσης αποστολέα.
Ένας ταλαίπωρος οδηγός ζει μια μικρή περιπέτεια με το αμάξι του και τελικά σώζει παρά τρίχα την ασήμαντη ζωή του, καθώς και των παιδιών του.
Απολύτως κανείς δεν θα είχε κίνητρο να δημοσιοποιήσει κάτι εντελώς αθώο…
Μια στιγμή… κι αν υπήρξε… διαρροή;
Ανατρίχιασε μόνο με την ιδέα. Αν όντως υπήρξε και το καταλάβαιναν οι ΑπόΠάνω, ήταν τελειωμένος.
Έπρεπε να δράσει άμεσα.
Από το παράθυρό του, έβλεπε μεγάλο μέρος της Νέας Υόρκης.
Είχε να πάει στην Ελλάδα τουλάχιστον δέκα χρόνια.
Μήπως θα ήταν απαραίτητο;
Μπα, τα στοιχεία θα εξαφανίζονταν με τον γνωστό και παραδοσιακό τρόπο…

Γενική ασφάλεια Αττικής

Ο Μάριος έφτασε έξω από το κτίριο της Γενικής διεύθυνσης στις 08:10.
Παρκάρισε και κλείδωσε τη μηχανή του-τι ειρωνεία να φοβάται με τόσους αστυνομικούς τριγύρω-
και κατευθύνθηκε στο μικρό καφέ της γωνίας.

-«Καλημέρα Σοφία», είπε μπαίνοντας στο γωνιακό μαγαζί, «όλα καλά»;
Πίσω από τον πάγκο μια σγουρομάλλα κυρία, πατημένα πενήντα , τον λοξοκοίταξε πριν του χαρίσει
ένα ολόφωτο, ζεστό χαμόγελο.
-«Καλώς τον κούκλο μου», του αποκρίθηκε,» μέρες έχω να σε δω. Που σε είχαν στείλει πάλι;» τον ρώτησε ενώ παράλληλα του ετοίμαζε τον διπλό, σκέτο espresso, όπως ήξερε ότι τον πίνει.
-«Πουθενά δεν με είχαν στείλει Σοφία», αποκρίθηκε ο Μάριος, «σπίτι ήμουν και δούλευα από εκεί.
Τρεις ημέρες μπροστά στον υπολογιστή, μου φύγανε τα μάτια. Τέλος πάντων», είπε και πήρε τον καφέ του, στη μιας χρήσης χαρτονένια συσκευασία, που τον περίμενε αχνιστός πάνω στον πάγκο.

Πλήρωσε και αφού δώρισε ένα πλατύ χαμόγελο στην φίλη του βγήκε από το μαγαζί και κατευθύνθηκε απέναντι, στην είσοδο του πολυώροφου κτιρίου. Εκεί αφού επανέλαβε την καθιερωμένη ρουτίνα της επίδειξης της αστυνομικής του κάρτας και αφού παρατήρησε για άλλη μια φορά τον σφιχτοδεμένο κότσο της Κυρίας Ερμιόνης στην υποδοχή του κτιρίου, κατευθύνθηκε στους ανελκυστήρες που μετά από δύο λεπτά τον μετέφεραν στον όγδοο όροφο. Πλησίασε την δεύτερη πόρτα δεξιά που σε μια ασημόχρυση ταμπέλα έγραφε «Ηλεκτρονικό έγκλημα-Γραφείο 4» και μπήκε μέσα.

Ο Μάριος Βαγιανός ήταν μόλις 27 ετών και η εξωτερική του εμφάνιση δεν θύμιζε σε τίποτα τον τυπικό Έλληνα αξιωματικό της αστυνομίας. Με γένια τριών και βάλε ημερών, με πλούσια ατημέλητα μαλλιά και ντύσιμο άνετο όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο της ηλικίας του, ο υπεύθυνος του γραφείου 4, δεν βοηθούσε κανέναν να καταλάβει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζε στην καταπολέμηση του σύγχρονου ηλεκτρονικού εγκλήματος.
Αριστούχος φοιτητής στο πανεπιστήμιο, στο τμήμα Μαθηματικών αλλά με άπειρες γνώσεις στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τις νέες τεχνολογίες, από τους ανθρώπους που το κράτος θέλει να βάλει στις τάξεις του παρά να τους αντιμετωπίζει απέναντι του.
Έτσι, παρά τον αντισυμβατικό του χαρακτήρα και συμπεριφορά ο Μάριος βρέθηκε στους κόλπους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τιμητικά διορίστηκε από το κράτος αξιωματικός στο τμήμα για την δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

Μπαίνοντας στο γραφείο του και χωρίς να σηκώσει τις γρίλιες από το παράθυρο, αφήνοντας τον χώρο σκοτεινό, χώθηκε βαθιά στην πολυθρόνα του γραφείου του. Στραγγίζοντας τον υπόλοιπο καφέ του, έμεινε να ατενίζει σκεπτικός τον απέναντι τοίχο. Μέρες τώρα, με πολύ προσωπική δουλεία ακόμα και από το σπίτι του τα τρία τελευταία εικοσιτετράωρα, προσπαθούσε να βρει μια λύση σε ένα γρίφο. Εντελώς τυχαία δέκα ημέρες πριν διαπίστωσε μεγάλη κινητικότητα δεδομένων στο internet από χιλιάδες απλά οικιακά pc σε μια συγκεκριμένη διεύθυνση που όμως δεν έδινε περισσότερα στοιχεία όπως την έδρα της αλλά και το είδος των αρχείων που λάμβανε. Το πιό περίεργο όμως ήταν ότι εμφάνιζε την όλη διαδικασία σε παρελθόντα χρόνο και συγκεκριμένα κάπου στην δεκαετία του ’70. Έξυσε το κεφάλι του παραξενεμένος ακόμα και τώρα που το ξανάφερε στο νου του.

Κάτι δεν του άρεσε καθόλου σε αυτή την υπόθεση.
Κάτι πήγαινε πολύ στραβά…

Ρόδος, Αύγουστος 30, 2014

– Πόσες φορές σου έχω πει να μην βλέπεις άλλα κι άλλα στο ίντερνετ;

Δεν έλειψε πάνω από τρία λεπτά και ο γιός του σέρφαρε κιόλας στο δίκτυο. Μάλλον, «σερφάρισμα» δεν ήταν η σωστή λέξη. «Λεηλασία πειρατών» θα ήταν πιο ακριβής όρος. Τα σημερινά παιδιά ρουφάνε σαν σφουγγάρι οποιαδήποτε πληροφορία βρουν εκεί. Σωστή ή λάθος, αληθινή ή ψεύτικη, έγκυρη ή πειραγμένη – λείπει η κρίση από τα μικρά, δυστυχώς.
Μάλλον έχουν δίκιο αυτοί που φωνάζουν για επιτήρηση, συνεχή έλεγχο των παιδιών. Αν και μικρός, ο οκτάχρονος γιος έδειχνε κιόλας σαφή εκτίμηση στις ξανθές γυναίκες με γαλανά μάτια – έτσι τουλάχιστον πρόδιδε το ιστορικό.
Τουλάχιστον, ήταν και η αδελφή του δίπλα του αυτή τη φορά.

– Μπαμπά, δεν έχεις δίκιο, δες τι βρήκαμε αυτή τη φορά, πληροφόρησε η κόρη.

Ο Μιχάλης δεν κοίταξε ακριβώς εκεί. Προτίμησε να δει ποιο σάιτ είχαν ανακαλύψει αυτή τη φορά τα παιδιά του. Η άτιμη η πρεσβυωπία δεν τον άφηνε να δει καθαρά και κλεφτά, ταυτόχρονα. Πρόλαβε μόνο να διαβάσει «βίντεο από την Ελλάδα» ή κάπως έτσι.

– Λοιπόν, μπαμπά, τι έχεις να πεις;
– Τι έχω να πω;
– Ωωωω, πάλι είσαι αφηρημένος. Βάλε το από την αρχή, Νάσο. ΕΔΩ να κοιτάς…

Τι να κάνει, το πήρε απόφαση ότι πρέπει να προσέξει…
– Αααα, τι ωραία, η Παναγιά η Τσαμπίκα. Πόσες φορές έχουμε περάσει από εκεί…
– Μπαμπά, ΑΥΤΟ έχεις μόνο να πεις;
– Ναι. Κι ότι μας θυμούνται κάθε καλοκαίρι, να έρθουν εδώ και να τραβήξουν κάτι για την τηλεόραση. Το χειμώνα, εμείς μεταξύ μας.
– Εδώ δεν είναι τηλεόραση. Για δες λίιιγο πιο προσεκτικά. Τι βλέπεις;
– Βλέπω… βλέπω… ΑΜΑΝ !!! Αυτό δεν είναι το αυτοκίνητό μας, από μέσα;
– Ε, τι σου λέμε τόση ώρα. Αιντέεεεεε…

Το θέμα είχε αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρον. Πολύ ενδιαφέρον.
Ο Μιχάλης ξαναέζησε ολόκληρη την εφιαλτική σκηνή, λεπτό προς λεπτό.
Ξαναείδε το χέρι του, καθώς προσπαθούσε με απόγνωση να ξαναβάλει μπροστά τη μηχανή.
Ξαναείδε τα πόδια του, καθώς πάλευαν απεγνωσμένα να κατεβάσουν τα πετάλια του φρένου και του συμπλέκτη.
Ξαναείδε, στο αριστερό μέρος της οθόνης, την φευγαλέα ματιά που έριξε στον αριστερό δρόμο της διασταύρωσης, ώστε να ξέρει αν όλα θα γίνονταν όπως τα υπολόγισε ή θα τέλειωναν όλα εκεί.
Ακόμα και την λεπτομέρεια που γύρισε πίσω να κοιτάξει πώς πάνε τα παιδιά και είδε ότι ο γιος του δεν είχε συναίσθηση του κινδύνου, καθώς κρατιόταν χαλαρά από το λουρί και χάζευε ανέμελα έξω.

– Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα, μπαμπά; ρώτησε ο γιος.
– Και πού ήταν η κάμερα και δεν την είδαμε; συμπλήρωσε η κόρη.
– Έχω να πω ότι… δεν είναι κάμερα αυτό.
Θεέ μου, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΚΑΜΕΡΑ!!! ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΔΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ !!!

[συνεχίζεται]