Τσαμπίκα [3/32]

Ρόδος, Αύγουστος 30, 2014

Ο Μανώλης είχε το ένα από τα φαρμακεία της γειτονιάς. Με τον Μιχάλη ήταν φίλοι από το γυμνάσιο. Φιλία 35 και βάλε χρόνων, δηλαδή. Κάθονταν στο πιο δροσερό τραπέζι του Ευθύμη, ο οποίος είχε ένα από τα σουβλατζίδικά της γειτονιάς και πάντα φύλαγε το καλύτερο τσίπουρο για τον φαρμακοποιό.
– Δεν πας καλά, διαπίστωσε ο Μανώλης.
– Μια χαρά πάω. Άμα σου λέω…
– Το αποθήκευσες το βίντεο;
– Όχι. Δηλαδή δεν… έ, δεν το σκέφτηκα.
– Μόλις σχολάσουμε από εδώ, να πας να το αποθηκεύσεις. Και να έρθεις σε επικοινωνία με τους υπεύθυνους στο σάιτ αυτό. Στείλε τους μέιλ.
– ΟΚ
– Δε μου λες… έχεις κάνει ποτέ εγχείριση στο κεφάλι;
– Όχι, από αυτά που ξέρω. Άλλωστε, αν μου είχαν χώσει κάτι μέσα στο κρανίο με οποιοδήποτε τρόπο, θα με είχαν βρει σε έλεγχο αεροδρομίου…
– Αδελφέ, δύσκολα μου βάζεις. Να σου πω το ανέκδοτο με τον άσχετο που αγόρασε καρύδες και νόμιζε ότι ήταν αβγά ελέφαντα; Το έχεις ακούσει;

Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 1999, 2μμ.

Μπήκε επιτέλους στο αυτοκίνητο του.

Σήμερα ο Γιάννης είχε μια πολύ δύσκολη ημέρα. Από το πρωί στην εταιρία όλοι ήταν σε αναβρασμό.
Ο Γενικός είχε ζητήσει να συγκεντρωθούν όλοι στην αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου στις 11 π.μ
και επί 2 ώρες τους κατσάδιαζε. Περικυκλωμένος από χαρτιά, διαγράμματα και 2 οθόνες υπολογιστή με
στατιστικά, ο μικρός δικτατορίσκος άναψε και βρόντηξε.
Αναφερόμενος στην πτώση των κερδών κατά 1,2% το τελευταίο τρίμηνο έξαλλος μέσα στο καλοραμμένο
κοστούμι του που μύριζε νύχτα και πληρωμένη παρέα, απείλησε όλους τους παρευρισκόμενους στην αίθουσα
και τον καθένα ξεχωριστά για το μέλλον τους στην εταιρία.
Με κάθε του επίθεση ο Γενικός έσβηνε την φωτιά του με ένα ποτήρι νερό και το μικρό του δάχτυλο να
κοιτά το ταβάνι, δείγμα της σεξουαλικής του έπαρσης και ανδρείας έναντι των φοβισμένων πληβείων που τον περιτριγύριζαν σκυφτοί και κοίταζαν την ανύπαρκτη σκόνη στα παπούτσια τους.

Περίπου στη 1 η ώρα αποφάσισε το φουσκωμένο παγόνι της διοίκησης να σηκωθεί και να φύγει από την αίθουσα αφήνοντας ανθρώπους-αποκαΐδια, παγωνιά και μια δυσάρεστη κακή ενέργεια που ο καθένας τους θα έπαιρνε το ποσοστό που του αναλογούσε μαζί του στο σπίτι του.

Ο Γιάννης είχε ένα ραντεβού στις 13.30μμ που ακυρώθηκε και άλλο ένα στις 17.00μμ. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει από την εταιρία και να πάει κάπου έξω να φάει μεσημεριανό και να πάρει λίγο καθαρό αέρα.

Νάτος λοιπόν στο αυτοκίνητο του να κάνει βόλτες χαμένος στις σκέψεις του. Είχε ανάγκη να φύγει μακριά,
κάποιο ταξίδι ίσως μαζί με την Μαρία που τελευταία δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά. Κοίταξε το ρολόι του,
είχε αρκετό χρόνο ακόμα.
Ασυναίσθητα με ρόδες τις σκέψεις του και όχημα την ψυχική του διάθεση βρέθηκε στην εθνική οδό προς την Λαμία. Άνοιξε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο του σταθμό και ξεχύθηκαν από μέσα κατευναστικές η νότες από το The Passenger του Iggy Pop.
Χαμογέλασε.
Το κατάλληλο τραγούδι την κατάλληλη ώρα. Πάντα του συνέβαινε αυτό. Έστριψε από την εθνική και κατευθύνθηκε προς την Πάρνηθα. Τελικά του βγήκε από το πουθενά μια μίνι εκδρομούλα και το απολάμβανε χτυπώντας ρυθμικά το τιμόνι του αυτοκινήτου στους ρυθμούς του Hit of the moment των Asia που εκείνη την ώρα έπαιζε στο ραδιόφωνο. Τρεις παρά η ώρα και αυτός ανέμελος κι ελεύθερος στην μικρή του απόδραση, να σιγοτραγουδάει παλιές ροκ επιτυχίες με μόνη του έννοια να βρει κάτι να φάει στα γρήγορα.

Βουητό.
«Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ενώ ένας απόκοσμος θόρυβος άρχισε να σκεπάζει τα πάντα.
Ο δρόμος θαρρείς και άρχισε να τρέμει ενώ το αυτοκίνητό του βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα ακυβέρνητο σαν φτερό σε αγριεμένο άνεμο, με τάση να βγει εκτός δρόμου.
Σεισμός, γινόταν σεισμός και ήταν μεγάλος. «Χριστέ μου» αναφώνησε, «σεισμός» ενώ προσπαθούσε να κρατήσει μάταια το τιμόνι καθώς φρενάριζε. Το ραδιόφωνο είχε σιωπήσει και παντού έβλεπε σκόνη και άκουγε φωνές. Κραυγές που καλούσαν σε βοήθεια. Στην σκέψη του ότι αυτό το κούνημα της γης δεν θα σταμάταγε ποτέ, ένας εκκωφαντικός θόρυβος ήχησε τρομακτικά στα αυτιά του και έκανε το κεφάλι του να στραφεί στην πηγή προέλευσης του.
Ένα  ψηλό κτίριο, μάλλον εταιρία, έχανε την μάχη με τούτο το φυσικό φαινόμενο και άρχισε να καταρρέει.

Φωνές κι άλλες φωνές, υστερικές, γεμάτες αγωνία και πόνο. «Βοήθεια» άκουσε τον εαυτό του ο Γιάννης να φωνάζει με δάκρυα στα μάτια και να βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η σκόνη είχε καταπνίξει το τοπίο γύρω του με κάποια δέντρα να κείτονται μέσα στο δρόμο χωρίς ζωή. Προσπαθώντας να βρει το κινητό μέσα στην τσέπη του μπουφάν του-ναι, ήταν από τους λίγους τυχερούς που η εταιρία τους είχε προμηθεύσει με τέτοια τηλέφωνα-κατευθύνθηκε τρέχοντας προς το λαβωμένο κτίριο. Κτίριο κάποτε.
Ένα κακοφτιαγμένο κτίριο που πλέον ήταν συντρίμια, μπάζα και παντοτινή φυλακή σε άψυχα σώματα αθώων εργαζομένων. Προσπάθησε να τηλεφωνήσει αλλά δεν έβγαζε γραμμή με τίποτα. Παντού φωνές και κλάματα. Ξαφνικά διαπίστωσε πόσοι άνθρωποι είχαν φτάσει δίπλα του, πιθανόν από την ίδια εταιρία και προσπαθούσαν να παραμερίσουν τα χαλάσματα και να βοηθήσουν αυτούς που είχαν καταπλακωθεί. Από κάπου μακριά σειρήνες συμπλήρωναν το σκηνικό της καταστροφής και του θανάτου.

Πέταξε το μπουφάν του και έσκυψε να βοηθήσει κι αυτός. Έγινε ένα με τους μέχρι πρότινος άγνωστους αυτούς ανθρώπους για ένα κοινό σκοπό. Κάπου, σε ένα ραδιόφωνο, κάποιος πολιτικός ανακοίνωνε με περηφάνια ότι ευτυχώς δεν είχαμε θύματα σε αυτό τον σεισμό που με 6 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ και επίκεντρο λίγα χιλιόμετρα από την Αθήνα, καλά τα καταφέραμε.

Ο Γιάννης συνέχισε να βοηθά μέχρι αργά το βράδυ. Έγινε μάρτυρας της απώλειας 39 ανθρώπων μόνο στο σημείο που βρισκόταν επί συνόλου 145 ψυχών που χάθηκαν σε ολόκληρη την Αθήνα από τον σεισμό.
Τα μάτια του Γιάννη κατέγραψαν πολλά εκείνη την ημέρα.
Η ζωή του άλλαξε ολοκληρωτικά από εκεί και μετά.
Αυτά που είδε και έζησε τα έθαψε στα μεγαλύτερα βάθη του μυαλού του για να μην θυμάται και πονά.

Τουλάχιστον έτσι νόμιζε…

Ο Θεοχάρης έφτασε λαχανιασμένος στο γραφείο του. Περίεργο, γιατί αν και βρισκόταν στον έβδομο όροφο, το ασανσέρ ήταν ταχύτατο. Όπως και σήμερα.
Άνοιξε το μικρό ψυγείο και έβαλε ένα ποτήρι κρύο νερό. Μεγάλο ποτήρι. Το ήπιε μονορούφι. Το χαρακτηριστικό «ααααχ» από την απόλαυση της δροσιάς δεν τον εμπόδισε να γεμίσει το ποτήρι ξανά. Βημάτισε νευρικά, κάνοντας το γύρο του 6Χ6 δωματίου πριν αφήσει τον εαυτό του να σωριαστεί στην καρέκλα. Λάσκαρε τον κόμπο της γραβάτας του.
Διάολε… Αφού δεν είναι καραμπινάτο παράρτημα μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, αλλά ένα αόρατο κρυφό γραφείο, γιατί έπρεπε να έρχεται κουστουμαρισμένος και γραβατισμένος; Πώς να υποφέρει τον ντάλα καλοκαιριάτικο ήλιο της Αθήνας; Γιατί του φάνηκε τόσο δύσκολο να μάθει να δένει γραβατόκομπους;

Πάτησε την ενδο-επικοινωνία με το ένα χέρι, ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τον καφέ ντοσιέ μπροστά στο γραφείο του – τον έφερε προφανώς η γραμματέας του για υπογραφές.
– Όλγα, κανείς να μην με ενοχλήσει για την επόμενη μισή ώρα…
Δεν περίμενε ούτε το τυπικό «καλημέρα σας» από την διοπτροφορούσα Όλγα. Ώρες-ώρες του θύμιζε κουκουβάγια με τα χοντρά της γυαλιά, αλλά στη δουλειά της ήταν ένα άλλο πτηνό και μάλιστα αρπακτικό – αετός.
Στιγμιαία αναρωτήθηκε πώς να αισθανόταν η γραμματέας του μέσα στα – από τι ύφασμα να ήταν άραγε; – ταγιεράκια της, αλλά μόνο στιγμιαία.
«Για την επόμενη μισή ώρα…». Αναρωτήθηκε γιατί το είπε αυτό, αλλά δεν πρόλαβε να το σκεφτεί για πολύ. Το καφέ τηλέφωνο έκραξε τον χαρακτηριστικό ήχο κλήσης. Εντάξει, δεν ήταν Το Κόκκινο Τηλέφωνο, αλλά για τον Θεοχάρη, αυτός ο χαρακτηριστικός ήχος σήμαινε πραγματικά Κόκκινο Συναγερμό.
Αναστέναξε ξανά, πιο βαθιά αυτή τη φορά. Ξερόβηξε, έτοιμος να αλλάξει γλώσσα και να μιλήσει Αγγλικά. Αμερικάνικα μάλλον.
Ήταν το Αφεντικό. Κολοκύθια αφεντικό πρέπει να ήταν, αλλά ήταν ο μοναδικός με τον οποίο είχε επαφή – κανέναν άλλον δεν ήξερε. Ούτε καν μπορούσε να διαισθανθεί τη θέση του Αφεντικού του στην ιεραρχία της… της;
Ούτε για το όνομά του ήταν σίγουρος. Προφανώς δεν πίστεψε ποτέ ότι ένας τυχαίος Αμερικάνος θα μπορούσε να λέγεται κύριος… Σμιθ…

– Σας ακούω κύριε Σμιθ…
– Φυσικά και με ακούς… Τι κάνεις;
– Προσπαθώ να τα προλάβω όλα… Η κλήση σας δεν ήταν προγραμματισμένη. Υπάρχει κάτι επείγον;
– Εσύ θα μου πεις…

Με όλη την ισχύ του εγκεφάλου του που του είχε απομείνει διαθέσιμη, άνοιξε επιτέλους τον ντοσιέ μπροστά του και προσπάθησε να κατατοπιστεί. Να πάρει, δεν ήταν για υπογραφές…

– Κύριε Θεοχάρη, έχουμε ένα πολύ μεγάλο υποσταθμό πληροφοριών στην Ελλάδα. Όχι ότι δεν έχουμε αντίγραφα κι εδώ, αλλά σε περίπτωση που ανακαλυφθούμε θα μπορούσαμε να γίνουμε εύκολος στόχος… καταλαβαίνεις. Τουλάχιστον, ήμουν σίγουρος ότι στα μέρη σας, που ταλανίζονται από άλλα προβλήματα, δεν θα είχαμε κάποια… εχμ… διαρροή…
– Έχετε απόλυτο δίκιο κύριε Σμιθ. Ήταν μια στιγμιαία κατάρριψη του Τείχους Ασφαλείας, ξέρετε. Οι τεχνικοί μας προσπαθούν να βρουν την αιτία…
– Στιγμιαία… μάλιστα. Αντιλαμβάνεσθε πόσοι γιγατόνοι πληροφοριών μπορούν να διαρρεύσουν σε ένα τόσο τεράστιο χρονικό διάστημα, κύριε Θεοχάρη, έτσι δεν είναι;
– Βεβαίως, βεβαίως. Όμως, η πιθανότητα να δημοσιευτεί κάποιο βίντεο, να το δει ο «δημιουργός» του και να καταλάβει τι έγινε είναι μικρή… ασήμαντη… μηδενικής πιθανότητας.
– Χμμμ… το συμβάν έγινε σε ένα αρκετά γνωστό και κοσμοπολίτικο νησί, θα έλεγα. Κύριε Θεοχάρη, τι θα λέγατε για μια βολτούλα προς – πώς είπαμε το μέρος; – Ρόδο; Το καλοκαίρι σε εσάς δεν έχει περάσει ακόμα…
– Βεβαίως, κύριε Σμιθ, μια χαρά θα μου έρθει…
– Φυσικά, μην ξεχνάς τον χρυσό κανόνα. Ένας το πολύ φτάνει εκεί, ένας εξαφανίζεται από εκεί. Τουλάχιστον… Άλλωστε, θα είμαι κι εγώ εκεί, ίσως…
– Βεβαίως κύριε Σμιθ, το έχω εμπεδώσει αυτό.
– Πολύ ωραία. Καλή σου μέρα. Περιμένω νέα σου σε μια βδομάδα. Διαφορετικά, θα αναγκαστώ να αναλάβω δράση, οπότε καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;
– Βεβ…
– Καλή σου μέρα.

Κλικ…

– Ρε συ, δες αυτό το μήνυμα…
– Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορώ να το δω, ΤΩΡΑ !!! Δε βλέπεις που παιδεύομαι με το… με το βίντεο, πώς το λένε…
– Να σου το διαβάσω;
– Να μου το διαβάσεις…
– Γεια σας. Πολύ θα ήθελα να μάθω πώς βρέθηκε στα χέρια σας το συγκεκριμένο βίντεο. Είναι μια απολύτως προσωπική εμπειρία. Δεν με πειράζει η δημοσίευσή της, αλλά πραγματικά θα ήθελα να ξέρω πώς στο καλό «είδε» η κάμερα αυτό που είδαν τα ίδια μου τα μάτια. Δεν θέλω να καταφύγω σε ακρότητες (δικαιοσύνη), αλλά, πραγματικά, πριν αρχίσω και λύνω τον εγκέφαλό μου ψάχνοντας κάμερες και τσιπάκια, θα ήμουν υπόχρεος αν με διαφωτίζατε.
– Τι λέει, μωρέ, ο ροφός…
– Να σου διαβάσω κι αυτό: ΟΚ, παίδες, είμαι κλέφτης. Αλλά, πώς το καταφέρατε αυτό; Λεπτομέρειες που είδαν τα μάτια μου αλλά δεν έφτασαν στο κεφάλι μου. Θα έδινα το βασίλειό μου για το μυστικό, αλλά σιγά μη σας πω ποιος είμαι. Γι αυτό, το καλό που σας θέλω, σβήστε το βίντεο.
– Καλά…
– Τι «καλά»; Έχουμε μπλέξει. Ο ένας απειλεί με μήνυση και ο άλλος ένας θεός ξέρει με τι…
– Ποιος μας τα έστειλε αυτά;
– Το πρώτο, κάποιος Δούρειος Ίππος. Το άλλο… για στάσου… ακούς ένα σύρσιμο, έξω;